Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2013

Φοροδιαφυγή: Η αλήθεια και το ψέμα


Παρά τα όσα λέγονται το μεγάλο και υπερτροφικό κράτος, ο βασικός δηλαδή υπαίτιος της οικονομικής κρίσης που μαστίζει τη χώρα, αντί να μικραίνει σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας, μεγαλώνει.
Oι πρωτογενείς δαπάνες της κεντρικής κυβέρνησης στα τέσσερα τελευταία χρόνια παρουσιάζουν ως ποσοστό του ΑΕΠ οριακή αύξηση (28,4% το 2013 από 28% το 2009), ενώ οι πρωτογενείς δαπάνες της γενικής κυβέρνησης, ως ποσοστό του ΑΕΠ πάντοτε, παρουσιάζουν οριακή μείωση κατά 1,4% (43,2% το 2013 από 44,6% το 2009), όταν το ΑΕΠ της χώρας μειώθηκε την ίδια περίοδο κατά 21%.
Μια ακόμη απόδειξη του παραπάνω ισχυρισμού είναι ότι τα φορολογικά έσοδα ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξήθηκαν στο 23,8% για το 2013 από 21,5% που ήταν το 2009. Και τούτο γιατί η αύξησή τους δεν οφείλεται στον περιορισμό της φοροδιαφυγής αλλά στην αύξηση των φόρων που θα κληθούν να πληρώσουν, σε αντίθεση με τους επιτήδειους που φοροδιαφεύγουν, οι ίδιοι συνεπείς φορολογούμενοι που μέχρι σήμερα πλήρωναν φόρους. Τώρα οι τελευταίοι θα πληρώσουν ακόμη περισσότερα.
Κι επειδή και πάλι τα έσοδα δεν φτάνουν να καλύψουν τις υπέρογκες δαπάνες, το κράτος αντί να φορολογήσει το παραγόμενο εισόδημα καταφεύγει στην εύκολη πλην όμως παράλογη και ανήθικη φορολόγηση ανύπαρκτης ακίνητης περιουσίας (ανύπαρκτης δεδομένου ότι η αξία της υπολογίζεται βάσει αντικειμενικών αξιών που δεν ανταποκρίνονται στις πραγματικές αξίες των ακινήτων), η οποία δεν παράγει εισόδημα και έχει ήδη υπερφορολογηθεί. Και τι προσδοκά να εισπράξει για το 2014; Το πολύ 2,9 δισ. ευρώ. Το κράτος υπερφορολογεί τα ακίνητα –με όλες τις αρνητικές συνέπειες που κατά καιρούς έχουμε εκθέσει για τους ιδιοκτήτες και την οικονομία– επειδή δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσει τη φοροδιαφυγή.
Τα οικονομικά στοιχεία καταδεικνύουν το μέγεθος του παραλογισμού. Από τη φορολογία εισοδήματος φυσικών προσώπων το Δημόσιο θα εισπράξει φέτος περίπου 7,5 δισ. ευρώ, δηλαδή μόλις το 4% του ΑΕΠ! Ο μέσος όρος της Ευρωζώνης είναι 8,7% του ΑΕΠ και της ΕΕ των 28 είναι περίπου 9% του ΑΕΠ.
Εάν εισπράττετο και στην Ελλάδα από τη φορολογία εισοδήματος φυσικών προσώπων το 8% του ΑΕΠ (δηλαδή και πάλι λιγότερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης), τα αντίστοιχα έσοδα για το 2013 θα ήταν 15 δισ. ευρώ. Το Δημόσιο δηλαδή θα εισέπραττε κάθε χρόνο 7,5 δισ. ευρώ περισσότερα από όσα εισπράττει σήμερα. Αυτό είναι το ποσό που χάνεται από τη φοροδιαφυγή μόνο από τη φορολογία εισοδήματος φυσικών προσώπων.
Προσέξτε τον παραλογισμό, σε μια χώρα με ανώτατο φορολογικό συντελεστή 45% ή 33% (για ελεύθερους επαγγελματίες) τα έσοδα του κράτους περιορίζονται στο 4% του ΑΕΠ!
Οι λαϊκιστές της αριστεράς, ου μην αλλά και της δεξιάς, θα σπεύσουν να παρατηρήσουν, όπως κάνει ήδη ο Α. Τσίπρας, ότι μόλις καταλάβουν την εξουσία θα «συλλάβουν» τη φορολογητέα ύλη που σήμερα κρύβεται και όλοι πλέον θα τρώμε με χρυσά μαχαιροπήρουνα. Αλλά τα στοιχεία για την ανικανότητα του κράτους να πατάξει τη φοροδιαφυγή δεν τεκμηριώνουν τα λαϊκιστικά συνθήματα του τύπου «λεφτά υπάρχουν» για να δικαιολογήσουν νέες φορομπηχτικές πολιτικές ή περαιτέρω αυστηροποίηση του συστήματος των ποινών. Υπάρχουν δυστυχώς αφελείς που πιστεύουν τους λαϊκιστές του κρατισμού ή κάνουν πως τους πιστεύουν.
Η πραγματικότητα ωστόσο διαφέρει από τις αναψυκτικές δηλώσεις των Δον Κιχώτηδων του λαϊκισμού. Η οικονομική ανάλυση αλλά και η εμπειρία των προηγμένων χωρών έχει δεκαετίες τώρα αποδείξει ότι η φοροδιαφυγή δεν αντιμετωπίζεται με νέους φόρους, με αστυνομικά μέτρα και με αυστηρότερες ποινικές ή διοικητικές κυρώσεις που θίγουν στον πυρήνα τους θεμελιώδη δικαιώματα των φορολογουμένων.
Οι βασικές αιτίες της φοροδιαφυγής σύμφωνα με όλες τις εκθέσεις των διεθνών οργανισμών, χωρίς τα στερεότυπα και τις προκαταλήψεις των εκπροσώπων του ελληνικού πελατειακού τόξου είναι οι εξής:
α) οι υψηλοί φορολογικοί συντελεστές,
β) η πολυπλοκότητα-πολυνομία της φορολογικής νομοθεσίας,
γ) η έλλειψη ανταποδοτικότητας για το φορολογούμενο,
δ) η αδικία του φορολογικού συστήματος.
Η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής προϋποθέτει μείωση των δημοσίων δαπανών και των φόρων. Η απόλυτα συνειδητή επιλογή του πελατειακού κομματικού συστήματος, ήδη από το 2009, να αυξήσει τους φόρους αντί να μειώσει τη δημόσια σπατάλη, αύξησε αναλόγως και το μέγεθος της φοροδιαφυγής.
Η υψηλή φορολογία, η πολυπλοκότητα του φορολογικού συστήματος, η αδιαφάνεια και αναποτελεσματικότητα των κρατικών μηχανισμών που οδηγούν τον μόχθο των φορολογουμένων σε μια μαύρη τρύπα απίστευτης σπατάλης, η έλλειψη ανταποδοτικότητας στις παροχές του κράτους, οι νησίδες υπερτροφικής εύνοιας και προστασίας που έχει δημιουργήσει το κομματικό σύστημα εξουσίας για τις δικές του προσοδοθηρικές ομάδες είναι οι αιτίες που αμβλύνουν τη φορολογική συνείδηση των πολιτών και διευκολύνουν τη φοροδιαφυγή. Αντιθέτως, όταν οι φορολογικοί συντελεστές είναι σε χαμηλά επίπεδα η φοροδιαφυγή μειώνεται.
Χαρακτηριστικό στοιχείο επίσης του φαινομένου της φοροδιαφυγής είναι ότι αυτή διαχέεται «δημοκρατικότατα» σε πολύ μεγάλα τμήματα του πληθυσμού και δεν αποτελεί «προνόμιο» των πλουσίων. Αυτό το τελευταίο είναι ένας ακόμη από τους προσφιλείς μύθους των κρατικιστών που επαναλαμβάνει συχνά ο Α. Τσίπρας (τον είχε χρησιμοποιήσει και ο Γ. Α. Παπανδρέου το 2009), ότι δηλαδή δεν φορολογούνται οι πλούσιοι, κι ότι αν η κυβέρνηση αποφάσιζε να τους φορολογήσει θα έλυνε ως δια μαγείας το δημοσιονομικό πρόβλημα, είναι ο μύθος που συνοψίζεται, όπως είπαμε, στη φράση «λεφτά υπάρχουν ή οσονούπω θα υπάρξουν». Ο μύθος αυτός συνετέλεσε αποφασιστικά στην καταστροφή της οικονομίας. Όμως από τα επίσημα στοιχεία του Υπουργείου Οικονομικών προκύπτει ότι το 35% των φόρων πληρώνεται από το 3% των φορολογουμένων που δηλώνουν το 15% των συνολικών εισοδημάτων. Κανένας όμως δεν λέει αυτή την αλήθεια, ότι δηλαδή το κύριο βάρος των αμέσων φόρων επωμίζεται μια πολύ μικρή μερίδα φορολογουμένων.
Το ότι η μείωση των φορολογικών συντελεστών μειώνει το μέγεθος της φοροδιαφυγής ισχύει και στην περίπτωση των εμμέσων φόρων. Σύμφωνα με σχετική μελέτη της Ε.Ε. η Ελλάδα το 2011 κατέγραψε τις δεύτερες υψηλότερες μετά τη Ρουμανία απώλειες εσόδων από τον ΦΠΑ μεταξύ των κρατών-μελών της Ένωσης (9,7 δισ. ευρώ ή 4,7% του ΑΕΠ). Ο μέσος όρος των 26 τότε χωρών ήταν 1,5% του ΑΕΠ της Ε.Ε. Το 2008 πριν την πρώτη αύξηση των συντελεστών του ΦΠΑ από την κυβέρνηση Καραμανλή (από 18% σε 19%) οι απώλειες εσόδων από ΦΠΑ βρίσκονταν κοντά στο 3% του ΑΕΠ. Ακολούθησε το 2010 η φοροκαταιγίδα των σοσιαλιστών Παπανδρέου - Παπακωνσταντίνου, όπου μεταξύ άλλων αυξήθηκαν και οι συντελεστές του ΦΠΑ στο 23% (αύξηση δηλαδή περίπου 20%). Η χώρα από απώλειες ΦΠΑ 7 δισ. ευρώ το 2008 με ΑΕΠ κοντά στα 240 δισ. ευρώ, έφθασε σχεδόν τα 10 δισ. ευρώ το 2011 με ΑΕΠ στα 206 δισ. ευρώ. Η αύξηση των φόρων οδήγησε σε μεγάλη μείωση των εσόδων και ταυτοχρόνως σε ακόμη μεγαλύτερη διαφθορά και αναποτελεσματικότητα του φοροελεγκτικού μηχανισμού.

Κατόπιν αυτών υποστηρίζω ότι εάν δεν απαλλαγούμε το ταχύτερο δυνατόν από την τυραννία των μύθων που με συστηματικό τρόπο καλλιέργησε και συντηρεί ως κοινωνική συνείδηση και αντίληψη η συμμαχία των κομματικών και πελατειακών (επιχειρηματικών και συνδικαλιστικών) δικτύων που κυβερνά δεκαετίες τώρα σε βάρος της παραγωγικής ιδιωτικής οικονομίας δεν υπάρχει ελπίδα σωτηρίας της χώρας.

Δημοσιεύτηκε στο http://www.andro.gr/apopsi/forodiafugh/ στις 18/11/2013

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2013

Πού την είδατε την έξοδο από την κρίση;

Γιατί δε συμμερίζομαι την αισιοδοξία του πρωθυπουργού σχετικά με την οικονομική ανάκαμψη της χώρας.
Θα σας παραθέσω ενδεικτικά τα εξής στοιχεία:
Ας συγκρίνουμε το έτος που ξεκίνησε η ελληνική κρίση, δηλαδή το 2009, με το τρέχον έτος. 

Το ΑΕΠ της χώρας το 2009 ανερχόταν σε 235 δις € περίπου. Το 2013 αναμένεται να διαμορφωθεί σε 185 δις €. Το 2009 οι πρωτογενείς δαπάνες του δημοσίου (γενικής κυβέρνησης) άγγιζαν τα 105 δις €, ενώ το 2013 εκτιμάται ότι θα αγγίξουν τα 80 δις €. Δηλαδή ενώ το ΑΕΠ τηςχώρας μειώθηκε από το 2009 έως το 2013 κατά 21%, την ίδια περίοδο οι δαπάνες του κράτους, ως ποσοστό του ΑΕΠ μειώθηκαν κατά 1,4% (το 2009 ήταν 44,6% περίπου και το 2013 43,2%). Η μείωση δηλαδή των δαπανών του κράτους ως ποσοστό του ΑΕΠ υπήρξε οριακή. Εάν μάλιστα, ως συγκριτικά στοιχεία λάβουμε τις δαπάνες του κρατικού προϋπολογισμού, τότε οι δαπάνες του κράτους το 2009 ήταν το 28% του ΑΕΠ (65,9 δις €) ενώ το 2013 θα είναι 28,4% του ΑΕΠ (52,6 δις €) άρα θα έχουμε οριακή αύξηση του κράτους!
Επίσης το 2009 τα φορολογικά έσοδα ανέρχονταν σε 50,57 δις € και αντιστοιχούσαν σε 21,5% του ΑΕΠ ενώ το 2013 υπολογίζονται σε 44 δις € και θα αντιστοιχούν σε 23,8% του ΑΕΠ! Αξιοσημείωτο επίσης, ότι η αύξηση των φόρων σε σχέση με το 2009, ως ποσοστό του ΑΕΠ, δεν προέρχεται από σύλληψη της φοροδιαφυγής, η οποία αντιθέτως έχει αυξηθεί, αλλά από την αύξηση της φορολογίας.
Τα παραπάνω με απλά λόγια σημαίνουν ότι το πελατειακό τόξο των κομμάτων που εκπροσωπείται στη βουλή (κυβέρνηση και αντιπολίτευση) κατάφερε την πενταετία της οικονομικής κρίσης να μην πειράξει τη βασική αιτία αυτής που ήταν και είναι το μεγάλο κράτος αλλά αντιθέτως μέσω της αύξησης της φορολογίας και της επιβολής νέων φόρων να το διατηρήσει αλώβητο παρά τις ρητές δεσμεύσεις που έχουμε ως χώρα αναλάβει προς τους δανειστές μας και παρά τη δραματική συρρίκνωση της ιδιωτικής οικονομίας.
Έτσι το κράτος από υπαίτιος του δημοσιονομικού εκτροχιασμού της χώρας μεταβάλλεται με ευθύνη του πολιτικού συστήματος στον απόλυτο καταστροφέα της ελληνικής οικονομίας.

Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2013

Aμ έπος αμ έργον


Στην πρόσφατη συνέντευξή του ο Πρωθυπουργός ανακοίνωσε ότι εξετάζει την πρόταση να περάσει ο φόρος ακινήτων στους Δήμους – αλλά δεν το έχει συζητήσει ακόμη με την τρόικα, ούτε με τον κ. Στουρνάρα, προσθέτω εγώ. Η δήλωση του Πρωθυπουργού είναι επί της αρχής σωστή, αρκεί να εφαρμοστεί και να μην εγκαταλειφθεί, όπως συνέβη με άλλες εξαγγελίες του κόμματός του για μείωση της φορολογίας και απλοποίηση του φορολογικού συστήματος.
Λησμόνησε βεβαίως να αναφέρει ότι η πρόταση αυτή που ο ίδιος για πρώτη φορά εξετάζει σήμερα, έχει εδώ και χρόνια κατατεθεί στον δημόσιο διάλογο από τον Στέφανο Μάνο[i] και είναι εδώ και χρόνια βασική πρόταση του φορολογικού προγράμματος της Δράσης.[ii] Την πρόταση αυτή υποστήριξαν πρόσφατα δημοσίως με δηλώσεις τους και οι δήμαρχοι Αθήνας και Θεσσαλονίκης, που υποστηρίχθηκαν και από τη Δράση.
Είναι πάντως θετικό ότι ο Πρωθυπουργός της χώρας υιοθετεί την πρότασή μας έστω κι αν δεν αναφέρει την πατρότητά της. Αρκεί μόνο, ξαναγράφω, να την εφαρμόσει και να μη μείνει κι αυτή «στο ράφι».
Επίσης, η εφαρμογή της πρότασης χρειάζεται μεγάλη προσοχή για να μην καταλήξουμε να έχουμε έναν ακόμη φόρο. Πρέπει να γίνει σαφές, ότι δεν προτείνεται η εισαγωγή ενός ακόμη φορολογικού βάρους αλλά η κατάργηση κάθε κρατικής χρηματοδότησης προς τους ΟΤΑ, η κατάργηση των πάσης φύσεως φόρων και τελών που επιβαρύνουν την ακίνητη περιουσία και η αντικατάστασή τους σε επίπεδο Περιφέρειας και Δήμων με ένα μόνο τέλος στην εντός σχεδίου ακίνητη περιουσία που θα είναι ανταποδοτικό των υποδομών και των υπηρεσιών που της προσφέρονται από τους Δήμους. Το τέλος αυτό θα στηρίζεται αποκλειστικά στην επιφάνεια των ιδιοκτησιών και τον συντελεστή δόμησης (όχι στην αξία των ακινήτων), θα είναι απλούστατο στον υπολογισμό του, θα μπορεί να διαφέρει από Δήμο σε Δήμο και συνεπώς θα μπορεί να ελεγχθεί από τους δημότες κάθε περιοχής. Οι δημότες θα ελέγχουν πλέον αποτελεσματικά το πού πηγαίνουν και πώς ξοδεύονται τα χρήματά τους.
Η πρόταση της Δράσης είναι από κάθε άποψη επαναστατική, γιατί ταυτοχρόνως επιτυγχάνει τα εξής:
α) ανακουφίζει τον προϋπολογισμό καθώς καταργεί την κρατική χρηματοδότηση στους Δήμους και στις Περιφέρειες (περίπου 2,7 δισ. για το 2014),
β) μειώνει τη συνολική επιβάρυνση των πολιτών αφού καταργεί όλους τους φόρους, τέλη και λοιπές επιβαρύνσεις στην ακίνητη περιουσία,
γ) καταργεί τα δημοτικά τέλη που εισπράττονται μέσω των λογαριασμών της ΔΕΗ
δ) μεταφέρει αποκλειστικά την ευθύνη της συνετής και χρηστής διοίκησης στους τοπικούς άρχοντες και τους εξαναγκάζει υπό την πίεση των δημοτών τους και της μικρότερης χρηματοδότησης που θα έχουν να περιορίσουν δραστικά τις δαπάνες τους,
ε) καθιστά τον έλεγχο της οικονομικής διαχείρισης των Δήμων αποτελεσματικό από τους δημότες και συγχρόνως επιτρέπει στους πολίτες τη σύγκριση της πολιτικής επιβολής τελών διαφορετικών Δήμων,
στ) δίνει στις τοπικές κοινωνίες το δικαίωμα να καθορίζουν αυτές το ύψος του ανταποδοτικού τέλους που θα πληρώνουν, και
ζ) αποκαθιστά την αρχή της φορολογικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη λογική φορολόγηση μόνο της πραγματικής προσόδου κάποιου περιουσιακού δικαιώματος και όχι του πυρήνα του.

Δημοσιεύτηκε στο capital.gr στις 8/11/2013 http://www.capital.gr/News.asp?id=1903886

Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2013

Υπεύθυνοι της ύφεσης τα κόμματα του πελατειακού τόξου

Το ότι η χώρα μας τήρησε στο ακέραιο τις προβλεπόμενες στο μνημόνιο υποχρεώσεις της αλλά η τρόϊκα τάχα πιέζει για πρόσθετα μέτρα που δεν αντέχει άλλο ο ελληνικός λαός είναι άλλο ένα μεγάλο ψέμμα της κυβέρνησης, των απολύτως ελεγχόμενων απ΄αυτή μέσων ενημέρωσης και των λοιπών "συνοδοιπόρων" της, για να καλύψουν την τεράστια αποτυχία τους στην υλοποίηση των δεσμεύσεων που έχουν αναλάβει από το μνημόνιο. Τα μέτρα αυτά έχουν συμφωνηθεί τα περισσότερα το 2010 με το πρώτο μνημόνιο και τα υπόλοιπα με το δεύτερο μνημόνιο. 
Στις εκθέσεις συμμόρφωσης της τρόϊκα όλο αυτό τον καιρό αναγράφεται ξεκάθαρα η μη συμμόρφωση της χώρας με τις αναληφθείσες δεσμεύσεις της.
Ξαναγράφω κάτι που το έχω γράψει πολλές φορές. Το ΚΥΡΙΟ ΜΕΡΙΔΙΟ ΕΥΘΥΝΗΣ για την οικονομική εξαθλίωση, την ανεργία και την ύφεση έχουν οι ελληνικές κυβερνήσεις για τη συνειδητή επιλογή τους να μην μειώσουν το πελατειακό κράτος, το αίμα δηλαδή στις φλέβες του κατεστημένου κομματικού συστήματος.
Ασφαλώς διέπραξε λάθη η τρόϊκα και το μέγιστο λάθος της ήταν, ότι υποχώρησε στις λυσσαλέες αντιδράσεις των κυβερνώντων να αντιμετωπίσουν το έλλειμμα όχι με μείωση του υδροκέφαλου κράτους των πελατών αλλά με επιβολή εξοντωτικής για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις φορολογίας.
Ακούστε τους εκπροσώπους της τρόϊκα στην τελευταία τους συνέντευξη τύπου στις 11/2/2011, συνέντευξη που ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων, όταν υποστήριξαν μεταξύ άλλων ότι η κυβέρνηση Παπανδρέου δεν τήρησε όσα είχε συμφωνησει για αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις, στο άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων. Οι εκπρόσωποι της τρόϊκα στη συνέντευξή τους υποστήριξαν ένα σαρωτικό πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων που θα απέφερε μέχρι το 2015 50 δις €, ενώ επέμειναν, ότι είναι αναγκαία η μείωση των δαπανών του δημοσίου αντί των οριζόντιων μέτρων των φόρων και των περικοπών μισθών και συντάξεων.
Στις πικρές εκείνες αλήθειες των εκπροσώπων των δανειστών μας αντέδρασε σύσσωμο το κομματικό σύστημα, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, η αντιμνημονιακή τότε ΝΔ, το ΛΑΟΣ και σύμπασα η αριστερά σε όλες τις εκδοχές της.
Όπως επισημαίνει εύστοχα και η ΕΣΤΙΑ "Λίγοι έχουν συνειδητοποιήσει ότι η ημέρα εκείνη ήταν σταθμός για την περαιτέρω εξέλιξη της ελληνικής οικονομίας. Η άρνησις του πολιτικού μας συστήματος να κάνη αυτό που επέτασσε η λογική, είχε ως μοιραίο αποτέλεσμα την λήψη περαιτέρω οριζόντιων μέτρων -φορολογικών και περικοπής μισθών και συντάξεων- τα οποία ενέτειναν στο έπακρο την ύφεση."
Αν τους είχαν ακούσει και είχαν υιοθετήσει τις διαρθρωτικές αλλαγές που συμφωνήθηκαν το 2010 και μειώσει από το 2011 τον υπερμεγέθη δημόσιο τομέα, σήμερα θα είχαμε αποφύγει το κλείσιμο χιλιάδων επιχειρήσεων, θα είχαμε 400.000 λιγότερους ανέργους και θα είχαν δημιουργηθεί οι προϋποθέσεις ανάπτυξης που ακόμα αναζητούνται.
Όλη η συνέντευξη της τρόϊκα εδώ:
http://citypress-gr.blogspot.com/2011/02/blog-post_2368.html

Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2013

ΕΝΙΑΙΟΣ …ΦΟΝΟΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ


Η κυβέρνηση θα θέσει την ερχόμενη εβδομάδα σε διαβούλευση το νομοσχέδιο που προβλέπει την επιβολή του ενιαίου φόρου ακινήτων από το 2014. Ο ενιαίος φόρος θα προέλθει από συγχώνευση του ειδικού τέλους ακινήτου (ΕΕΤΑ) που εισπράττεται μέσω της ΔΕΗ και του ΦΑΠ. Επεκτείνεται μάλιστα η εφαρμογή του και σε οικόπεδα και αγροτεμάχια.
Το παράδοξο είναι ότι την υψηλή φορολογία στα ακίνητα είχε στηλιτεύσει προεκλογικά η ΝΔ ενώ και ο ίδιος ο Πρωθυπουργός είχε δεσμευθεί αφενός στην κατάργηση του ΦΑΠ και του «επαχθούς», όπως ορθότατα το αποκαλούσε, ΕΕΤΗΔΕ, αφετέρου στην επαναφορά του χαμηλότερου ΕΤΑΚ που είχε θεσπίσει η κυβέρνηση Καραμανλή.
Ανατρέχω στις προεκλογικές δεσμεύσεις της ΝΔ και του Πρωθυπουργού γιατί ο τελευταίος είχε περιγράψει τότε με τον καλύτερο τρόπο τις τραγικές συνέπειες της υψηλής φορολογίας στα ακίνητα, στο σύνολο της οικονομίας.
Ενώ λοιπόν αυτά τα σωστά έλεγε ο μεγαλύτερος εταίρος της σημερινής κυβέρνησης, όταν βρισκόταν στην αντιπολίτευση, σήμερα όχι μόνο δεν καταργεί τους φόρους εκείνους αλλά επεκτείνει την εφαρμογή τους και σε ακίνητα που δεν επιβαρύνονταν από τους προηγούμενους. Αυτή η λανθασμένη πολιτική δεν λαμβάνει υπόψη της πρώτα και κύρια το πραγματικό γεγονός της σοβαρής οικονομικής αδυναμίας της συντριπτικής πλειονότητας των πολιτών. Επίσης, με μαθηματική ακρίβεια θα οδηγήσει σε πλήρη κατάρρευση την κτηματαγορά, δηλαδή την ατμομηχανή μέχρι πριν από λίγο καιρό της ελληνικής οικονομίας από την οποία εξαρτώνται διακόσια και πλέον επαγγέλματα, και συνακόλουθα σε ακόμη μεγαλύτερη ύφεση, άρα σε περαιτέρω μείωση των εσόδων του κράτους και, το κυριότερο, σε τεράστιες κοινωνικές εντάσεις.
Επί της ουσίας –χωρίς να εξετάζεται η τρέχουσα φοροδοτική ικανότητα του πολίτη καθώς και το ότι όταν απέκτησε αυτός ένα ακίνητο το απέκτησε από φορολογημένο εισόδημα και πλήρωσε, ανάλογα με την αιτία της κτήσεως, φόρο μεταβίβασης ή φόρο κληρονομίας– το κάθε ακίνητο θα επιβαρύνεται από 1/1/2014 με όλους ή κάποιους από τους εξής φόρους:
1) Με τον Ενιαίο Φόρο Ακινήτων,
2) Με Δημοτικό φόρο,
3) Με Δημοτικά τέλη,
4) Με Τέλος Ακίνητης Περιουσίας,
5) Με Συμπληρωματικό φόρο εισοδήματος από οικοδομές,
6) Με Φόρο επί του τεκμαρτού εισοδήματος ιδιοκτησίας,
7) προκαταβολή φόρου για το επόμενο έτος,
8) Τέλος Χαρτοσήμου και εισφορά ΟΓΑ στο χαρτόσημο επί του εισοδήματος από οικοδομές.
Ακόμη στην περίπτωση της μεταβίβασης επιβάλλεται φόρος μεταβίβασης ενώ για τα πωλούμενα ακίνητα που αποκτήθηκαν μετά την 1/1/2013 επιβάλλεται φόρος υπεραξίας.
Θα αντιλέξουν κάποιοι ότι το δημοσιονομικό συμφέρον του κράτους σε περιόδους κρίσης υπερτερεί του ατομικού. Κάνουν μεγάλο λάθος. Εκείνο που ξεχνούν και κυρίως το ξεχνά και η κυβέρνηση είναι ότι παλιοί και νέοι φόροι δεν έχουν καμιά σχέση με τη φοροδοτική ικανότητα των φορολογουμένων αλλά και με τα δεδομένα της αγοράς ακινήτων.
Πρώτον, διότι τα περισσότερα ακίνητα σήμερα είτε αποφέρουν μειωμένο εισόδημα σε σχέση με το παρελθόν, το οποίο επίσης υπερφορολογείται, είτε δεν αποφέρουν καν εισόδημα.
Δεύτερον, διότι οι αντικειμενικές αξίες των ακινήτων, βάσει των οποίων υπολογίζονται είναι υπερδιπλάσιες των πραγματικών. Επισημαίνω κάτι το οποίο στο Υπουργείο Οικονομικών «λησμονούν», ότι οι αντικειμενικές αξίες δεν είναι μέσο επιβολής της φορολογίας, όπως λανθασμένα πιστεύεται, αλλά μέσο προσδιορισμού της φορολογητέας ύλης. Οι ιδιοκτήτες ακινήτων θα πληρώσουν λοιπόν το 2013 και πολύ περισσότερο το 2014 φόρο που δεν αντιστοιχεί σε υπαρκτή φορολογητέα ύλη. Η φορολογία θα είναι γι’ αυτούς εξουθενωτική. Με τις αγοραίες αξίες των ακινήτων να έχουν καταρρεύσει η διατήρηση των αντικειμενικών αξιών στα επίπεδα του 2007 ουσιαστικά οδηγεί σε διπλασιασμό ή και τριπλασιασμό της φορολογίας. Η διατήρηση των αντικειμενικών αξιών σε εξωπραγματικά επίπεδα τις καθιστά μοχλό δημεύσεως της περιουσίας των πολιτών. Επομένως, και ανεξάρτητα από την επιβολή του Ενιαίου Φόρου Ακινήτων, πρέπει η κυβέρνηση να προσαρμόσει άμεσα τις αντικειμενικές αξίες των ακινήτων στην πραγματικότητα της αγοράς.
Θα αναρωτηθείτε: ναι, αλλά τι θα γίνει με το δημοσιονομικό συμφέρον που επιβάλλει να δείξουμε πρωτογενές πλεόνασμα; Με υπερφορολόγηση των ακινήτων δεν πρόκειται να λυθεί το πρόβλημα. Η κυβέρνηση δεν θα εισπράξει το ποσό που περιμένει –το ομολογεί άλλωστε– όσο κι αν προσπαθήσει, γιατί πολύ απλά οι περισσότεροι ιδιοκτήτες ακινήτων δεν έχουν λεφτά να πληρώσουν τους φόρους τους και ταυτόχρονα εξαιτίας της δυσβάστακτης φορολόγησης της ακίνητης περιουσίας δεν υπάρχουν αγοραστές για να πουλήσουν τα ακίνητά τους.
Η παράλογη αυτή φορολογική πολιτική θα ακυρώσει στην πράξη τις προσπάθειες της κυβέρνησης να εκποιήσει την ακίνητη περιουσία του Δημοσίου. Όσο πιο υψηλούς φόρους επιβάλλει η κυβέρνηση τόσο περιορίζεται ο κύκλος των δυνητικών αγοραστών των δημοσίων ακινήτων και τόσο λιγότερα αναμένεται τελικώς να εισπράξει.
Εμμέσως με τη δημευτική φορολογία των ακινήτων, όπως πολλές φορές έχει γραφτεί, η κυβέρνηση φορολογεί τις όποιες καταθέσεις των ιδιοκτητών ακινήτων. Είναι επομένως άξιο απορίας γιατί ο Υπουργός Οικονομικών ...απορεί, γιατί οι καταθέσεις στις τράπεζες μειώνονται. Η απάντηση είναι ότι αυτές μετατρέπονται σε φόρους.
Η απόσυρση των καταθέσεων για να πληρωθούν οι φόροι των ακινήτων συνιστά ταυτόχρονα αφαίρεση ρευστότητας από την πραγματική οικονομία. Αυτό θα εντείνει και άλλο την οικονομική ύφεση και θα οδηγήσει σε απόγνωση εκατοντάδες χιλιάδες νοικοκυριά, σε κλείσιμο μερικές ακόμη δεκάδες χιλιάδες επιχειρήσεις, θα αυξήσει κι άλλο την ανεργία και δεν θα βοηθήσει το επιδιωκόμενο δημοσιονομικό αποτέλεσμα.
Όταν λοιπόν ακούω ότι θα υπάρξει ανάπτυξη μετά από νέα επαχθή φορολογικά μέτρα θυμάμαι την φράση του νομπελίστα Robert E. Lucas για τις προβλέψεις και τα οικονομετρικά μοντέλα της ομοσπονδιακής κυβέρνησης: «ξύνουν τα νύχια τους και βγάζουν προβλέψεις».

Δημοσιεύτηκε στις 14/10/2013 στο Capital.gr
http://www.capital.gr/News.asp?id=1888490

Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2013

My country right or wrong? *


Τον 19ο αιώνα οι περισσότεροι ιστορικοί έθεσαν τις υπηρεσίες τους στη νομιμοποίηση της διαδικασίας οικοδόμησης των εθνών-κρατών της εποχής εις βάρος βεβαίως της ιστορικής επιστήμης. Με βάση, λόγου χάρη, μια παρανάγνωση της ιστορίας του Παπαρρηγόπουλου η Ελλάδα θα μπορούσε να διεκδικήσει όλα τα εδάφη μέχρι τον Ινδικό Ωκεανό.
Με το πέρασμα των χρόνων οι ιστορικοί από τον …Ηρόδοτο πέρασαν στον Θουκυδίδη, συνειδητοποίησαν δηλαδή ότι η ιστορική αφήγηση δεν μπορεί να είναι φανταστική αφήγηση ούτε καν επιλεκτική παράθεση γεγονότων διανθισμένη με μύθους προκειμένου να εξυπηρετηθούν αλλότριοι της επιστήμης σκοποί. Με το πρόσχημα της επιστήμης δεν μπορεί να νομιμοποιούνται κρατικές επιδιώξεις που βαφτίζονται «εθνικό συμφέρον». Η ιστορία μιας χώρας δεν μπορεί να στηρίζεται σε ψέματα και η ιστορική επιστήμη δεν πρέπει να τα ανέχεται.
Πολλοί, οι περισσότεροι ίσως, κατηγορούν την ιστορικό και βουλευτή Μαρία Ρεπούση –ακόμη και το κόμμα της κράτησε αποστάσεις από τις θέσεις της– για τις αυτονόητες αλήθειες που κατά καιρούς έγραψε ή είπε σχετικά με γεγονότα που η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων πολιτών αγνοεί πλήρως ή έχει γι’ αυτά μια εντελώς διαστρεβλωμένη εικόνα. Κάνουν λάθος, η ιστορική αλήθεια δεν οφείλει να συσχετίζεται με το «εθνικό συμφέρον». Το τελευταίο δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια αόριστη αξιολογική έννοια που ο καθένας προσεγγίζει διαφορετικά.
Εάν μας ενδιαφέρει να είμαστε μια ευρωπαϊκή χώρα, όχι με την έννοια της συμμετοχής μας σε κάποια νομική ένωση κρατών αλλά ως μέτοχοι των κοινών αξιών που το ελευθερωτικό κίνημα σκέψης και συνειδήσεων που ονομάστηκε «Διαφωτισμός» ανακάλυψε στην αρχαία Ελλάδα, επαναδιατύπωσε και αποτελούν πλέον τη βάση του σύγχρονου ευρωπαϊκού πολιτισμού, οφείλουμε να συζητήσουμε με ειλικρίνεια για όλα εκείνα τα μελανά σημεία της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας και να τα αναθεωρήσουμε πριν αξιώσουμε από τους άλλους να κάνουν το ίδιο με τα δικά τους μελανά ιστορικά σημεία.
Παραδείγματος χάρη, δεν δεχόμαστε αυτό που πιστεύει η πλειονότητα, ότι η βυζαντινή ταυτίζεται με την ελληνική ιστορία. Όταν αποφεύγουν ακόμη και επιστήμονες να διατυπώσουν δημοσίως τέτοιες αυτονόητες αλήθειες, ποιος θα τολμούσε να επαναλάβει σήμερα αυτά που ο Ιάκωβος Ρίζος Νερουλός (μεταξύ άλλων υπουργός Εξωτερικών του Καποδίστρια και ιδρυτής της Αρχαιολογικής Εταιρείας) είπε σε επίσημη ομιλία του στην Ακρόπολη ότι «Η βυζαντινή ιστορία είναι αλληλένδετος σχεδόν και μακροτάτη σειρά πράξεων μωρών και αισχρών βιαιοτήτων τού εις το Βυζάντιον μετεμφυτευθέντος ρωμαϊκού Κράτους. Είναι στηλογραφία επονείδητος της εσχάτης αθλιότητος και εξουθενώσεως των Ελλήνων» (Κ.Θ. Δημαράς, «Νεοελληνικός Διαφωτισμός», εκδ. Ερμής, 1989, σελ. 117).
Πρέπει να πέσει πολύ χαμηλά ένας επαγγελματίας ιστορικός ώστε να κάνει το άσπρο μαύρο προκειμένου να ικανοποιήσει όσους καταναλώνουν μύθους, θρύλους και συνωμοσιολογίες αντί για την ιστορική αλήθεια. Κι αυτό δεν είναι εύκολο σε κανέναν επιστήμονα.
Πρόσφατα, λ.χ., η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ πολύ δυσαρέστησε το εθνικιστικό κοινό με όσα διατύπωσε δημοσίως σχετικά με την πτώση της «αυτοκρατορίας μας», αφού ο μύθος της «Κερκόπορτας» είναι πιο ισχυρός και διαδεδομένος κι από τον μύθο του «Κρυφού Σχολειού».
Οι ιστορικοί επιστήμονες έχουν χρέος να διαλύουν τους μύθους και τις ασάφειες και να αποκαθιστούν την αλήθεια. Εάν τυχαίνει να είναι και πολιτικοί ακόμη καλύτερα. Η «επιβίωση» μιας συλλογικότητας πρέπει να στηρίζεται στην αλήθεια, ώστε να είναι σε θέση να διορθώνει και να μαθαίνει από τα λάθη της: κανένα συλλογικό πρότυπο δεν γιγαντώνεται με ψέματα – αντιθέτως, με την αυτοσυγχώρεση και τη θυματοποίηση αποπροσανατολίζεται. Το ελληνικό κράτος κινδύνευσε σοβαρά (1897, 1922, 1991) όσες φορές «νευροπαθείς ψευδοπατριώτες» –για να θυμηθούμε τη φράση του Βλάση Γαβριηλίδη– το έμπλεξαν σε περιπέτειες και μεγαλοϊδεατισμούς που πάντοτε είχαν ως υπόστρωμά τους μια λανθασμένη ή επιλεκτική ανάγνωση της ιστορίας.
Η αλήθεια είναι ότι οι ιστορικοί δεν μπορούν να σταθούν έξω από το κοινωνικό γίγνεσθαι, πολλές φορές καλούνται να τοποθετηθούν επί ζητημάτων για τα οποία πολλοί αναζητούν ιστορικά ερείσματα για να τα ερμηνεύσουν. Ο ρόλος τους είναι να τοποθετούν τα πράγματα στις σωστές τους διαστάσεις με βάση την επιστημονική τους συνείδηση και μόνο, ανεπηρέαστη από ιδεολογήματα, εθνικισμούς ή θρησκευτικούς φανατισμούς.
Το ανησυχητικό είναι ότι πίσω από τις επιθέσεις κατά των ιστορικών βρίσκεται ένα ισχυρό εξτρεμιστικό εθνικιστικό μέτωπο φαινομενικά αντιθετικών πολιτικών δυνάμεων, από την άκρα δεξιά μέχρι την άκρα αριστερά που σε κάθε ευκαιρία αμφισβητεί τον κοινοβουλευτισμό, το πρωτείο του δικαίου, τα θεμελιώδη δικαιώματα, τον φιλελεύθερο δηλαδή χαρακτήρα του πολιτεύματος και επιχειρεί να αναθεωρήσει την ιστορική πραγματικότητα με απόψεις που μπορεί να στερούνται τεκμηρίωσης αλλά τις περιβάλλει το «τεκμήριο της εθνικότητας».
Σ’ αυτή τη φαιοκόκκινη ψευδοπατριωτική συμμαχία που αμφισβητεί κάθε φορά με διαφορετικό τρόπο τα ατομικά δικαιώματα και τις πολιτικές ελευθερίες των ατόμων οι πολίτες με ελεύθερη συνείδηση θα πρέπει να αναλαμβάνουν δράση ανεπηρέαστη από κομματικούς υπολογισμούς.
Δημοσιεύτηκε στις 3/9/2013 στο http://www.athensvoice.gr/article/city-news-voices/πολιτικη/my-country-right-or-wrong

Οι δύο κανόνες

                              Από τα διδάγματα της ιστορίας μπορούμε να κατανοήσουμε τη σημασία που έχουν τα καλά δημόσια οικονομικά για την...