Τετάρτη 1 Μαΐου 2013

Aνάπτυξη ή φόροι


Πολλοί πιστεύουν γαλουχημένοι δεκαετίες με τα κρατικιστικά ιδεολογήματα ότι αρκεί το πάτημα ενός κουμπιού από την κυβέρνηση ή μια ομιλία του κ. Στουρνάρα στο συνέδριο του Economist και ως δια μαγείας θα δημιουργηθεί ανάπτυξη. 
Στον πραγματικό κόσμο όμως αυτά δε γίνονται. 
Αντιθέτως, το κράτος με το πάτημα ενός κουμπιού μπορεί ευκολότατα να καταστρέψει τα πάντα, ολόκληρους κλάδους της οικονομίας και να εμποδίσει την ανάπτυξη για το παρόν και το μέλλον.
Πάρτε για παράδειγμα τα ακίνητα. Η ολέθρια επιλογή και της παρούσας κυρίως όμως της προηγούμενης αμιγώς σοσιαλιστικής -κατά δήλωση του κ. Παπακωνσταντίνου- κυβέρνησης να καλυφθεί το έλλειμμα με αύξηση των φόρων και όχι με μείωση των δημοσίων δαπανών, οδήγησε σε κατάρρευση τις τιμές των ακινήτων. 
Η αξία της συνολικής ακίνητης περιουσίας της Ελλάδος (δημόσιας και ιδιωτικής) εκτιμάται ότι μειώθηκε στο ένα τρίτο κατά την τριετία 2009-2012, από 1 περίπου τρις € το 2009 σε 350 με 400 εκ. € σήμερα.
Αυτό ήταν το αποτέλεσμα της εξοντωτικής φορολογίας που επιβλήθηκε στα ακίνητα (ETAK, ΦΑΠ, έκτακτο τέλος, ΕΕΤΗΔΕ, ΤΑΠ, δημοτική φορολογία κοκ.).
Αλλά όταν η ακίνητη ιδιοκτησία μιας χώρας χάνει την αξία της, δεν υπονομεύονται, όπως έχω αρκετές φορές εξηγήσει, μόνο τα φορολογικά έσοδα, υπονομεύεται και μόνο εξ αυτού του λόγου συνολικά η αναπτυξιακή πορεία της χώρας. 
Θα σας δώσω ένα παράδειγμα μια επιχείρηση δανείστηκε το 2008 ένα ποσό με εμπράγματη ασφάλεια κάποιο ακίνητό της. Οι τράπεζες είναι υποχρεωμένες -για να μην κινδυνεύσει η φερεγγυότητά τους- να αποτιμούν κάθε χρόνο τις εξασφαλίσεις τους στα δάνεια που έχουν χορηγήσει κι αν αυτές για οποιοδήποτε λόγο έχουν απομειωθεί οφείλουν να ζητήσουν από το δανειολήπτη πρόσθετες εξασφαλίσεις ή στην καλύτερη περίπτωση γι΄αυτόν να του αυξήσουν το επιτόκιο του δανεισμού του. Η δυστυχής επιχείρηση θα κληθεί λοιπόν σήμερα να δώσει πρόσθετες εξασφαλίσεις αλλιώς θα κινδυνεύσει είτε να αυξηθεί σημαντικά το επιτόκιο του δανεισμού της είτε ακόμη και να καταγγελθεί από την τράπεζα το δάνειο και να καταστεί άμεσα απαιτητό το ανεξόφλητο υπόλοιπό του. Ποια επιχείρηση υπό τις σημερινές ιδιαιτέρως αντίξοες συνθήκες είναι σε θέση είτε να δώσει πρόσθετες εξασφαλίσεις είτε να αντέξει το κόστος της αύξησης των επιτοκίων δανεισμού;
Εξαιτίας της υπερφορολόγησης των ακινήτων απαξιώθηκε το αντικείμενο του φόρου και περιορίστηκε σημαντικά η δανειοληπτική ικανότητα των πολιτών και των επιχειρήσεων που είναι απαραίτητη για την παραγωγή πλούτου.
Επιπλέον, με την άυξησητ ης φορολογίας των ακινήτων μειώθηκε η αξία της προς αξιοποίηση ακίνητης περιουσίας του δημοσίου.
Κοντολογίς, οι υπέρμετρα επαχθείς φόροι οδήγησαν σε κατάρρευση της αξίας του πρωτογενούς εθνικού πλούτου, αξία που προσέδωσαν εδώ και δεκαετίες οι άνθρωποι με τον καθημερινό μόχθο και τον ιδρώτα τους.

Δευτέρα 8 Απριλίου 2013

Οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα τι είναι, σκουπίδια, κύριε Μανιτάκη;


Οι δημόσιοι υπάλληλοι «δεν είναι ντομάτες», ώστε κάποιοι να απολυθούν φέρεται να δήλωσε σε δημοσιογράφους ο Αντώνης Μανιτάκης. Θα μπορούσε να του ανταπαντήσει κάποιος «ναι αλλά και οι ιδιωτικοί υπάλληλοι δεν είναι σκουπίδια». Καλές είναι οι ατάκες και οι παρομοιώσεις, δηλωτικές μάλιστα της συνολικής ανικανότητας της κυβέρνησης να μειώσει έστω και λίγο το υδροκέφαλο κράτος με την απόλυτη εγκληματική συνενοχή της αντιπολίτευσης, αλλά θα ήταν προτιμότερο να σκεφτεί κανείς ποιο είναι το τίμημα των μη απολύσεων.

Ας αναλογιστούμε πού οδηγεί η καταστροφική παράνοια των κυβερνώντων να διατηρούν το μέγεθος του κράτους διογκωμένο και υπερτροφικό:

1) Σε μεγάλη και άδικη φορολογία στα εισοδήματα των φυσικών προσώπων και των επιχειρήσεων, στην περιουσία και στην ιδιοκτησία τους, φορολογία που απλώς «κουκουλώνει» πρόσκαιρα τα ελλείμματα τα οποία δημιουργούν οι εκατοντάδες χιλιάδες άχρηστων θέσεων «εργασίας» σε δημόσιους φορείς που δεν προσφέρουν το παραμικρό.

2) Σε δραματική αύξηση της ανεργίας. Ήδη το πρώτο τρίμηνο του 2013 η επίσημη ανεργία άγγιξε το 27% και η ανεργία των νέων ανθρώπων το 59%. Στα ποσοστά αυτά δεν υπολογίζεται η πραγματική ανεργία των αυτοαπασχολουμένων, των ελευθέρων επαγγελματιών και των επιχειρηματιών που οι επιχειρήσεις τους κλείνουν. Εξαιτίας των μη απολύσεων στο Δημόσιο, οδηγούνται στην ανεργία υπερδιπλάσιοι εργαζόμενοι από τον ιδιωτικό τομέα, ο οποίος βλέπει την ταμειακή του ρευστότητα να εξαφανίζεται από τους φόρους και αναγκάζεται να περιορίζει τις θέσεις εργασίας ή τους μισθούς των εργαζομένων του.

3) Σε ύφεση στην οικονομία. Περίπου 40.000 επιχειρήσεις θα κλείσουν μέσα στο 2013. Ο δημόσιος τομέας κατασπαταλά τα χρήματα των φορολογουμένων. Η αναποτελεσματική δημόσια διαχείριση δεν προσφέρει ανάλογο κοινωνικό αποτέλεσμα. Υγιή ανάπτυξη και θέσεις εργασίας δημιουργεί μόνο ο παραγόμενος πλούτος από την ιδιωτική οικονομία, όταν βεβαίως περισσεύει και δεν αφαιρείται με τη μεγάλη και άδικη φορολογία.

4) Σε διατήρηση της ισχύος του πελατειακού κομματικού κράτους που τους διόρισε κατά εκατοντάδες χιλιάδες και είναι αυτό που ευθύνεται για την καταστροφή της χώρας.

Η κυβέρνηση πρέπει να κατανοήσει ότι ανάπτυξη θα υπάρξει όταν μειωθεί χωρίς καθυστέρηση το μέγεθος του Δημοσίου. Ο δημόσιος τομέας παρουσιάζει δαπάνες που υπερβαίνουν το 63% του ΑΕΠ. Το κράτος παίρνει τη μερίδα του λέοντος σε κάθε συναλλαγή (λ.χ. 65% στη βενζίνη, 75% στα τσιγάρα) και είναι ο πραγματικός μέτοχος (χωρίς συμμετοχή στις ζημιές) των «ιδιωτικών» επιχειρήσεων σε ποσοστό άνω του 55%. Όλα αυτά για να συντηρείται ο εντελώς αντιπαραγωγικός δημόσιος τομέας, οι χιλιάδες άχρηστες δημόσιες υπηρεσίες και φορείς.

Την ίδια στιγμή οι αρμόδιοι φορείς συσκοτίζουν το θέμα είτε αποκρύπτοντας είτε αποσιωπώντας στοιχεία. Πόσοι τελικά είναι οι δημόσιοι υπάλληλοι στη χώρα; Σύμφωνα με τα στοιχεία του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης το προσωπικό του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ ανερχόταν τον Οκτώβριο του 2012 σε 667.773. Σ’ αυτούς θα πρέπει να προσθέσετε άλλους 215.402 υπαλλήλους των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου. Σύνολο: 883.175 δημόσιοι υπάλληλοι. Να μην ξεχάσουμε να προσθέσουμε και τους υπαλλήλους των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου που δεν έχουν αποστείλει ακόμη στοιχεία. Ουδείς γνωρίζει τον αριθμό τους, αλλά σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων μιλάμε για οκτακόσιους και πλέον δημοσίους φορείς με άγνωστο αριθμό απασχολουμένων υπαλλήλων! Συγκρατήστε τον αριθμό, έχουμε –σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία– 900.000 δημοσίους υπαλλήλους σε οικονομικά ενεργό πληθυσμό 4,7 εκατομμυρίων εκ των οποίων 1,5 εκατομμύριο και πλέον είναι οι άνεργοι. Έχουμε ακόμη και 2,8 εκατομμύρια συνταξιούχους. Η αναλογία συνταξιούχων εργαζομένων έχει πέσει στο 0,85 (βόμβα στα θεμέλια του ασφαλιστικού συστήματος), ενώ το ποσοστό των δημοσίων υπαλλήλων στον οικονομικά ενεργό πληθυσμό έχει φθάσει το 19%. Η εξίσωση για την ελληνική οικονομία δεν μπορεί να λυθεί. Η χώρα οδηγείται με μαθηματική ακρίβεια στην καταστροφή.

Αυτό που είναι ακόμη πιο απογοητευτικό είναι ότι η Τρόικα δεν έχει πάρει χαμπάρι του τι συμβαίνει γύρω της. Επιμένει στη διατήρηση των φορολογικών συντελεστών στα σημερινά εξοντωτικά για τους φορολογούμενους επίπεδα. Οι εκπρόσωποί της παρασύρονται και παίζουν το παιχνίδι της πιο βρώμικης κομματικής νομενκλατούρας. Υποκύπτουν στις πιέσεις του εγχώριου κατεστημένου πολιτικού συστήματος που αγωνίζεται με νύχια και με δόντια να διατηρήσει αλώβητες τις βδέλλες του μόχθου του λαού μας, ήτοι τα πάσης φύσεως πελατειακά του δίκτυα. Οι εκπρόσωποι των δανειστών μας αδυνατούν να κατανοήσουν ότι χωρίς μείωση των φόρων, γενναίες διαρθρωτικές αλλαγές και δραστική μείωση του κράτους, αλγεβρικώς τουλάχιστον η χώρα δεν σώζεται με τίποτα.

Μείωση του κράτους δεν μπορεί να γίνει δι’ ευχελαίου και θυμιαμάτων. Επιβάλλεται να κλείσουν χιλιάδες άχρηστοι φορείς του Δημοσίου και να απολυθούν δημόσιοι υπάλληλοι. Όχι μόνο οι επίορκοι αλλά και οι περιττοί και οι άχρηστοι. Θυμίζω ότι το 1974 η μεταπολίτευση παρέλαβε 150.000 δημοσίους υπαλλήλους, μέχρι το 1981 ο αριθμός τους υπερδιπλασιάστηκε και έφθασαν στις 350.000, ενώ σήμερα ξεπερνούν τις 900.000 χωρίς στο μεταξύ η Ελλάδα να πρόσθεσε νέα εδάφη στην επικράτειά της. Ο αριθμός αυτός από μόνος του συνιστά και το μεγαλύτερο έγκλημα συλλογικής διαφθοράς στη σύγχρονη Ελλάδα. Το κομματικό σύστημα πέτυχε διά των πελατειακών σχέσεων και των αθρόων διορισμών στο Δημόσιο τον εξωνισμό της ψήφου και των εκμαυλισμό των συνειδήσεων εκατομμυρίων Ελλήνων.

Και σκεφτείτε ότι το 1974 οι 150.000 δημόσιοι υπάλληλοι εργάζονταν πιο αποδοτικά και πιο φιλότιμα από σήμερα, χωρίς ηλεκτρονικούς υπολογιστές, χωρίς δίκτυα, χωρίς βάσεις δεδομένων, χωρίς μηχανοργάνωση...

Αυτές οι στρατιές των εξαρτημένων και ελεγχόμενων από το πελατειακό κομματικό σύστημα στηρίζουν με τη σειρά τους πολιτικά το φαύλο πολιτικό κατεστημένο και εξασφαλίζουν την επανεκλογή στους προστάτες τους.

Η διαβρωτική για την κοινωνία μας δύναμη του αριστερής προελεύσεως ιδεολογήματος των φτωχών και καταπιεσμένων προλεταρίων που τους καταπιέζουν τάχα οι αδίστακτοι «αιμοδιψείς» επιχειρηματίες, βιομήχανοι, εφοπλιστές κ.ο.κ., το οποίο κυριάρχησε σταδιακά μετά τον εμφύλιο πόλεμο, υπονόμευσε όλες τις προσπάθειες εκσυγχρονισμού της χώρας και οδήγησε όχι μόνο σε αποβιομηχάνιση την οικονομία μας αλλά και σε πλήρη μαρασμό και σήψη. Στη μεταπολεμική Ελλάδα ο αναξιοκρατικός μέσω του κόμματος ή του βουλευτή διορισμός στο Δημόσιο ήταν κοινωνικά αποδεκτός ενώ το όραμα μιας επιχειρηματικής προσπάθειας συνώνυμο της αρπαχτής και της απάτης. Κάποτε, συνειδητοποιώντας αυτή την συλλογική παράνοια, ακόμη και αυτός ο Λεωνίδας Κύρκος στηλιτεύοντας το κρατικιστικό παρελθόν της Αριστεράς, χαρακτήρισε την υπερβολική συγκέντρωση του κράτους και τον διορισμό στο δημόσιο «βάθρο του συντηρητισμού της κοινωνίας και πολεμικό αντίπαλο των νέων ιδεών της Αριστεράς» («Ποια Αριστερά;», σελ. 33). Η συντριπτική πλειονότητα των πολιτικών και των διανοουμένων μας δεν μπόρεσε να αντιληφθεί ότι όταν δεν ενισχύουμε τη νόμιμη απόκτηση πλούτου, αντιθέτως την αποθαρρύνουμε στιγματίζοντας ή ποινικοποιώντας την ατομική επιτυχία, την προσωπική δημιουργία, το νόμιμο κέρδος, την επιχειρηματική ικανότητα, εξιδανικεύοντας την ίδια στιγμή την τεμπελιά, τη ραθυμία, τη σπατάλη –με τα λεφτά των άλλων–, στο τέλος θα υπονομεύσουμε την πραγματική οικονομία και θα οδηγηθούμε στην ενίσχυση μόνο του παράνομου πλούτου. Εκείνου δηλαδή του πλουτισμού που προέρχεται από τους πολυδαίδαλους μηχανισμούς της διαφθοράς και αποκτάται μέσω της «καλολαδωμένης» για τέτοιες δουλειές κρατικής μηχανής και του θεσμικού υποβάθρου της, το οποίο έχει πολύ μεθοδικά –και όχι πάντοτε ηθελημένα– εξυφάνει η γραφειοκρατία. Το ανεξέλεγκτο κομματικό σύστημα, οι ΔΕΚΟ, η γραφειοκρατία και ο κρατικός παρεμβατισμός είναι οι υποδοχείς της ανηθικότητας και του άνομου πλουτισμού. Κάποτε ένας πραγματικός διανοούμενος, ο αξέχαστος Μάρκος Δραγούμης έγραψε «όπου υποχωρούν οι νόμοι της αγοράς, εγκαθιδρύονται οι νόμοι της εξαγοράς».

Στην παράφωνη αυτή μεταπολεμική λαίλαπα των κρατιστών υπήρξαν λίγες θαρραλέες φωνές που τόλμησαν με παρρησία να εκφράσουν τις αντιρρήσεις τους, όπως για παράδειγμα ο Κυριάκος Βαρβαρέσος, ο οποίος στην έκθεσή του για την ελληνική οικονομία το 1952 με τίτλο «Έκθεσις επί του οικονομικού προβλήματος της Ελλάδος» (2η έκδοση, Σαββάλας 2002) πρότεινε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

α) Μείωση των δημοσίων υπαλλήλων (σύμφωνα με τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδος 54.909 το 1940, 72.671 το 1952),

β) προσλήψεις με αποκλειστικό κριτήριο τις γνώσεις και τις ικανότητες σε συνδυασμό με τις ανάγκες του Δημοσίου και όχι προσλήψεις για μείωση της ανεργίας,

γ) περιορισμό της αυθαιρεσίας των εφοριακών και των υπολοίπων δ.υ.,

δ) συνδυασμό του μισθού τους με πριμ αποδοτικότητας,

ε) μείωση της σπατάλης στο Δημόσιο αφού οι δ.υ. σπαταλούν «τον ιδρώτα του φορολογουμένου και όχι ενός αοράτου όντος».

Ο Βαρβαρέσος κατέληγε «Είμαι απολύτως πεπεισμένος ότι και εις το μέλλον ουδεμία πραγματική βελτίωσις των οικονομικών της χώρας θα καταστεί δυνατή, εφ’ όσον δεν αντιμετωπίζεται το βασικόν τούτο πρόβλημα της πλημμελώς λειτουργούσης διοικητικής μηχανής».

Δυστυχώς ο Βαρβαρέσος δεν εισακούστηκε, με αποτέλεσμα να οδηγηθούμε στη σημερινή δραματική κατάσταση. Οι προτάσεις του όμως είναι περισσότερο επίκαιρες σήμερα από την εποχή που πρωτοπαρουσιάστηκαν.

Ενδεικτικά αυτής της αχαλίνωτης εξέλιξης του κράτους είναι και όσα γράφει σε εμπιστευτική επιστολή του προς τον τότε πρωθυπουργό Ανδρέα Γ. Παπανδρέου –που έφερε στο φως της δημοσιότητας ο Νίκος Νικολάου (2008)– ο Απόστολος Λάζαρης το 1988:

«Τώρα, εκ των υστέρων, έγινε φανερό πως με τις προσλήψεις που κάναμε, και προ πάντων με τον τρόπο που τις κάναμε, όχι μόνο δεν βελτιώσαμε την ποιότητα της διοίκησης στο δημόσιο και στους διαφόρους οργανισμούς και στις τράπεζες, αλλά τη χειροτερέψαμε ακόμα πιο πολύ.».

Για τις προσλήψεις που πολλαπλασιάστηκαν μετά το 1981 ενώ η κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου (πρότυπο αμφοτέρων, του κ. Καραμανλή του νεότερου και του κ. Τσίπρα) διέλυσε πλήρως την οργάνωση και την ιεραρχία του Δημοσίου, ο Λάζαρης γράφει:

« ... το μισθολόγιο και το βαθμολόγιο (...) ενώ συνέβαλλαν στην αύξηση των ανελαστικών κονδυλίων του προϋπολογισμού, δεν δημιούργησαν την ευκαιρία για βελτίωση της παραγωγικότητας, αντίθετα διαιώνισαν τη γραφειοκρατική αδιαφορία και εξαφάνισαν τα κίνητρα για υπαλληλική σταδιοδρομία».

Το πρόβλημα της χώρας μας είναι το κράτος. Η οικονομία έχει τεράστιες δυνατότητες, αρκεί να απελευθερωθεί από τον κρατικό έλεγχο που επιβάλλουν η αντιδραστική γραφειοκρατία, οι συντεχνίες και τα συνδικάτα του Δημοσίου, οι κρατικοδίαιτοι επιχειρηματίες και οι μεσίτες όλων αυτών, οι πολιτικοί.

Η καλύτερη επιδότηση για τις δημιουργικές και όχι για τις παρασιτικές δυνάμεις της αγοράς είναι η αποχή του κράτους από τα πόδια της οικονομίας, η μείωση του δημοσίου τομέα, των γραφειοκρατικών εμποδίων στην επιχειρηματικότητα, της υψηλής και άδικης φορολογίας. Το κρατικοδίαιτο οικονομικό μοντέλο του ελληνικού παρασιτικού, παρεοκρατικού και μονοπωλιακού καπιταλισμού έχει ήδη καταρρεύσει. Καιρός να αντιληφθεί και ο κ. Μανιτάκης ότι, όταν κάποιος έχει πάθει γάγγραινα του κόβεις το άρρωστο πόδι (μειώνεις το δημόσιο) όχι το υγιές (ιδιωτικό τομέα).



Δημοσιεύτηκε στις 8/4/2013 στο www.capital.gr

http://www.capital.gr/News.asp?id=1768417

Τετάρτη 20 Μαρτίου 2013

To Eurogroup αποσταθεροποιεί την Ευρώπη*


Η απόφαση του Eurogroup για φορολόγηση των καταθέσεων στις Κυπριακές τράπεζες απειλεί με αποσταθεροποίηση το οικοδόμημα του Ευρώ. Όπως πάντα, o κύριος λόγος είναι ότι η κυβερνητική παρέμβαση για θεραπεία ενός προβλήματος δημιουργεί μια σειρά από νέα μεγαλύτερα και απροσδόκητα προβλήματα. Θα εξηγήσουμε τι εννοούμε μετά από μια σύντομη περιγραφή του ρόλου των τραπεζών στη διαδικασία της δημιουργίας χρήματος.

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (EKT) διαθέτει ένα προνόμιο που της έχουν παραχωρήσει τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης. Αυτό είναι το μονοπώλιο της έκδοσης του ευρώ. Οι ποσότητες ευρώ που εκδίδει διοχετεύονται στις εμπορικές τράπεζες, οι οποίες με την σειρά τους τις διοχετεύουν στις αγορές, υποχρεούμενες να διακρατούν σε ρευστή μορφή ένα μικρό ποσοστό των δανείων που παρέχουν απ’ αυτήν την πηγή για να εξασφαλίζονται έναντι μιας απροσδόκητης αύξησης της ζήτησης μετρητών. Αυτή η διαδικασία συνεπάγεται ότι οι εμπορικές τράπεζες συμμετέχουν στη δημιουργία χρήματος και γι’ αυτό υπόκεινται στον έλεγχο της ΕΚΤ ώστε να καλύπτονται απ’ αυτήν έναντι των καταθετών με την εμπιστοσύνη της δύναμης που διαθέτει. Όμως, οι εμπορικές τράπεζες λειτουργούν ταυτόχρονα και ως επενδυτικές τράπεζες με την έννοια ότι συλλέγουν τις αποταμιεύσεις και μ’ αυτές χρηματοδοτούν βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες επενδύσεις οι οποίες δεν είναι εύκολα ρευστοποιήσιμες. Έτσι δημιουργείται ένα πρόβλημα. Αυτό είναι ότι, ενώ καλύπτονται από την ΕΚΤ ως εμπορικές τράπεζες για τους κινδύνους που πηγάζουν από τη συμμετοχή τους στην δημιουργία χρήματος, δεν καλύπτονται από τους κινδύνους που αναλαμβάνουν ως επενδυτικές τράπεζες. Αυτό φυσικά είναι κοστοβόρο να το γνωρίζουν οι μικροί καταθέτες και γι’ αυτό λαμβάνεται πρόνοια ώστε αυτοί να εξασφαλίζονται με την εγγύηση κάποιου απόλυτα φερέγγυου θεσμού. Στις ΗΠΑ για παράδειγμα αυτός ο θεσμός είναι η Εταιρεία Ομοσπονδιακής Ασφάλισης των Καταθέσεων (FDIC), ο οποίος επιτρέπει να πτωχεύουν εμπορικές τράπεζες που αναλαμβάνουν εξαιρετικά υψηλούς επενδυτικούς κινδύνους, αλλά χωρίς οι μικροί καταθέτες να χάνουν τις καταθέσεις τους.  
Στην Ευρώπη δεν υπάρχει ένας παρόμοιος θεσμός, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται σοβαρές παρενέργειες. Μια τέτοια παρενέργεια είναι ότι οι καταθέτες στις Ευρωπαϊκές τράπεζες μένουν με την σφαλερή αντίληψη ότι οι καταθέσεις τους είναι γενικά και απεριόριστα εγγυημένες από την ΕΚΤ. Στο πλαίσιο αυτών των επισημάνσεων, ας έλθουμε τώρα στην αποτίμηση  των συνεπειών της απόφασης του Eurogroup για γενικό «κούρεμα» των καταθέσεων στις Κυπριακές τράπεζες.
1.   Πέραν από τη σύγχυση που έχει προκαλέσει με την πολιτική της η ΕΚΤ όσον αφορά τους κινδύνους των τραπεζών που καλύπτει ή δεν καλύπτει,  από  δηλώσεις κυβερνητικών αξιωματούχων της Ευρωζώνης ήταν σαφές μέχρι το Σάββατο ότι γενική φορολόγηση των καταθέσεων αποκλειόταν. Γι’ αυτό, η απόφαση του Eurogroup, ανεξάρτητα αν και πώς θα εφαρμοστεί, διέρρηξε οριστικά τη σχέση εμπιστοσύνης που καλλιέργησαν οι κυβερνήσεις της Ευρωζώνης και η ΕΚΤ για το σύνολο των τραπεζών όλων ανεξαιρέτως των χωρών της.
2. Η απόφαση του Eurogroup καταστρέφει ολοκληρωτικά μια οικονομία και στην καλύτερη περίπτωση της επιβάλλει ριζικό οικονομικό αναπροσανατολισμό. Δεν δικαιούται να το πράξει ειδικώς όταν η Κύπρος έξι χρόνια πριν γινόταν μέλος της Ευρωζώνης με πανηγυρισμούς και διθυράμβους. Το γενικό “κούρεμα” των καταθέσεων δεν δικαιολογείται ούτε ως ποινή προς τις κυπριακές τράπεζες, αφού οι τελευταίες ακολούθησαν ως προς τα στοιχεία του ενεργητικού τους την πλέον συντηρητική από την τραπεζική οπτική πολιτική, τούτο το έπραξαν υπό τις ευλογίες της ΕΚΤ, και επίσης δεν έπραξαν τίποτε διαφορετικό απ΄ ό,τι έπραξε το σύνολο σχεδόν των υπολοίπων ευρωπαϊκών τραπεζών.
3. Ακούμε να προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι το τραπεζικό σύστημα στην Κύπρο είναι πολύ μεγάλο σε σχέση με την οικονομία και ότι θα πρέπει να μικρύνει. Αλλά γιατί δεν προβληματίζει το γεγονός ότι σε μια σειρά από χώρες το μέγεθος της οικονομίας είναι αντιστρόφως ανάλογο του μεγέθους του τραπεζικού συστήματος ( Ελβετία, Λουξεμβούργο, Λιχτενστάϊν) και αυτό δεν αποτελεί σε καμμιά περίπτωση αδυναμία γι΄αυτές. Υποπτευόμαστε ότι μια τέτοια παρέμβαση νοθεύει τον από κάθε άποψη θεμιτό ανταγωνισμό των τραπεζικών συστημάτων και σε κάθε περίπτωση δεν γίνεται για να διορθωθούν διαρθρωτικές  στρεβλώσεις.
4. Επίσης ακούμε να προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι το τραπεζικό σύστημα στην Κύπρο μετατράπηκε σε πλυντήριο μαύρου χρήματος και ότι συνεπώς πρέπει να εφαρμοστούν άτεγκτα οι κείμενοι νόμοι της Ε.Ε. Συμφωνούμε απολύτως. Αλλά εμείς είχαμε μείνει με την εντύπωση ότι Κυπριακές Τράπεζες βρίσκονταν υπό την εποπτεία και το συνεχή έλεγχο της ΕΚΤ. Αν οι υπηρεσίες και οι ελεγκτικοί μηχανισμοί της τελευταίας δεν κατάφεραν να περιορίσουν τις παράνομες πρακτικές που αποδίδονται σήμερα στις Κυπριακές τράπεζες, η ευθύνη είναι της ΕΚΤ.
5. Ο κ. Σόιμπλε σε δήλωσή του επέρριψε την φαεινή ιδέα του γενικού κουρέματος των καταθέσεων στην Κυπριακή κυβέρνηση και στην ΕΚΤ. Είναι πραγματικά λυπηρό να μην αντιλαμβάνεται πόσο καταλυτική μπορεί να αποδειχθεί για την Ευρωζώνη από οπουδήποτε και εάν προήλθε. Ως Υπουργός Οικονομικών της ηγέτιδας δύναμης της Ευρωζώνης όφειλε να την έχει απορρίψει ασυζητητί.

Η απόφαση αυτή με οικονομικά κριτήρια είναι εσφαλμένη και δεν είναι δυνατόν κάτι τέτοιο να διαφεύγει από την έμπειρη και ικανή ηγεσία του Eurogroup. Συνεπώς εφόσον δεν υπάρχει κάποια οικονομική λογική στο γενικό «κούρεμα» των καταθέσεων τότε αυτό υπαγορεύτηκε από λόγους πολιτικής σκοπιμότητας, την οποία δεν είμαστε σε θέση αυτή τη στιγμή να γνωρίζουμε.

Ο πειρασμός του κρατικού παρεμβατισμού αποσταθεροποιεί στην πραγματικότητα την Ε.Ε. αφού καταργεί την αξιοπιστία του τραπεζικού της συστήματος, νοθεύει τη φυσιογνωμία της ως ελεύθερης οικονομίας και  περιορίζει την ελευθερία των συναλλαγών. Γι΄αυτό, πολύ σύντομα αναμένουμε να οδηγήσει σε μαζική έξοδο ξένων κεφαλαίων που εδώ και μερικές δεκαετίες την εμπιστεύτηκαν.

* Το άρθρο αυτό γράφτηκε από τους Γιώργο Μπήτρο και Τάσο Αβραντίνη και δημοσιεύτηκε  στην Καθημερινή, στις 20 Μαρτίου 2013.

Παρασκευή 15 Μαρτίου 2013

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΙ ΦΟΡΟΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΗ ΚΡΙΣΗ


Προχθές η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ) ανακοίνωσε την πρώτη εκτίμησή της για το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν του 2012. Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποίησε προκύπτει ότι το ΑΕΠ μειώθηκε το 2012 σε σχέση με το 2011 κατά 7,1%. Σε ονομαστικούς όρους ανήλθε σε 193,7 δις € έναντι 208,5 δις € το 2011.
Σ΄αυτό συνετέλεσε σημαντικά και η δραματική συρρίκνωση της οικοδομικής δραστηριότητας κατά το 2012. Η οικοδομική δραστηριότητα μειώθηκε σε σχέση με τον προηγούμενο χρόνο κατά 29%, ενώ ο βιομηχανικός δείκτης υποχώρησε τον Ιανουάριο του 2013 κατά 4,8%.
Μια πολύ κρίσιμη παράμετρος είναι ότι τα έσοδα από τη φορολογία μειώθηκαν σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ περίπου κατά 8% (φόροι επί των προϊόντων, της παραγωγής και των εισαγωγών). Αν ανατρέξουμε στα απολογιστικά στοιχεία του Υπουργείου Οικονομικών για το 2011 διαπιστώνουμε ότι η φορολογία φυσικών και νομικών προσώπων παρά την πρωτοφανή φοροκαταιγίδα απέδωσε μόλις 14 δις €, δηλαδή μόλις 7%.
Το 2013 τα πράγματα θα χειροτερέψουν. Τα έσοδα του κράτους από τη φορολογία θα παρουσιάσουν μεγάλη απόκλιση από τα προϋπολογισθέντα, όπως εμμέσως ή αμέσως καταλαβαίνει κανείς από τις δηλώσεις των διαφόρων κυβερνητικών αξιωματούχων. Ίσως υπάρξει μια αύξηση των εσόδων από τη φορολογική αφαίμαξη των ιδιοκτητών ακινήτων (έχουν προϋπολογισθεί 3,8 δις €), η οποία όμως ευθύνεται για την καθίζηση της οικοδομικής δραστηριότητας. Αλλά και γενικότερα η υπέρμετρη φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας θα έχει συνολικά για την οικονομία καταστροφικά αποτελέσματα.
Η μεγάλη φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας σε συνδυασμό με τη μεγάλη και άδικη φορολογία εισοδήματος οδηγεί σε απόγνωση μεγάλο αριθμό ιδιοκτητών και περισσότερο απ΄όλους τους πιο συνεπείς φορολογούμενους. Δεδομένου ότι, η δυνατότητα ρευστοποίησης ακινήτων εξαιτίας της κατάρρευσης της αγοράς είναι εξαιρετικά δύσκολη και ότι στη συντριπτική πλειονότητα των φορολογουμένων δεν προκύπτει πλέον κανένα κέρδος από την εργασία τους, αυτοί θα αναγκαστούν να αποπληρώσουν τους φόρους από το πλεόνασμα του εισοδήματος προηγουμένων ετών. Να αποσύρουν δηλαδή αναγκαστικά τις τραπεζικές καταθέσεις τους.
Για την οικονομία της συζήτησης ξεπερνώ το γεγονός ότι κατ΄αυτόν τον τρόπο το κράτος φορολογεί το εισόδημα των συνεπών φορολογουμένων για πολλοστή φορά, αφού έχει προηγηθεί η κανονική φορολόγησή του, η περαίωση, η έκτακτη εισφορά, η εισφορά αλληλεγγύης κοκ..
Το χειρότερο είναι ότι η απόσυρση των καταθέσεων για να πληρωθούν φόροι θα επιφέρει νέα μεγάλη μείωση στην παραγωγή και στο ΑΕΠ της χώρας, κυρίως διότι τα υπολείμματα των καταθέσεων (σήμερα ανέρχονται περίπου στα 165 δις €) χρησιμοποιούνται κατά ένα μέρος, από το τραπεζικό σύστημα για το δανεισμό των επιχειρήσεων, για να υπάρχει δηλαδή πραγματική οικονομία. Επιπροσθέτως εάν αφαιρεθεί -στην καλύτερη περίπτωση- 1 με 1,5 δις € από τις τραπεζικές καταθέσεις, οι τράπεζες θα αντιμετωπίσουν σοβαρό πρόβλημα διότι το ποσό αυτό θα αναγκαστούν να το δανειστούν είτε από την ΕΚΤ είτε από το μηχανισμό παροχής έκτακτης ενίσχυσης ρευστότητας (ELA) της Τράπεζα της Ελλάδος, με απαγορευτικά στην τελευταία περίπτωση, επιτόκια.
Η αποστέρηση αυτών των χρημάτων από την πραγματική οικονομία υπέρ της διατήρησης ενός παρασιτικού, υδροκέφαλου και πελατειακού κράτους (crowding out) θα οδηγήσει χιλιάδες επιχειρήσεις σε κλείσιμο και εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους στην ανεργία.

Δυστυχώς η τρικομματική κυβέρνηση και οι οικονομικοί φωστήρες της αγνοούν εγκληματικά τα πορίσματα της οικονομικής επιστήμης, τα εμπειρικά και αναλυτικά δεδομένα και εμμένουν στον παραλογισμό της υψηλής φορολογίας που οδηγεί την οικονομία σε ύφεση και ανεργία, τα δημόσια έσοδα σε δραματική υστέρηση και σε τελική ανάλυση σε αδυναμία εξυπηρετησης του δημοσίου χρέους.

Θα θυμίσω μια ιστορία που αποκάλυψε ο Jude Wanniski, αρθρογράφος της The Wall Street Journal[i]. Το χειμώνα του 1974, ο Arthur Laffer, καθηγητής τότε στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, παρευρέθη σε δείπνο με τον Donald Rumsfeld, υπεύθυνο του πολιτικού γραφείου του Προέδρου Ford, τον Dick Cheney, αναπληρωτή του Rumsfeld και τον Wanniski. Κατά το Wanniski ο Laffer σε μια χαρτοπετσέτα σχεδίασε την περίφημη καμπύλη Laffer, αναπαριστώντας τη σχέση μεταξύ φορολογικών συντελεστών και φορολογικών εσόδων.
Η θεωρία του Λάφφερ εξηγεί ότι όταν το κράτος αυξάνει τους φορολογικούς συντελεστές του από κάποιο ποσοστό και πάνω δεν αποκομίζει αντίστοιχα έσοδα. Μερικοί φορολογούμενοι επιβραδύνουν την δραστηριότητά τους, μερικοί μετακινούνται στη δικαιοδοσία κάποιου άλλου περισσότερου φιλικού  κράτους και κάποιοι οδηγούνται στη φοροδιαφυγή. Αντιθέτως η μείωση των φόρων ενισχύει τα κίνητρα των ατόμων να εντείνουν την επαγγελματική τους προσπάθεια με αποτέλεσμα να αυξάνεται η παραγωγικότητα, το ΑΕΠ και τα δημόσια έσοδα[ii].

Θυμίζω ότι ο μεγαλύτερος εταίρος αυτής της κυβέρνησης η ΝΔ είχε προεκλογικώς εξαγγείλει τη μείωση της φορολογίας. Με διάφορες προφάσεις η κυβερνητική ΝΔ μεταθέτει τη μείωση των φόρων στο απώτερο μέλλον. Στο μέλλον όμως που έχει στο μυαλό της η ΝΔ η οικονομία μας μάλλον θα έχει αποβιώσει.
Η κυβέρνηση στο σύνολό της πρέπει να αντιληφθεί ότι η δραστική μείωση των φόρων δεν θα έχει μόνο θετικό αντίκτυπο στην ελληνική οικονομία, το σημαντικότερο είναι ότι θα σηματοδοτήσει μια μεγάλη ανατροπή των σχέσεων ανάμεσα στο κράτος και την αγορά, ανάμεσα στην ιδιωτική πρωτοβουλία και τον δημόσιο τομέα.
Η μείωση των φόρων είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάπτυξη της χώρας.


[i] http://www.nationalaffairs.com/public_interest/detail/taxes-revenues-and-the-laffer-curve
[ii] Arthur Laffer, The Laffer Curve: Past, Present and Future, Executive Summary Backgrounder, The Heritage Foundation, 2004 (http://www.heritage.org/research/reports/2004/06/the-laffer-curve-past-present-and-future).

Δημοσιεύτηκε στο capital.gr στις 15/3/2013 http://www.capital.gr/News.asp?id=1751773 

Πέμπτη 7 Μαρτίου 2013

Παρέμβαση Γιώργου Μπήτρου στη συζήτηση για τον προϋπολογισμό της Ε.Ε.

Στην πολύ εποικοδομητική και γόνιμη συζήτηση που είχαμε την περασμένη εβδομάδα για τον προϋπολογισμό της Ε.Ε. με τον καλό φίλο Θόδωρο Σκυλακάκη παρενέβη χθες και ο καθηγητής Γιώργος Μπήτρος.
Σας παραθέτω το εξαιρετικό από κάθε άποψη άρθρο του κορυφαίου έλληνα οικονομολόγου και επικεφαλής του ψηφοδελτίου Επικρατείας της Δημοκρατικής Συμμαχίας στις εκλογές της 6ης Μαϊου 2012.
http://bit.ly/W7vFyv

Παρασκευή 1 Μαρτίου 2013

H χώρα χρειάζεται αλλαγή πορείας


Ο κ. Στουρνάρας διαβεβαιώνει ότι δεν πρόκειται να υπάρξουν απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων. Φαντάζομαι ότι αυτή είναι και η θέση της κυβέρνησης.
Με τα μυαλά αυτά δεν υπάρχει καμμιά πιθανότητα η δημοσιονομική προσαρμογή να επιτύχει, η ελληνική οικονομία να ανακάμψει και να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας. Με τα μυαλά αυτά οδηγούμαστε στην καταστροφή.
Δύο κυρίως συνταγές δημοσιονομικής προσαρμογής γνωρίζουμε. Η πρώτη είναι η σοσιαλδημοκρατική, αυτή που ακολουθεί η χώρα και στηρίζεται ως επί το πλείστον στην αύξηση των φόρων.
Αυτή ήταν και η πολιτική που εισηγήθηκαν στους δανειστές μας όλες οι κυβερνήσεις (Παπανδρέου, Παπαδήμου, Σαμαρά) από το 2010 μέχρι σήμερα. Την ίδια ή μάλλον χειρότερη φορομπηχτική πολιτική εισηγούνται και οι φαιοκόκκινες αντιμνημονιακές δυνάμεις -είτε εντός είτε εκτός μνημονίου, είτε με ευρώ είτε με δραχμή-. Το χέρι στην τσέπη των φορολογουμένων. Όλοι αυτοί αντλούν τη δύναμή τους από το πανίσχυρο κράτος και το τεράστιο πλέγμα των πελατειακών σχέσεων που το στηρίζει. Δεν τολμούν να θίξουν τις ιερές αγελάδες του υδροκέφαλου δημοσίου, με αποτέλεσμα αυτές να απομυζούν όλον τον παραγώμενο από τον ιδιωτικό τομέα πλούτο κι επειδή αυτός δεν φτάνει πια, βάζουν απροκάλυπτα χέρι και στον αποταμιευμένο πλούτο των πολιτών σε καταθέσεις και ακίνητα.
Η δεύτερη συνταγή είναι η φιλελεύθερη, υποστηρίζει ότι τα προγράμματα δημοσιονομικής εξυγίανσης που επιτυγχάνουν είναι σύμφωνα με τη διεθνή εμπειρία και την ογκώδη βιβλιογραφία εκείνα που στηρίζονται στη δραστική μείωση των δαπανών και όχι στην αύξηση των φόρων. Η μείωση των δαπανών αν συνδυαστεί με διαρθρωτικες αλλαγές έχει θετική επίπτωση στην αύξηση του ΑΕΠ και σε κάθε περίπτωση δεν οδηγεί σε κατακόρυφη μείωσή του, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της αύξησης των φόρων, όπου το διαρθρωτικό έλλειμμα τροφοδοτείται και από το έλλειμμα που δημιουργείται από την ύφεση.
Έχω πολλές φορές εξηγήσει ότι η λύση είναι η δραστική μείωση του δημοσίου τομέα με μαζικές καταργήσεις άχρηστων δημοσίων φορέων και η απόλυση τουλάχιστον 150.000 δημοσίων υπαλλήλων σε συνδυασμό όμως με μεγάλες διαρθρωτικές αλλαγές, δραστική μείωση της φορολογίας, σαρωτικές ιδιωτικοποιήσεις, άνοιγμα των αγορών, πόλεμο εναντίον της γραφειοκρατίας και της πολυνομίας, μηδενική φορολόγηση για κάποιο χρονικό δάστημα και αποτελεσματική προστασία όλων των αμέσων επενδύσεων (λ.χ. http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_3_14/10/2012_498730).
Με υψηλή φορολογία, με πελατειακό και γραφειοκρατικό κράτος, με καχυποψία προς τις επενδύσεις, με απουσία ανταγωνισμού σε πολλούς κλάδους της οικονομίας, η οικονομική ανάκαμψη θα παραμένει ζητούμενο ενώ η χώρα θα βυθίζεται ολοένα και περισσότερο.
Είναι ώρα για αλλαγή πορείας.

Οι δύο κανόνες

                              Από τα διδάγματα της ιστορίας μπορούμε να κατανοήσουμε τη σημασία που έχουν τα καλά δημόσια οικονομικά για την...