Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2013

Aμ έπος αμ έργον


Στην πρόσφατη συνέντευξή του ο Πρωθυπουργός ανακοίνωσε ότι εξετάζει την πρόταση να περάσει ο φόρος ακινήτων στους Δήμους – αλλά δεν το έχει συζητήσει ακόμη με την τρόικα, ούτε με τον κ. Στουρνάρα, προσθέτω εγώ. Η δήλωση του Πρωθυπουργού είναι επί της αρχής σωστή, αρκεί να εφαρμοστεί και να μην εγκαταλειφθεί, όπως συνέβη με άλλες εξαγγελίες του κόμματός του για μείωση της φορολογίας και απλοποίηση του φορολογικού συστήματος.
Λησμόνησε βεβαίως να αναφέρει ότι η πρόταση αυτή που ο ίδιος για πρώτη φορά εξετάζει σήμερα, έχει εδώ και χρόνια κατατεθεί στον δημόσιο διάλογο από τον Στέφανο Μάνο[i] και είναι εδώ και χρόνια βασική πρόταση του φορολογικού προγράμματος της Δράσης.[ii] Την πρόταση αυτή υποστήριξαν πρόσφατα δημοσίως με δηλώσεις τους και οι δήμαρχοι Αθήνας και Θεσσαλονίκης, που υποστηρίχθηκαν και από τη Δράση.
Είναι πάντως θετικό ότι ο Πρωθυπουργός της χώρας υιοθετεί την πρότασή μας έστω κι αν δεν αναφέρει την πατρότητά της. Αρκεί μόνο, ξαναγράφω, να την εφαρμόσει και να μη μείνει κι αυτή «στο ράφι».
Επίσης, η εφαρμογή της πρότασης χρειάζεται μεγάλη προσοχή για να μην καταλήξουμε να έχουμε έναν ακόμη φόρο. Πρέπει να γίνει σαφές, ότι δεν προτείνεται η εισαγωγή ενός ακόμη φορολογικού βάρους αλλά η κατάργηση κάθε κρατικής χρηματοδότησης προς τους ΟΤΑ, η κατάργηση των πάσης φύσεως φόρων και τελών που επιβαρύνουν την ακίνητη περιουσία και η αντικατάστασή τους σε επίπεδο Περιφέρειας και Δήμων με ένα μόνο τέλος στην εντός σχεδίου ακίνητη περιουσία που θα είναι ανταποδοτικό των υποδομών και των υπηρεσιών που της προσφέρονται από τους Δήμους. Το τέλος αυτό θα στηρίζεται αποκλειστικά στην επιφάνεια των ιδιοκτησιών και τον συντελεστή δόμησης (όχι στην αξία των ακινήτων), θα είναι απλούστατο στον υπολογισμό του, θα μπορεί να διαφέρει από Δήμο σε Δήμο και συνεπώς θα μπορεί να ελεγχθεί από τους δημότες κάθε περιοχής. Οι δημότες θα ελέγχουν πλέον αποτελεσματικά το πού πηγαίνουν και πώς ξοδεύονται τα χρήματά τους.
Η πρόταση της Δράσης είναι από κάθε άποψη επαναστατική, γιατί ταυτοχρόνως επιτυγχάνει τα εξής:
α) ανακουφίζει τον προϋπολογισμό καθώς καταργεί την κρατική χρηματοδότηση στους Δήμους και στις Περιφέρειες (περίπου 2,7 δισ. για το 2014),
β) μειώνει τη συνολική επιβάρυνση των πολιτών αφού καταργεί όλους τους φόρους, τέλη και λοιπές επιβαρύνσεις στην ακίνητη περιουσία,
γ) καταργεί τα δημοτικά τέλη που εισπράττονται μέσω των λογαριασμών της ΔΕΗ
δ) μεταφέρει αποκλειστικά την ευθύνη της συνετής και χρηστής διοίκησης στους τοπικούς άρχοντες και τους εξαναγκάζει υπό την πίεση των δημοτών τους και της μικρότερης χρηματοδότησης που θα έχουν να περιορίσουν δραστικά τις δαπάνες τους,
ε) καθιστά τον έλεγχο της οικονομικής διαχείρισης των Δήμων αποτελεσματικό από τους δημότες και συγχρόνως επιτρέπει στους πολίτες τη σύγκριση της πολιτικής επιβολής τελών διαφορετικών Δήμων,
στ) δίνει στις τοπικές κοινωνίες το δικαίωμα να καθορίζουν αυτές το ύψος του ανταποδοτικού τέλους που θα πληρώνουν, και
ζ) αποκαθιστά την αρχή της φορολογικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη λογική φορολόγηση μόνο της πραγματικής προσόδου κάποιου περιουσιακού δικαιώματος και όχι του πυρήνα του.

Δημοσιεύτηκε στο capital.gr στις 8/11/2013 http://www.capital.gr/News.asp?id=1903886

Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2013

Υπεύθυνοι της ύφεσης τα κόμματα του πελατειακού τόξου

Το ότι η χώρα μας τήρησε στο ακέραιο τις προβλεπόμενες στο μνημόνιο υποχρεώσεις της αλλά η τρόϊκα τάχα πιέζει για πρόσθετα μέτρα που δεν αντέχει άλλο ο ελληνικός λαός είναι άλλο ένα μεγάλο ψέμμα της κυβέρνησης, των απολύτως ελεγχόμενων απ΄αυτή μέσων ενημέρωσης και των λοιπών "συνοδοιπόρων" της, για να καλύψουν την τεράστια αποτυχία τους στην υλοποίηση των δεσμεύσεων που έχουν αναλάβει από το μνημόνιο. Τα μέτρα αυτά έχουν συμφωνηθεί τα περισσότερα το 2010 με το πρώτο μνημόνιο και τα υπόλοιπα με το δεύτερο μνημόνιο. 
Στις εκθέσεις συμμόρφωσης της τρόϊκα όλο αυτό τον καιρό αναγράφεται ξεκάθαρα η μη συμμόρφωση της χώρας με τις αναληφθείσες δεσμεύσεις της.
Ξαναγράφω κάτι που το έχω γράψει πολλές φορές. Το ΚΥΡΙΟ ΜΕΡΙΔΙΟ ΕΥΘΥΝΗΣ για την οικονομική εξαθλίωση, την ανεργία και την ύφεση έχουν οι ελληνικές κυβερνήσεις για τη συνειδητή επιλογή τους να μην μειώσουν το πελατειακό κράτος, το αίμα δηλαδή στις φλέβες του κατεστημένου κομματικού συστήματος.
Ασφαλώς διέπραξε λάθη η τρόϊκα και το μέγιστο λάθος της ήταν, ότι υποχώρησε στις λυσσαλέες αντιδράσεις των κυβερνώντων να αντιμετωπίσουν το έλλειμμα όχι με μείωση του υδροκέφαλου κράτους των πελατών αλλά με επιβολή εξοντωτικής για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις φορολογίας.
Ακούστε τους εκπροσώπους της τρόϊκα στην τελευταία τους συνέντευξη τύπου στις 11/2/2011, συνέντευξη που ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων, όταν υποστήριξαν μεταξύ άλλων ότι η κυβέρνηση Παπανδρέου δεν τήρησε όσα είχε συμφωνησει για αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις, στο άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων. Οι εκπρόσωποι της τρόϊκα στη συνέντευξή τους υποστήριξαν ένα σαρωτικό πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων που θα απέφερε μέχρι το 2015 50 δις €, ενώ επέμειναν, ότι είναι αναγκαία η μείωση των δαπανών του δημοσίου αντί των οριζόντιων μέτρων των φόρων και των περικοπών μισθών και συντάξεων.
Στις πικρές εκείνες αλήθειες των εκπροσώπων των δανειστών μας αντέδρασε σύσσωμο το κομματικό σύστημα, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, η αντιμνημονιακή τότε ΝΔ, το ΛΑΟΣ και σύμπασα η αριστερά σε όλες τις εκδοχές της.
Όπως επισημαίνει εύστοχα και η ΕΣΤΙΑ "Λίγοι έχουν συνειδητοποιήσει ότι η ημέρα εκείνη ήταν σταθμός για την περαιτέρω εξέλιξη της ελληνικής οικονομίας. Η άρνησις του πολιτικού μας συστήματος να κάνη αυτό που επέτασσε η λογική, είχε ως μοιραίο αποτέλεσμα την λήψη περαιτέρω οριζόντιων μέτρων -φορολογικών και περικοπής μισθών και συντάξεων- τα οποία ενέτειναν στο έπακρο την ύφεση."
Αν τους είχαν ακούσει και είχαν υιοθετήσει τις διαρθρωτικές αλλαγές που συμφωνήθηκαν το 2010 και μειώσει από το 2011 τον υπερμεγέθη δημόσιο τομέα, σήμερα θα είχαμε αποφύγει το κλείσιμο χιλιάδων επιχειρήσεων, θα είχαμε 400.000 λιγότερους ανέργους και θα είχαν δημιουργηθεί οι προϋποθέσεις ανάπτυξης που ακόμα αναζητούνται.
Όλη η συνέντευξη της τρόϊκα εδώ:
http://citypress-gr.blogspot.com/2011/02/blog-post_2368.html

Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2013

ΕΝΙΑΙΟΣ …ΦΟΝΟΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ


Η κυβέρνηση θα θέσει την ερχόμενη εβδομάδα σε διαβούλευση το νομοσχέδιο που προβλέπει την επιβολή του ενιαίου φόρου ακινήτων από το 2014. Ο ενιαίος φόρος θα προέλθει από συγχώνευση του ειδικού τέλους ακινήτου (ΕΕΤΑ) που εισπράττεται μέσω της ΔΕΗ και του ΦΑΠ. Επεκτείνεται μάλιστα η εφαρμογή του και σε οικόπεδα και αγροτεμάχια.
Το παράδοξο είναι ότι την υψηλή φορολογία στα ακίνητα είχε στηλιτεύσει προεκλογικά η ΝΔ ενώ και ο ίδιος ο Πρωθυπουργός είχε δεσμευθεί αφενός στην κατάργηση του ΦΑΠ και του «επαχθούς», όπως ορθότατα το αποκαλούσε, ΕΕΤΗΔΕ, αφετέρου στην επαναφορά του χαμηλότερου ΕΤΑΚ που είχε θεσπίσει η κυβέρνηση Καραμανλή.
Ανατρέχω στις προεκλογικές δεσμεύσεις της ΝΔ και του Πρωθυπουργού γιατί ο τελευταίος είχε περιγράψει τότε με τον καλύτερο τρόπο τις τραγικές συνέπειες της υψηλής φορολογίας στα ακίνητα, στο σύνολο της οικονομίας.
Ενώ λοιπόν αυτά τα σωστά έλεγε ο μεγαλύτερος εταίρος της σημερινής κυβέρνησης, όταν βρισκόταν στην αντιπολίτευση, σήμερα όχι μόνο δεν καταργεί τους φόρους εκείνους αλλά επεκτείνει την εφαρμογή τους και σε ακίνητα που δεν επιβαρύνονταν από τους προηγούμενους. Αυτή η λανθασμένη πολιτική δεν λαμβάνει υπόψη της πρώτα και κύρια το πραγματικό γεγονός της σοβαρής οικονομικής αδυναμίας της συντριπτικής πλειονότητας των πολιτών. Επίσης, με μαθηματική ακρίβεια θα οδηγήσει σε πλήρη κατάρρευση την κτηματαγορά, δηλαδή την ατμομηχανή μέχρι πριν από λίγο καιρό της ελληνικής οικονομίας από την οποία εξαρτώνται διακόσια και πλέον επαγγέλματα, και συνακόλουθα σε ακόμη μεγαλύτερη ύφεση, άρα σε περαιτέρω μείωση των εσόδων του κράτους και, το κυριότερο, σε τεράστιες κοινωνικές εντάσεις.
Επί της ουσίας –χωρίς να εξετάζεται η τρέχουσα φοροδοτική ικανότητα του πολίτη καθώς και το ότι όταν απέκτησε αυτός ένα ακίνητο το απέκτησε από φορολογημένο εισόδημα και πλήρωσε, ανάλογα με την αιτία της κτήσεως, φόρο μεταβίβασης ή φόρο κληρονομίας– το κάθε ακίνητο θα επιβαρύνεται από 1/1/2014 με όλους ή κάποιους από τους εξής φόρους:
1) Με τον Ενιαίο Φόρο Ακινήτων,
2) Με Δημοτικό φόρο,
3) Με Δημοτικά τέλη,
4) Με Τέλος Ακίνητης Περιουσίας,
5) Με Συμπληρωματικό φόρο εισοδήματος από οικοδομές,
6) Με Φόρο επί του τεκμαρτού εισοδήματος ιδιοκτησίας,
7) προκαταβολή φόρου για το επόμενο έτος,
8) Τέλος Χαρτοσήμου και εισφορά ΟΓΑ στο χαρτόσημο επί του εισοδήματος από οικοδομές.
Ακόμη στην περίπτωση της μεταβίβασης επιβάλλεται φόρος μεταβίβασης ενώ για τα πωλούμενα ακίνητα που αποκτήθηκαν μετά την 1/1/2013 επιβάλλεται φόρος υπεραξίας.
Θα αντιλέξουν κάποιοι ότι το δημοσιονομικό συμφέρον του κράτους σε περιόδους κρίσης υπερτερεί του ατομικού. Κάνουν μεγάλο λάθος. Εκείνο που ξεχνούν και κυρίως το ξεχνά και η κυβέρνηση είναι ότι παλιοί και νέοι φόροι δεν έχουν καμιά σχέση με τη φοροδοτική ικανότητα των φορολογουμένων αλλά και με τα δεδομένα της αγοράς ακινήτων.
Πρώτον, διότι τα περισσότερα ακίνητα σήμερα είτε αποφέρουν μειωμένο εισόδημα σε σχέση με το παρελθόν, το οποίο επίσης υπερφορολογείται, είτε δεν αποφέρουν καν εισόδημα.
Δεύτερον, διότι οι αντικειμενικές αξίες των ακινήτων, βάσει των οποίων υπολογίζονται είναι υπερδιπλάσιες των πραγματικών. Επισημαίνω κάτι το οποίο στο Υπουργείο Οικονομικών «λησμονούν», ότι οι αντικειμενικές αξίες δεν είναι μέσο επιβολής της φορολογίας, όπως λανθασμένα πιστεύεται, αλλά μέσο προσδιορισμού της φορολογητέας ύλης. Οι ιδιοκτήτες ακινήτων θα πληρώσουν λοιπόν το 2013 και πολύ περισσότερο το 2014 φόρο που δεν αντιστοιχεί σε υπαρκτή φορολογητέα ύλη. Η φορολογία θα είναι γι’ αυτούς εξουθενωτική. Με τις αγοραίες αξίες των ακινήτων να έχουν καταρρεύσει η διατήρηση των αντικειμενικών αξιών στα επίπεδα του 2007 ουσιαστικά οδηγεί σε διπλασιασμό ή και τριπλασιασμό της φορολογίας. Η διατήρηση των αντικειμενικών αξιών σε εξωπραγματικά επίπεδα τις καθιστά μοχλό δημεύσεως της περιουσίας των πολιτών. Επομένως, και ανεξάρτητα από την επιβολή του Ενιαίου Φόρου Ακινήτων, πρέπει η κυβέρνηση να προσαρμόσει άμεσα τις αντικειμενικές αξίες των ακινήτων στην πραγματικότητα της αγοράς.
Θα αναρωτηθείτε: ναι, αλλά τι θα γίνει με το δημοσιονομικό συμφέρον που επιβάλλει να δείξουμε πρωτογενές πλεόνασμα; Με υπερφορολόγηση των ακινήτων δεν πρόκειται να λυθεί το πρόβλημα. Η κυβέρνηση δεν θα εισπράξει το ποσό που περιμένει –το ομολογεί άλλωστε– όσο κι αν προσπαθήσει, γιατί πολύ απλά οι περισσότεροι ιδιοκτήτες ακινήτων δεν έχουν λεφτά να πληρώσουν τους φόρους τους και ταυτόχρονα εξαιτίας της δυσβάστακτης φορολόγησης της ακίνητης περιουσίας δεν υπάρχουν αγοραστές για να πουλήσουν τα ακίνητά τους.
Η παράλογη αυτή φορολογική πολιτική θα ακυρώσει στην πράξη τις προσπάθειες της κυβέρνησης να εκποιήσει την ακίνητη περιουσία του Δημοσίου. Όσο πιο υψηλούς φόρους επιβάλλει η κυβέρνηση τόσο περιορίζεται ο κύκλος των δυνητικών αγοραστών των δημοσίων ακινήτων και τόσο λιγότερα αναμένεται τελικώς να εισπράξει.
Εμμέσως με τη δημευτική φορολογία των ακινήτων, όπως πολλές φορές έχει γραφτεί, η κυβέρνηση φορολογεί τις όποιες καταθέσεις των ιδιοκτητών ακινήτων. Είναι επομένως άξιο απορίας γιατί ο Υπουργός Οικονομικών ...απορεί, γιατί οι καταθέσεις στις τράπεζες μειώνονται. Η απάντηση είναι ότι αυτές μετατρέπονται σε φόρους.
Η απόσυρση των καταθέσεων για να πληρωθούν οι φόροι των ακινήτων συνιστά ταυτόχρονα αφαίρεση ρευστότητας από την πραγματική οικονομία. Αυτό θα εντείνει και άλλο την οικονομική ύφεση και θα οδηγήσει σε απόγνωση εκατοντάδες χιλιάδες νοικοκυριά, σε κλείσιμο μερικές ακόμη δεκάδες χιλιάδες επιχειρήσεις, θα αυξήσει κι άλλο την ανεργία και δεν θα βοηθήσει το επιδιωκόμενο δημοσιονομικό αποτέλεσμα.
Όταν λοιπόν ακούω ότι θα υπάρξει ανάπτυξη μετά από νέα επαχθή φορολογικά μέτρα θυμάμαι την φράση του νομπελίστα Robert E. Lucas για τις προβλέψεις και τα οικονομετρικά μοντέλα της ομοσπονδιακής κυβέρνησης: «ξύνουν τα νύχια τους και βγάζουν προβλέψεις».

Δημοσιεύτηκε στις 14/10/2013 στο Capital.gr
http://www.capital.gr/News.asp?id=1888490

Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2013

My country right or wrong? *


Τον 19ο αιώνα οι περισσότεροι ιστορικοί έθεσαν τις υπηρεσίες τους στη νομιμοποίηση της διαδικασίας οικοδόμησης των εθνών-κρατών της εποχής εις βάρος βεβαίως της ιστορικής επιστήμης. Με βάση, λόγου χάρη, μια παρανάγνωση της ιστορίας του Παπαρρηγόπουλου η Ελλάδα θα μπορούσε να διεκδικήσει όλα τα εδάφη μέχρι τον Ινδικό Ωκεανό.
Με το πέρασμα των χρόνων οι ιστορικοί από τον …Ηρόδοτο πέρασαν στον Θουκυδίδη, συνειδητοποίησαν δηλαδή ότι η ιστορική αφήγηση δεν μπορεί να είναι φανταστική αφήγηση ούτε καν επιλεκτική παράθεση γεγονότων διανθισμένη με μύθους προκειμένου να εξυπηρετηθούν αλλότριοι της επιστήμης σκοποί. Με το πρόσχημα της επιστήμης δεν μπορεί να νομιμοποιούνται κρατικές επιδιώξεις που βαφτίζονται «εθνικό συμφέρον». Η ιστορία μιας χώρας δεν μπορεί να στηρίζεται σε ψέματα και η ιστορική επιστήμη δεν πρέπει να τα ανέχεται.
Πολλοί, οι περισσότεροι ίσως, κατηγορούν την ιστορικό και βουλευτή Μαρία Ρεπούση –ακόμη και το κόμμα της κράτησε αποστάσεις από τις θέσεις της– για τις αυτονόητες αλήθειες που κατά καιρούς έγραψε ή είπε σχετικά με γεγονότα που η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων πολιτών αγνοεί πλήρως ή έχει γι’ αυτά μια εντελώς διαστρεβλωμένη εικόνα. Κάνουν λάθος, η ιστορική αλήθεια δεν οφείλει να συσχετίζεται με το «εθνικό συμφέρον». Το τελευταίο δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια αόριστη αξιολογική έννοια που ο καθένας προσεγγίζει διαφορετικά.
Εάν μας ενδιαφέρει να είμαστε μια ευρωπαϊκή χώρα, όχι με την έννοια της συμμετοχής μας σε κάποια νομική ένωση κρατών αλλά ως μέτοχοι των κοινών αξιών που το ελευθερωτικό κίνημα σκέψης και συνειδήσεων που ονομάστηκε «Διαφωτισμός» ανακάλυψε στην αρχαία Ελλάδα, επαναδιατύπωσε και αποτελούν πλέον τη βάση του σύγχρονου ευρωπαϊκού πολιτισμού, οφείλουμε να συζητήσουμε με ειλικρίνεια για όλα εκείνα τα μελανά σημεία της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας και να τα αναθεωρήσουμε πριν αξιώσουμε από τους άλλους να κάνουν το ίδιο με τα δικά τους μελανά ιστορικά σημεία.
Παραδείγματος χάρη, δεν δεχόμαστε αυτό που πιστεύει η πλειονότητα, ότι η βυζαντινή ταυτίζεται με την ελληνική ιστορία. Όταν αποφεύγουν ακόμη και επιστήμονες να διατυπώσουν δημοσίως τέτοιες αυτονόητες αλήθειες, ποιος θα τολμούσε να επαναλάβει σήμερα αυτά που ο Ιάκωβος Ρίζος Νερουλός (μεταξύ άλλων υπουργός Εξωτερικών του Καποδίστρια και ιδρυτής της Αρχαιολογικής Εταιρείας) είπε σε επίσημη ομιλία του στην Ακρόπολη ότι «Η βυζαντινή ιστορία είναι αλληλένδετος σχεδόν και μακροτάτη σειρά πράξεων μωρών και αισχρών βιαιοτήτων τού εις το Βυζάντιον μετεμφυτευθέντος ρωμαϊκού Κράτους. Είναι στηλογραφία επονείδητος της εσχάτης αθλιότητος και εξουθενώσεως των Ελλήνων» (Κ.Θ. Δημαράς, «Νεοελληνικός Διαφωτισμός», εκδ. Ερμής, 1989, σελ. 117).
Πρέπει να πέσει πολύ χαμηλά ένας επαγγελματίας ιστορικός ώστε να κάνει το άσπρο μαύρο προκειμένου να ικανοποιήσει όσους καταναλώνουν μύθους, θρύλους και συνωμοσιολογίες αντί για την ιστορική αλήθεια. Κι αυτό δεν είναι εύκολο σε κανέναν επιστήμονα.
Πρόσφατα, λ.χ., η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ πολύ δυσαρέστησε το εθνικιστικό κοινό με όσα διατύπωσε δημοσίως σχετικά με την πτώση της «αυτοκρατορίας μας», αφού ο μύθος της «Κερκόπορτας» είναι πιο ισχυρός και διαδεδομένος κι από τον μύθο του «Κρυφού Σχολειού».
Οι ιστορικοί επιστήμονες έχουν χρέος να διαλύουν τους μύθους και τις ασάφειες και να αποκαθιστούν την αλήθεια. Εάν τυχαίνει να είναι και πολιτικοί ακόμη καλύτερα. Η «επιβίωση» μιας συλλογικότητας πρέπει να στηρίζεται στην αλήθεια, ώστε να είναι σε θέση να διορθώνει και να μαθαίνει από τα λάθη της: κανένα συλλογικό πρότυπο δεν γιγαντώνεται με ψέματα – αντιθέτως, με την αυτοσυγχώρεση και τη θυματοποίηση αποπροσανατολίζεται. Το ελληνικό κράτος κινδύνευσε σοβαρά (1897, 1922, 1991) όσες φορές «νευροπαθείς ψευδοπατριώτες» –για να θυμηθούμε τη φράση του Βλάση Γαβριηλίδη– το έμπλεξαν σε περιπέτειες και μεγαλοϊδεατισμούς που πάντοτε είχαν ως υπόστρωμά τους μια λανθασμένη ή επιλεκτική ανάγνωση της ιστορίας.
Η αλήθεια είναι ότι οι ιστορικοί δεν μπορούν να σταθούν έξω από το κοινωνικό γίγνεσθαι, πολλές φορές καλούνται να τοποθετηθούν επί ζητημάτων για τα οποία πολλοί αναζητούν ιστορικά ερείσματα για να τα ερμηνεύσουν. Ο ρόλος τους είναι να τοποθετούν τα πράγματα στις σωστές τους διαστάσεις με βάση την επιστημονική τους συνείδηση και μόνο, ανεπηρέαστη από ιδεολογήματα, εθνικισμούς ή θρησκευτικούς φανατισμούς.
Το ανησυχητικό είναι ότι πίσω από τις επιθέσεις κατά των ιστορικών βρίσκεται ένα ισχυρό εξτρεμιστικό εθνικιστικό μέτωπο φαινομενικά αντιθετικών πολιτικών δυνάμεων, από την άκρα δεξιά μέχρι την άκρα αριστερά που σε κάθε ευκαιρία αμφισβητεί τον κοινοβουλευτισμό, το πρωτείο του δικαίου, τα θεμελιώδη δικαιώματα, τον φιλελεύθερο δηλαδή χαρακτήρα του πολιτεύματος και επιχειρεί να αναθεωρήσει την ιστορική πραγματικότητα με απόψεις που μπορεί να στερούνται τεκμηρίωσης αλλά τις περιβάλλει το «τεκμήριο της εθνικότητας».
Σ’ αυτή τη φαιοκόκκινη ψευδοπατριωτική συμμαχία που αμφισβητεί κάθε φορά με διαφορετικό τρόπο τα ατομικά δικαιώματα και τις πολιτικές ελευθερίες των ατόμων οι πολίτες με ελεύθερη συνείδηση θα πρέπει να αναλαμβάνουν δράση ανεπηρέαστη από κομματικούς υπολογισμούς.
Δημοσιεύτηκε στις 3/9/2013 στο http://www.athensvoice.gr/article/city-news-voices/πολιτικη/my-country-right-or-wrong

Δευτέρα 5 Αυγούστου 2013

Mια εναλλακτική πρόταση στο φορολογικό αδιέξοδο

Η ταλαιπωρία, για να μην πω ο βασανισμός, των φορολογουμένων από το υπερφορτωμένο taxisnet και από τη δυσνόητη και πολύπλοκη φορολογική νομοθεσία, συνεχίζεται. Εκατομμύρια φορολογούμενοι καταφεύγουν απελπισμένοι σε φοροτεχνικούς για να συμπληρώσουν τη δήλωσή τους. Δηλαδή, για να γνωστοποιήσουν στο κράτος το εισόδημα που απέκτησαν πέρυσι και να πληρώσουν τον φόρο που τους αναλογεί οκτώ ή εννέα μήνες μετά το τέλος του 2012.

Η υψηλή φορολογία σε συνδυασμό με την απίστευτη πολυπλοκότητα του φορολογικού συστήματος καταστρέφουν τη χώρα, τόσο από οικονομική όσο και από κοινωνική άποψη. Η γραφειοκρατία του συστήματος δεν περιγράφεται. Αντί η ηλεκτρονική υποβολή των δηλώσεων να κάνει τη ζωή μας ευκολότερη έγινε περισσότερο δυσνόητη και περίπλοκη και μάλιστα χωρίς να αντικαταστήσει την παραδοσιακή γραφειοκρατία, καθώς οι φορολογούμενοι καλούνται να υποβάλουν σειρά εγγράφων (λ.χ. βεβαιώσεις παρακράτησης φόρου) αυτοπροσώπως στην Εφορία προκειμένου να εκκαθαριστούν οι δηλώσεις τους. Αυτές τις ημέρες σχηματίζονται ουρές φορολογουμένων στις διάφορες ΔΟΥ για να υποβληθούν τα έγγραφα που συνοδεύουν τις φορολογικές δηλώσεις που υποβλήθηκαν ηλεκτρονικά. Χαμένος χρόνος για τους πολίτες και την οικονομία καθώς οι φορολογούμενοι –κατά κανόνα οι παραγωγικοί πολίτες– αναγκάζονται να χάνουν ώρες και μεροκάματα, για να διεκπεραιώσουν κάτι που θα έπρεπε να γίνεται απλά και γρήγορα. Η συμπλήρωση και υποβολή της φορολογικής δήλωσης εξαιτίας της πολυπλοκότητας του φορολογικού συστήματος απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις –τις περισσότερες φορές μάλιστα οι φορολογούμενοι είναι αναγκασμένοι να καταφύγουν σε φοροτεχνικούς ή λογιστές για να τα καταφέρουν. Οι επιχειρήσεις με τη σειρά τους δαπανούν μεγάλα ποσά που ανεβάζουν σημαντικά το διοικητικό κόστος τους προκειμένου να παρακολουθήσουν τις συνεχείς αλλαγές της φορολογικής νομοθεσίας και να αποφύγουν τα λάθη, με αβέβαιο τις περισσότερες φορές αποτέλεσμα.

Η πολυπλοκότητα του φορολογικού συστήματος, σε συνδυασμό με την απώλεια των χρημάτων των φορολογουμένων στη μαύρη τρύπα της κρατικής σπατάλης και την έλλειψη αναλογίας με τις ανταποδοτικές παροχές του κράτους, οδηγεί σε απώλεια παραγωγικού χρόνου των πολιτών, αμβλύνει τη φορολογική συνείδησή τους, οδηγεί σε εύλογη καχυποψία από μέρους τους και γιγαντώνει τη φοροδιαφυγή. Όταν όμως ο φορολογούμενος αδυνατεί να κατανοήσει τη λογική της λειτουργίας του φορολογικού συστήματος αποθαρρύνεται και εξ αυτού του λόγου από την ανάληψη επιχειρηματικού ρίσκου ή νέων επιχειρηματικών πρωτοβουλιών που θα δημιουργήσουν εθνικό προϊόν και θέσεις εργασίας.

Θα επιμείνω για μια ακόμη φορά στην ιδέα της καθιέρωσης αναλογικής φορολογίας στη θέση των σημερινών προοδευτικών συντελεστών με την υιοθέτηση ενός Ενιαίου Φορολογικού Συντελεστή. Η ιδέα αυτή, που εφαρμόστηκε με επιτυχία σε αρκετές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, κερδίζει συνεχώς έδαφος παρά τις λυσσαλέες αντιδράσεις των συνδικάτων των δημοσίων υπαλλήλων και της γραφειοκρατίας των οικονομικών υπουργείων που βρίσκονται σε αγαστή συμμαχία με τις δυνάμεις των δεξιών και αριστερών κρατιστών. Τον περασμένο Μάρτιο ο επιτυχημένος δήμαρχος Λονδίνου και ένα από τα ανερχόμενα αστέρια του Συντηρητικού κόμματος Μπόρις Τζόνσον, κατά τη διάρκεια επίσκεψής του στην Ινδία, πρότεινε κάτι ανάλογο ως λύση κυρίως για την αντιμετώπιση του μεγάλου προβλήματος ανταγωνιστικότητας της βρετανικής οικονομίας. Σύμφωνα με τον Τζόνσον, η καθιέρωση ενός ενιαίου φορολογικού συντελεστή (Flat Tax) θα προσελκύσει σημαντικά κεφάλαια και επενδύσεις στη χώρα του και θα αυξήσει τα φορολογικά έσοδα του κράτους.

Την ιδέα του Ενιαίου Φορολογικού Συντελεστή παρουσίασε ολοκληρωμένη ήδη από το 2005 ο Στιβ Φορμπς, συγγραφέας και εκδότης του ομώνυμου περιοδικού, στο πρωτοποριακό βιβλίο του “Flat Tax Revolution”. Ο Φορμπς στο εν λόγω βιβλίο του εξηγεί, ότι ένα τέτοιο φορολογικό σύστημα θα ήταν πολύ πιο αποτελεσματικό τόσο στην είσπραξη του φόρου εισοδήματος όσο και στην αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, ενώ θα ενθάρρυνε τη νόμιμη απόκτηση πλούτου, την αποταμίευση και τις επενδύσεις.

Τις ίδιες πάνω-κάτω απόψεις υποστηρίζει και ο κορυφαίος καθηγητής του φορολογικού δικαίου και πρώην δικαστής του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας Πάουλ Κίρχοφ1. Ο Κίρχοφ υπήρξε για ένα διάστημα σύμβουλος της Άνγκελα Μέρκελ, η οποία όμως λίγο πριν από τις προηγούμενες εκλογές στη Γερμανία δεν «άντεξε» την ιδέα του πολιτικού κόστους, που συνεπάγονταν οι ρηξικέλευθες απόψεις του προκαλώντας σωρεία αντιδράσεων του κατεστημένου του γερμανικού Υπουργείου Οικονομικών, και τον ανάγκασε να απομακρυνθεί από τον κύκλο των συμβούλων της.

Η κυβέρνηση και οι κρατιστές όλων των κομμάτων θεωρούν ότι το σοβαρό δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας μπορεί να αντιμετωπισθεί με καταπολέμηση της φοροδιαφυγής χωρίς μείωση των δημοσίων δαπανών και των φόρων. Αλλά η καταιγίδα των φόρων και η μεγάλη αύξηση των φορολογικών συντελεστών από το 2009 έως σήμερα ενέτειναν μάλλον παρά περιόρισαν τη φοροδιαφυγή. Όπως, αντιθέτως, διδάσκει η οικονομική θεωρία και έχει πολλαπλώς αποδειχθεί τα έσοδα του κράτους αυξάνονται2  όταν οι φορολογικοί συντελεστές είναι σε χαμηλά επίπεδα η φοροδιαφυγή μειώνεται και εξ αυτού του λόγου, αλλά –το σημαντικότερο– εξαιτίας της αύξησης της παραγωγικότητας των ατόμων.

Τι πρέπει να γίνει; 
Πρώτον, το ατομικό εισόδημα των φυσικών προσώπων από κάθε πηγή να φορολογείται με βασικό συντελεστή 15% το πολύ 20%. Για τα εισοδήματα άνω των 150.000 ευρώ θα μπορούσε να υπάρξει ένας συντελεστής γύρω στο 25% με 30%.

Δεύτερον, να καθιερωθεί αφορολόγητο όριο 5.000 ευρώ, το οποίο θα προσαυξάνεται κατά 5.000 ευρώ για κάθε προστατευόμενο μέλος του φορολογουμένου που δεν διαθέτει εισόδημα, καθώς και για άτομα με ειδικές ανάγκες ή συμπληρωμένο το 80ό έτος της ηλικίας τους.

Τρίτον, εντός του Ιανουαρίου, κάθε χρόνο οι φορολογούμενοι να υποβάλουν δήλωση μέσω διαδικτύου για το συνολικό εισόδημα που απέκτησαν τον προηγούμενο χρόνο από οποιαδήποτε πηγή. Χωρίς προσφυγή σε φοροτεχνικούς, χωρίς τα δεκάδες άχρηστα κουτάκια της φορολογικής δήλωσης. Ο φορολογούμενος θα ξοδεύει το πολύ μια ώρα για τη συμπλήρωση και την υποβολή της δήλωσής του. Εντός πέντε ημερών ο φόρος θα έχει βεβαιωθεί για όλους τους φορολογούμενους.

Τα θετικά αποτελέσματα μιας τέτοιας φορολογικής μεταρρύθμισης θα άλλαζαν την εικόνα της ελληνικής οικονομίας. Αρκεί να σκεφτούμε ότι, ενώ το συνολικό εισόδημα που δημιουργείται στη χώρα για το 2013 είναι κοντά στα 190 δισ. ευρώ, η φορολογία εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων δεν θα αποδώσει συνολικά περισσότερα από 11 δισ. ευρώ.

Πώς θα επενεργούσε τώρα η καθιέρωση του ενιαίου συντελεστή επί του διαθεσίμου εγχωρίου προϊόντος (με τον υπολογισμό δηλαδή των αποσβέσεων, την αφαίρεση ενός αφορολόγητου ορίου, των εμμέσων φόρων αλλά και της φοροδιαφυγής να παραμένει στα σημερινά επίπεδα). Σε μια τέτοια περίπτωση το διαθέσιμο εισόδημα θα ήταν με συντηρητικούς υπολογισμούς περίπου στα 90 δισ. ευρώ. Με ενιαίο συντελεστή 20% –σε συνδυασμό με την απλότητα του συστήματος που θα επηρέαζε άμεσα την αποτελεσματικότητα του εισπρακτικού μηχανισμού– τα φορολογικά έσοδα από τον φόρο εισοδήματος θα κυμαίνονταν περίπου στα 18 δισ. ευρώ. Το κράτος, μειώνοντας τους φόρους και απλοποιώντας το φορολογικό σύστημα, θα κατόρθωνε να αυξήσει τα έσοδά του τουλάχιστον κατά 60%.

Μάλιστα στον προηγούμενο υπολογισμό δεν έχουμε λάβει υπόψη τη μείωση της φοροδιαφυγής. Αλλά η μείωση των φόρων και η απλοποίηση του φορολογικού συστήματος –σε συνδυασμό με αυστηρότατες διοικητικές κυρώσεις εναντίον όσων φοροδιαφεύγουν– θα μείωνε δραστικά τη φοροδιαφυγή. Πρέπει να αντιληφθούμε ότι όσο σοβαρό πρόβλημα είναι η φοροδιαφυγή άλλο τόσο σοβαρό και ακόμη μεγαλύτερο είναι η εξοντωτική φορολόγηση των πολιτών, που καταστρέφει την οικονομία και συγχρόνως απενοχοποιεί πλήρως την πρώτη, οδηγώντας μαζικά πλέον τον κόσμο στη φοροδιαφυγή, όχι για να κερδίσει περισσότερα, αλλά τις περισσότερες φορές για να επιβιώσει στοιχειωδώς.

Ας μην ξεχνάμε ότι οι φόροι είναι μια βίαιη αρπαγή από το κράτος τμήματος του εισοδήματος και της περιουσίας των πολιτών. Το κράτος μονομερώς επιβάλλει και καθορίζει τους φόρους και θεσπίζει τα μέτρα εξαναγκασμού των πολιτών για την καταβολή τους. Ποια είναι λοιπόν η νομιμοποίηση αυτής της ληστρικής πράξης. Κατά τον κλασικό ορισμό του Τζέσε μια τέτοια βίαιη αφαίρεση του εισοδήματός μας νομιμοποιείται στα πλαίσια του κοινωνικού συμβολαίου που προβλέπει κάποιο αντάλλαγμά της. Όσο πιο μικρή είναι η αφαίρεση του εισοδήματος και όσο πιο εμφανές το αντάλλαγμα προς αυτήν τόσο περισσότερο γίνεται κατανοητή και αποδεκτή από τους πολίτες και θεωρείται απ’ αυτούς «δίκαιη». Το αντάλλαγμα είναι η περιορισμένη αναδιανομή του εισοδήματος υπέρ εκείνων που έχουν ανάγκη και η κάλυψη των δημοσίων δαπανών που γίνονται «για το καλό όλων». Θυμίζω ότι η προηγούμενη θέση διατυπώνεται ανεπιφύλακτα στη Συνθήκη της Λισσαβώνας (ν. 3671/2008). Η φορολογία πρέπει να τελεί δηλαδή σε σχέση αναλογίας με ανταποδοτικές παροχές του κράτους προς τους πολίτες.

Καταλήγοντας, η υιοθέτηση ενός απλού, σταθερού και αναλογικού φορολογικού συστήματος, όπως περιγράφεται πιο πάνω, σε συνδυασμό βεβαίως με τον δραστικό περιορισμό των δημοσίων δαπανών, της γραφειοκρατίας και των αγκυλώσεων της αγοράς εργασίας, θα ενισχύσει τη φορολογική συνείδηση και τα κίνητρα των ατόμων να εντείνουν και να επαυξήσουν την εμφανή οικονομική τους προσπάθεια, θα εξοικονομήσει πόρους για την οικονομία, που η διαχείρισή τους θα γίνει από τους παραγωγικούς πολίτες και επιχειρήσεις και όχι από τον αντιπαραγωγικό, αναποτελεσματικό και σπάταλο δημόσιο τομέα και κατ’ επέκταση θα αυξήσει την παραγωγικότητα, τα δημόσια έσοδα και την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.


1 Paul Kirchhof, “In Favour of a Flat Tax”, πρόταση που παρουσιάστηκε στην ετήσια συνάντηση του IFO Institute στις 22.6.2004, διαθέσιμη στοhttp://bit.ly/1cnQAoj
2   Arthur Laffer, “The Laffer Curve: Past, Present and Future”, Executive Summary Backgrounder, The Heritage Foundation, 2004 (http://tiny.cc/crg30w).



Πηγή:www.capital.gr




Δημοσιεύτηκε στις 2/8/2013 http://www.capital.gr/News.asp?id=1846739

Παρασκευή 26 Ιουλίου 2013

Πόσοι είναι τελικά οι δημόσιοι υπάλληλοι;

Γράφουν όλα τα sites και έγκυροι δημοσιογράφοι, ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι μετρήθηκαν και είναι 614.053 (http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_2_26/07/2013_527983).
Μέγα και ασυγχώρητο λάθος. Οι δημόσιοι υπάλληλοι, όπως πολλές φορές σας έχω γράψει αγγίζουν -μάλλον ξεπερνούν- τις 900.000.
Αλλά όσοι μιλούν για 614 χιλ. αναφέρονται μόνο στους μονίμους και στους υπαλλήλους αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ) και δεν υπολογίζουν -ασυγχώρητα- τους μισθοδοτούμενους από το δημόσιο αιρετούς, συμβασιούχους (συμβάσεις έργου), υπαλλήλους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου κλπ. που σύμφωνα με τα στοιχεία του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης ανέρχονται σε 68.656. 

Έτσι σύνολο 614.053 + 68.656= 682.709
http://apografi.yap.gov.gr/apografi/ergasiakisxesir_n.asp.
Επίσης, δεν υπολογίζονται ακόμη οι απασχολούμενοι στις δημόσιες επιχειρήσεις, στις δημοτικές επιχειρήσεις και στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου υπό τον έλεγχο του δημοσίου.
Σε μια μελέτη της ΓΓΠΣ (Έκδοση 1.0, Οκτώβριος του 2010) αυτοί ανέρχονται σε 215.000 περίπου. Η μελέτη αυτή έχει αρκετά λάθη (υπολογίζει εσφαλμένα λ.χ. τους υπαλλήλους του ΟΤΕ ή της Ε.Τ.Ε. ενώ την ίδια στιγμή λείπουν στοιχεία 880 φορέων του δημοσίου, λείπουν δημοτικές επιχειρήσεις κλπ.) ωστόσο μας δίνει μια μάλλον μετριοπαθή εκτίμηση για τον αριθμό των απασχολουμένων στο ευρύτερο δημόσιο. 

Πάντως ο αριθμός αυτών των υπαλλήλων ξεπερνά κατά πολύ τις 200.000.

Οι δύο κανόνες

                              Από τα διδάγματα της ιστορίας μπορούμε να κατανοήσουμε τη σημασία που έχουν τα καλά δημόσια οικονομικά για την...