Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2014

Aντιαναπτυξιακή φορο-τρομοκρατία*


Ορθότατες είναι οι προειδοποιήσεις του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής προς την κυβέρνηση στην τριμηνιαία έκθεση Οκτωβρίου-Δεκεμβρίου 2013 που συνοδεύει την Έκθεση Πεπραγμένων του αλλά φοβούμαι ότι τελικώς δεν θα εισακουστούν.
Το Γραφείο Προϋπολογισμού, αμφισβητώντας την κυβερνητική αισιοδοξία για ανάπτυξη και πρωτογενές πλεόνασμα το 2014, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου ότι η υπερφορολόγηση των πολιτών θα «αυξήσει το κίνητρο της φοροδιαφυγής, με αποτέλεσμα αυτό να οδηγήσει πολλούς φορολογούμενους σε ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο λόγω αδυναμίας πληρωμής», ενώ επισημαίνει το αυτονόητο, ότι η αύξηση των φόρων αυξάνει το κίνητρο της φοροδιαφυγής και μειώνει τα φορολογικά έσοδα.
Ωστόσο, εκείνο που θα ήθελα να θίξω εδώ δεν είναι η υπερφορολόγηση, η οποία οδηγεί στο αντίθετο αποτέλεσμα, δηλαδή στη μείωση των εσόδων του κράτους. Θα ασχοληθώ με τα μέσα που χρησιμοποιεί το κράτος για να εισπράξει τους φόρους, μέσα που επίσης οδηγούν στα αντίθετα από τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται λοιπόν μια αυστηροποίηση της νομοθεσίας με την επαύξηση των ποινικών κυρώσεων και τη διεύρυνση του κύκλου των υπόχρεων για την καταβολή των φόρων προσώπων. Ουδείς βεβαίως ασχολείται να αξιολογήσει τα αρνητικά αποτελέσματα αυτής της άφρονος πολιτικής.
Δεν γνωρίζω πόσοι σοβαρά πιστεύουν στην κυβέρνηση ότι θα γίνουν επενδύσεις και θα υπάρξει ανάπτυξη με τέτοιου είδους αυστηροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας. Ήδη χιλιάδες επιχειρηματίες βρίσκονται στη φυλακή για χρέη προς το Δημόσιο και χιλιάδες αναμένουν τη σειρά τους να εισέλθουν σ’ αυτήν. Αδυνατώ να δεχθώ ότι όλοι αυτοί έχουν να πληρώσουν τους υπέρογκους φόρους που τους επέβαλε το κράτος και απλώς δυστροπούν επιλέγοντας τη θαλπωρή της ειρκτής μακριά από τη συζυγική εστία. Στην πραγματικότητα δεν έχουν να πληρώσουν και οδηγούνται σε επιχειρηματική και –πολλές φορές– φυσική εξόντωση.
Συνεπώς, η αυστηροποίηση των ποινών για φορολογικά αδικήματα δεν κατάφερε να ανταποκριθεί στον σκοπό για τον οποίο θεσπίζεται μια ποινή, στη βασική αρχή της γενικής προληπτικής λειτουργίας της ποινής. Η ποινή επιβάλλεται για να αποτρέψει τους πολίτες να διαπράξουν ένα αδίκημα, και στην προκειμένη περίπτωση αυτό της φοροδιαφυγής. Όταν κατά χιλιάδες οι φορολογούμενοι αδιαφορούν για τις αυστηρότατες κυρώσεις και η συντριπτική πλειονότητα εξ αυτών λόγω αδυναμίας δεν πληρώνει τους εξοντωτικούς φόρους που επιβάλλει το κράτος για να καλύψει τη δική του σπάταλη διαχείριση, αυτές έχουν αποτύχει να επιτελέσουν τον σκοπό για τον οποίο θεσπίστηκαν. Ομοίως οι εξοντωτικές κυρώσεις δεν ανταποκρίθηκαν και στην αρχή της ειδικής προληπτικής λειτουργίας της ποινής που αφορά το συγκεκριμένο κάθε φορά υποκείμενο του αδικήματος.
Το εξοντωτικό λοιπόν ποινολόγιο (στην Ελλάδα εάν δολοφονήσεις κάποιον η ποινή σου θα είναι μικρότερη από το εάν δεν αποδώσεις 300.000 ΦΠΑ) και μάλιστα χωρίς να εξετάζεται ο δόλος, σε συνδυασμό με την πίεση του κράτους στους δικαστικούς λειτουργούς, τους αυτοματισμούς που αναπτύσσει μερίδα δικαστών για να ανταποκριθεί στο αίτημα για ανθρωποθυσίες της παραπλανημένης κοινής γνώμης ή/και για λόγους φθόνου ή/και απλώς αυτοσυντήρησης καθιστά πλέον την επιχειρηματική δραστηριότητα απαγορευτική για τους περισσότερους.
Τα διοικητικά συμβούλια των εταιρειών συνεδριάζουν την περίοδο της τεράστιας κρίσης, της μείωσης του τζίρου τους, της έλλειψης ρευστότητος εξαιτίας της αφαίμαξης των φορολογουμένων που αποσύρουν τις καταθέσεις τους από τις τράπεζες με γνώμονα το πώς θα αποφύγουν τη φυλακή και όχι το πώς θα λάβουν τις άριστες επιχειρηματικές αποφάσεις. Ζούμε στην εποχή της επίσημης κρατικής φορο-τρομοκρατίας που μπορεί να είναι ατελέσφορη ως προς τη σύλληψη της φοροδιαφυγής η οποία συνεχώς διογκώνεται, αλλά είναι αποτελεσματική για την κατατρομοκράτηση και κατασυκοφάντηση των επιχειρηματιών. Εάν αυτό δεν σταματήσει ξεχάστε κάθε υποψία ανάπτυξης.
Αυτά που πρέπει να γίνουν κατ΄απόλυτη προτεραιότητα είναι:
α) Αποποινικοποίηση της μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο, ανεξαρτήτως ποσού,
β) Κατάργηση της αλληλέγγυας και εις ολόκληρον ευθύνης των διοικητικών συμβουλίων και των διαχειριστών των κεφαλαιουχικών εταιρειών για χρέη αυτών προς το Δημόσιο και τους ασφαλιστικούς οργανισμούς,
γ) Φορολογική αμνηστία όλων των συναφών αδικημάτων,
δ) Κατάργηση του πόθεν έσχες για την ίδρυση εταιρειών καθώς και την αύξηση των κεφαλαίων τους.
Μπορεί οι παραπάνω προτάσεις να φαίνονται εντελώς διαφορετικές από τις βεβαιότητες της κοινής γνώμης που καλλιεργούνται συστηματικά από την κυβέρνηση, τα κόμματα του πελατειακού τόξου και τα μέσα ενημερώσεως, βεβαιότητες που δημιουργούν το κατάλληλο «κλίμα» για την επίσημη θεσμική φορο-τρομοκρατία. Αλλά χωρίς αυτές τις «αιρετικές» λύσεις σε συνδυασμό με τη δραστική μείωση του δημόσιου τομέα, της γραφειοκρατίας και των φορολογικών συντελεστών, είναι βέβαιο ότι ανάπτυξη δεν πρόκειται να υπάρξει στον αιώνα τον άπαντα.


* Δημοσιεύτηκε στην ΕΣΤΙΑ, την 01/02/2014.

Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2014

Ανάπτυξη και υπερβάλλουσα δημόσια απασχόληση*



Σήμερα που μας απασχολεί όλους το ζήτημα της ανάπτυξης μπαίνει επιτακτικά το ερώτημα: Υπάρχει υπερβάλλουσα δημόσια απασχόληση, και αν ναι, πόση είναι, τι κοστίζει, και τι κάνουμε;
Σε άρθρο του στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ της 25-10-1987, ο τότε πρωθυπουργός Ανδρέας Γ. Παπανδρέου έγραφε: «Τώρα έχουμε περίπου το διπλάσιο προσωπικό από αυτό που απαιτείται για να παράγουμε τις απαιτούμενες κρατικές υπηρεσίες». Έκτοτε, και μέχρι που περιήλθαμε υπό διεθνή κηδεμονία το 2010, η κατάσταση χειροτέρευσε. Για να υπολογίσουμε πόσο, χρειάζεται ο αριθμός όσων απασχολούνταν στη δημόσια διοίκηση κάποιο πρόσφατο έτος βάσης και μια χώρα που θεωρείται καλό πρότυπο για σύγκριση.
Όσον αφορά το πρώτο ζητούμενο, από την απογραφή που έγινε το 2010 μάθαμε ότι οι εργαζόμενοι για την κυβέρνηση ανέρχονταν σε 768.009.[1] Οπότε αν: (α) προστεθούν και όσοι εργάζονταν σε δημοτικές επιχειρήσεις και σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου υπό τον έλεγχο του δημοσίου, τους οποίους η πολιτεία βρίσκεται τώρα σe διαδικασία απογραφής, και (β) αφαιρεθούν όσοι αποχώρησαν για διάφορους λόγους, ο συνολικός αριθμός των απασχολούμενων στη γενική κυβέρνηση το 2011 πολύ πιθανά υπερέβαινε σημαντικά τις 800.000.[2]
Σχετικά με το δεύτερο ζητούμενο, έστω η Γερμανία, η οικονομία της οποίας είναι κατά τεκμήριο η πλέον αποτελεσματική στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Εκεί λοιπόν το 2011 οι απασχολούμενοι αριθμούσαν 41,6 εκατομμύρια και εξ’ αυτών 4,6 εκατομμύρια ή το 11% εργάζονταν για την κυβέρνηση.[3] Έτσι, αφού εδώ το ίδιο έτος οι απασχολούμενοι ανέρχονταν σε 4 εκατομμύρια και στη δημόσια διοίκηση εργάζονταν 800 χιλ. ή το 20%, η υπερβάλλουσα δημόσια απασχόληση ανερχόταν κατά προσέγγιση σε 360.000 εργαζόμενους [(0,20-0,11)Χ4.000.000].
Από μόνος του αυτός ο αριθμός, αποτελεί την πλέον θεμελιώδη διαρθρωτική στρέβλωση της οικονομίας μας. Για να προσεγγίσουμε τις συνέπειες, ας υποθέσουμε ότι το 2011 ο μέσος δημόσιος υπάλληλος κόστιζε στους φορολογούμενους 25.000 Ευρώ, οπότε η συνολική δαπάνη βρισκόταν στη γειτονιά των 20 δις. Ευρώ (25.000Χ800.000). Το ίδιο έτος γνωρίζουμε ότι το ΑΕΠ ανήλθε σε 215 δις. Ευρώ. Αν λοιπόν αφαιρέσουμε τα 20 από τα 215 δις. Ευρώ και διαιρέσουμε το υπόλοιπο με τα 3.2 εκατομμύρια των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα και στις ΔΕΚΟ, βρίσκουμε ότι ο μέσος εργαζόμενος σ’ αυτούς τους τομείς παρήγαγε προϊόντα και υπηρεσίες αξίας 61 χιλ. Ευρώ.  Έτσι, με λίγη περαιτέρω ανάλυση, προκύπτει ότι:
·     Ο ιδιωτικός τομέας διαθέτει σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημα παραγωγικότητας: Υποθέτοντας ότι ο μέσος δημόσιος υπάλληλος κοστίζει στους φορολογούμενους όσο ακριβώς και η αξία των υπηρεσιών που παράγει, η παραγωγικότητα του μέσου εργαζόμενου στον ιδιωτικό τομέα υπερέβαινε το 2011 εκείνη του μέσου εργαζόμενου στη δημόσια διοίκηση κατά 36 χιλ. Ευρώ (61.000-25.000). Αυτό σημαίνει ότι ο ιδιωτικός τομέας διαθέτει ένα σημαντικό πλεονέκτημα παραγωγικότητας και γι’ αυτό, ενώ για κάθε  θέση εργασίας που προστίθεται (χάνεται) στον ιδιωτικό τομέα το ΑΕΠ αυξάνεται (μειώνεται) κατά 61 χιλ. Ευρώ, για κάθε θέση εργασίας που δημιουργείται (καταργείται) στη δημόσια διοίκηση, το ΑΕΠ αυξάνεται (μειώνεται) μόνο κατά 25 χιλ. Ευρώ.[4]
·     Με τον τρόπο που εφαρμόστηκε, η δημοσιονομική προσαρμογή προκάλεσε βαθύτερη ύφεση: Το 2011 οι άνεργοι στην Ελλάδα υπολογίζονταν γύρω στο 1.000.000 και προέρχονταν από τον ιδιωτικό τομέα. Αν 360 χιλ. απ’ αυτούς προέρχονταν από τη δημόσια διοίκηση, το ΑΕΠ το 2011 θα συρρικνωνόταν κατά 9 δις. Ευρώ (360.000Χ25.000). Αντιθέτως, επειδή προέρχονταν από τον ιδιωτικό τομέα, το ΑΕΠ το 2011 συρρικνώθηκε κατά 22 δις. Ευρώ (360.000 00Χ61.000).  Συνεπώς,  επειδή το πολιτικό σύστημα και οι κυβερνήσεις, εντελώς λανθασμένα, διατήρησαν τη δημόσια απασχόληση αλώβητη, η ύφεση έγινε σημαντικά βαθύτερη γιατί απορροφήθηκε κατά κύριο λόγο από τον ιδιωτικό τομέα.
·     Κάποιοι πολίτες επιβαρύνονται με αυξημένους φόρους ώστε κάποιοι άλλοι να διατηρούν τις θέσεις τους στο δημόσιο: Στην τρέχουσα συγκυρία, για κάθε εργαζόμενο στο δημόσιο τομέα επιβάλλονται φόροι ίσοι με το κόστος που προκαλείται στον προϋπολογισμό της γενικής κυβέρνησης. Με τη σειρά τους όμως οι φόροι προκαλούν συρρίκνωση της απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα. Αν λοιπόν για κάθε εργαζόμενο που δεν απολύεται από το δημόσιο, επιβάλλονται φόροι οι οποίοι οδηγούν στην ανεργία πχ. 0,2 εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα, τότε το κόστος της προστασίας της υπερβάλλουσας δημόσιας απασχόλησης σε όρους συρρίκνωσης του ΑΕΠ το 2011 ήταν 4,4 δις. Ευρώ (360.000Χ61.000Χ0,2).[5] Αυτά τα ασφάλιστρα είναι υπέρογκα και ανήθικα γιατί πληρώνονται από κάποιους πολίτες για να απολαμβάνουν εργασιακής ασφάλειας κάποιοι άλλοι πολίτες.
·     Μειώνεται η διεθνής ανταγωνιστικότητα των Ελληνικών προϊόντων και υπηρεσιών:: Εκτός από την αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης, η υπερβάλλουσα δημόσια απασχόληση συνοδεύεται και από ανυπολόγιστο έμμεσο κόστος σε όρους γραφειοκρατίας και διαφθοράς. Με άλλα λόγια, αυξάνεται το συναλλακτικό κόστος, το οποίο, καθώς ενσωματώνεται στο κόστος παραγωγής των Ελληνικών προϊόντων και υπηρεσιών, μειώνει την ανταγωνιστικότητά τους στις διεθνείς αγορές.
·     Φρενάρεται η ανάπτυξη: Δεδομένου ότι: (α) η παραγωγικότητα του μέσου εργαζόμενου στον ιδιωτικό τομέα είναι πάνω από 2 φορές η παραγωγικότητα του μέσου εργαζόμενου στο δημόσιο τομέα, και (β) ο ιδιωτικός τομέας παράγει εμπορεύσιμα και συνεπώς εξαγώγιμα αγαθά, ενώ ο δημόσιος τομέας παράγει μη εμπορεύσιμα αγαθά, χωρίς καμιά αμφιβολία, η υπερβάλλουσα δημόσια απασχόληση καταστέλλει  το ρυθμό της οικονομικής ανάπτυξης.
Με βάση τα ανωτέρω, αμφιβάλλω αν η υπερβάλλουσα δημόσια απασχόληση μπορεί να αντιμετωπιστεί όσο γρήγορα χρειάζεται με τον κανόνα «προσλαμβάνεται ένας για κάθε πέντε που αποχωρούν», ακόμη και αν εφαρμοστεί απαρέγκλιτα. Δυστυχώς, η γενναία μείωση του αριθμού των θέσεων στο δημόσιο, μέσω κατάργησης δημόσιων υπηρεσιών, ανάθεσης δημόσιων έργων στον ιδιωτικό τομέα, αναβάθμισης των γνώσεων και των δεξιοτήτων των υπαλλήλων, καθώς και αποτελεσματικότερης κατανομής τους στις υπάρχουσες ανάγκες, επέκτασης και εμβάθυνσης της μηχανογράφησης, κλπ., έχει καταστεί πλέον περισσότερο επείγουσα από ποτέ άλλοτε. Διαφορετικά, η ασυνεννοησία των κομμάτων και οι καλλιεργούμενες φρούδες προσδοκίες για την διατήρηση της υπερβάλλουσας δημόσιας απασχόλησης, θα συνεχίσει να εξουδετερώνει τις προσπάθειες της χώρας να βγει από το αναπτυξιακό αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει.

* Του Γεωργίου Κ. Μπήτρου Ομότιμου καθηγητή στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή της Κυριακής στις 26.1.2014

[1]    Βλ. Ν. Β. Νώτης, «Τι έδειξε η απογραφή των δημοσίων υπαλλήλων», www.capital.gr, 20 Ιουλίου 2010.
[2]   Αυτοί που εργάζονταν για την κυβέρνηση αλλά δεν απογράφησαν το 2010, ξεπερνούσαν τις 100.000. Γ’ αυτήν την εκτίμηση, βλ. Π. Καρακατσούλης, «Μια Ελληνική Ατζέντα, Φιλελεύθερη και Ευρωπαϊκή για το 2021», Αδημοσίευτα πρακτικά συνεδρίου με θέμα «Η Ελλάδα στο κατώφλι μιας φιλελεύθερης εποχής» που έλαβε χώρα στο Ξυλόκαστρο Κορινθίας στις 5-7/10/2012.
[3]    Βλ. Σ. Παρασκευόπουλος, ομοίως στα πρακτικά του πιο πάνω αναφερόμενου συνεδρίου. Επίσης, σε νεότερη συζήτηση μαζί του μου επισήμανε ότι το ποσοστό των εργαζόμενων για την κυβέρνηση στη Γερμανία θα ήταν ακόμη μικρότερο, αν αφαιρούνταν οι εργαζόμενοι για τις κυβερνήσεις σε πολιτειακό επίπεδο, το οποίο δεν υπάρχει στην Ελλάδα.
[4]    Το λάθος της Τρόικα περί τον αποκαλούμενο «πολλαπλασιαστή» δεν είναι καθόλου άσχετο με τη πολιτική που εφάρμοσαν οι κυβερνήσεις μας σχετικά με την υπερβάλλουσα δημόσια απασχόληση.
[5]    Αν βρισκόμαστε σε σημείο έλλειψης δημόσιων υπαλλήλων, αυτό  το αποτέλεσμα θα ήταν αντίστροφο. Δηλαδή για κάθε δημόσιο υπάλληλο που δεν θα προσλαμβανόταν, δεν θα δημιουργούταν 0,2 θέσεις στον ιδιωτικό τομέα και ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ δεν θα επιταχυνόταν όσο θα μπορούσε.

Τρίτη 24 Δεκεμβρίου 2013

ΤΟ ΠΑΣΟΚ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΟΥ

Μπορεί το ΠΑΣΟΚ να διαλύεται όμως ταυτοχρόνως επικρατεί παντού έστω και μέσω μετασχηματισμού. 
Ο σοσιαλκρατισμός του παλαί ποτε κραταιού ΠΑΣΟΚ θριαμβεύει. Στην πραγματικότητα δεν προηγείται ο ΣΥΡΙΖΑ. Οι ειδικοί των συγχωνεύσεων και εξαγορών θα το καταλάβουν. Από το ΠΑΣΟΚ εκεί γύρω στο 2010 αποσχίστηκε ο κλάδος του συντεχνιακού, συνδικαλιστικού και πιο κρατικιστικού ΠΑΣΟΚ. Ο μικρός -τότε- ΣΥΡΙΖΑ ή αλλιώς το "κέλυφος" απορρόφησε δια συγχωνεύσεως τον αποσχισθέντα κλάδο των πελατειακών σχέσεων που συγχρόνως διέθετε τεράστια οργανωτική και κομματική εμπειρία. Μετά τη συγχώνευση από τον παλιό ΣΥΡΙΖΑ διατηρήθηκε μόνο μέρος της ηγετικής ομάδας και η επωνυμία. Έτσι λόγω μεν είναι ΣΥΡΙΖΑ έργω δε original (ΠΑΣΟΚ) 81.
Αλλά και το ΠΑΣΟΚ που έμεινε ως κατάλοιπο κατόρθωσε να κυβερνά με όχημα απλώς τη Νέα Δημοκρατία που πολύ σωστά ο Βενιζέλος δήλωσε ότι θα μπορούσε κάποιος να πει ότι έχει γίνει συνιστώσα του ΠΑΣΟΚ.
Σήμερα σε πλείστα όσα θέματα ακολοθούνται οι πολιτικές εκείνες που οδήγησαν τον τόπο στην καταστροφή. Στα φορολογικά μάλιστα η ακολουθούμενη σήμερα πολιτική είναι σοσιαλιστικότερη άρα χειρότερη κι εκείνης που εφήρμοσε η κυβέρνηση Παπανδρέου. Λ.χ. οι μισθωτοί φορολογούνται με ανώτατο συντελεστή 42% για ετήσιο εισόδημα που υπερβαίνει τα 42.000 €. Επί Παπακωνσταντίνου ο ανώτατος συντελεστής ήταν μεν 45% αλλά εφηρμόζετο για ετησιο εισόδημα άνω των 100.000 €. Εκεί που εφαρμόζεται κατά γράμμα η πολιτική ΠΑΣΟΚ είναι στη φορολογία ακινήτων με δημευτικούς συντελεστές. Επαιρόμενος μάλιστα ο Βενιζέλος δήλωσε "... εάν δεν υπήρχε το ΠΑΣΟΚ θα είχαμε τη σωστή λύση για την φορολογία ακινήτων και την φορολογία της μεγάλης ακίνητης περιουσίας;".

Στην προσπάθεια μειώσεως του καταστροφικού για την οικονομία και την κοινωνία δημοσίου τομέα η συγκυβέρνηση της ΝΔ-ΠΑΣΟΚ ανθίσταται περισσότερο σθεναρά από την κυβέρνηση Παπανδρέου υιοθετώντας την ίδια κουτοπόνηρη πολιτική στρεψοδικιών και καθυστερήσεων με τα "καλύτερα" παιδιά της κυβέρνησης εκείνης (Κατσέλη, Καστανίδη, Παπουτσή και το κακό συναπάντημα).
Μπορεί λοιπόν το ΠΑΣΟΚ να πνέει τα λοίσθια ως κόμμα αλλά ως αντίληψη, ως νοοτροπία, ως πολιτική κυριαρχεί απολύτως στο πολιτικό σύστημα και ίσως είναι ισχυρότερο και από την εποχή που σάρωνε στις εκλογικές αναμετρήσεις.

Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2013

Φοροδιαφυγή: Η αλήθεια και το ψέμα


Παρά τα όσα λέγονται το μεγάλο και υπερτροφικό κράτος, ο βασικός δηλαδή υπαίτιος της οικονομικής κρίσης που μαστίζει τη χώρα, αντί να μικραίνει σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας, μεγαλώνει.
Oι πρωτογενείς δαπάνες της κεντρικής κυβέρνησης στα τέσσερα τελευταία χρόνια παρουσιάζουν ως ποσοστό του ΑΕΠ οριακή αύξηση (28,4% το 2013 από 28% το 2009), ενώ οι πρωτογενείς δαπάνες της γενικής κυβέρνησης, ως ποσοστό του ΑΕΠ πάντοτε, παρουσιάζουν οριακή μείωση κατά 1,4% (43,2% το 2013 από 44,6% το 2009), όταν το ΑΕΠ της χώρας μειώθηκε την ίδια περίοδο κατά 21%.
Μια ακόμη απόδειξη του παραπάνω ισχυρισμού είναι ότι τα φορολογικά έσοδα ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξήθηκαν στο 23,8% για το 2013 από 21,5% που ήταν το 2009. Και τούτο γιατί η αύξησή τους δεν οφείλεται στον περιορισμό της φοροδιαφυγής αλλά στην αύξηση των φόρων που θα κληθούν να πληρώσουν, σε αντίθεση με τους επιτήδειους που φοροδιαφεύγουν, οι ίδιοι συνεπείς φορολογούμενοι που μέχρι σήμερα πλήρωναν φόρους. Τώρα οι τελευταίοι θα πληρώσουν ακόμη περισσότερα.
Κι επειδή και πάλι τα έσοδα δεν φτάνουν να καλύψουν τις υπέρογκες δαπάνες, το κράτος αντί να φορολογήσει το παραγόμενο εισόδημα καταφεύγει στην εύκολη πλην όμως παράλογη και ανήθικη φορολόγηση ανύπαρκτης ακίνητης περιουσίας (ανύπαρκτης δεδομένου ότι η αξία της υπολογίζεται βάσει αντικειμενικών αξιών που δεν ανταποκρίνονται στις πραγματικές αξίες των ακινήτων), η οποία δεν παράγει εισόδημα και έχει ήδη υπερφορολογηθεί. Και τι προσδοκά να εισπράξει για το 2014; Το πολύ 2,9 δισ. ευρώ. Το κράτος υπερφορολογεί τα ακίνητα –με όλες τις αρνητικές συνέπειες που κατά καιρούς έχουμε εκθέσει για τους ιδιοκτήτες και την οικονομία– επειδή δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσει τη φοροδιαφυγή.
Τα οικονομικά στοιχεία καταδεικνύουν το μέγεθος του παραλογισμού. Από τη φορολογία εισοδήματος φυσικών προσώπων το Δημόσιο θα εισπράξει φέτος περίπου 7,5 δισ. ευρώ, δηλαδή μόλις το 4% του ΑΕΠ! Ο μέσος όρος της Ευρωζώνης είναι 8,7% του ΑΕΠ και της ΕΕ των 28 είναι περίπου 9% του ΑΕΠ.
Εάν εισπράττετο και στην Ελλάδα από τη φορολογία εισοδήματος φυσικών προσώπων το 8% του ΑΕΠ (δηλαδή και πάλι λιγότερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης), τα αντίστοιχα έσοδα για το 2013 θα ήταν 15 δισ. ευρώ. Το Δημόσιο δηλαδή θα εισέπραττε κάθε χρόνο 7,5 δισ. ευρώ περισσότερα από όσα εισπράττει σήμερα. Αυτό είναι το ποσό που χάνεται από τη φοροδιαφυγή μόνο από τη φορολογία εισοδήματος φυσικών προσώπων.
Προσέξτε τον παραλογισμό, σε μια χώρα με ανώτατο φορολογικό συντελεστή 45% ή 33% (για ελεύθερους επαγγελματίες) τα έσοδα του κράτους περιορίζονται στο 4% του ΑΕΠ!
Οι λαϊκιστές της αριστεράς, ου μην αλλά και της δεξιάς, θα σπεύσουν να παρατηρήσουν, όπως κάνει ήδη ο Α. Τσίπρας, ότι μόλις καταλάβουν την εξουσία θα «συλλάβουν» τη φορολογητέα ύλη που σήμερα κρύβεται και όλοι πλέον θα τρώμε με χρυσά μαχαιροπήρουνα. Αλλά τα στοιχεία για την ανικανότητα του κράτους να πατάξει τη φοροδιαφυγή δεν τεκμηριώνουν τα λαϊκιστικά συνθήματα του τύπου «λεφτά υπάρχουν» για να δικαιολογήσουν νέες φορομπηχτικές πολιτικές ή περαιτέρω αυστηροποίηση του συστήματος των ποινών. Υπάρχουν δυστυχώς αφελείς που πιστεύουν τους λαϊκιστές του κρατισμού ή κάνουν πως τους πιστεύουν.
Η πραγματικότητα ωστόσο διαφέρει από τις αναψυκτικές δηλώσεις των Δον Κιχώτηδων του λαϊκισμού. Η οικονομική ανάλυση αλλά και η εμπειρία των προηγμένων χωρών έχει δεκαετίες τώρα αποδείξει ότι η φοροδιαφυγή δεν αντιμετωπίζεται με νέους φόρους, με αστυνομικά μέτρα και με αυστηρότερες ποινικές ή διοικητικές κυρώσεις που θίγουν στον πυρήνα τους θεμελιώδη δικαιώματα των φορολογουμένων.
Οι βασικές αιτίες της φοροδιαφυγής σύμφωνα με όλες τις εκθέσεις των διεθνών οργανισμών, χωρίς τα στερεότυπα και τις προκαταλήψεις των εκπροσώπων του ελληνικού πελατειακού τόξου είναι οι εξής:
α) οι υψηλοί φορολογικοί συντελεστές,
β) η πολυπλοκότητα-πολυνομία της φορολογικής νομοθεσίας,
γ) η έλλειψη ανταποδοτικότητας για το φορολογούμενο,
δ) η αδικία του φορολογικού συστήματος.
Η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής προϋποθέτει μείωση των δημοσίων δαπανών και των φόρων. Η απόλυτα συνειδητή επιλογή του πελατειακού κομματικού συστήματος, ήδη από το 2009, να αυξήσει τους φόρους αντί να μειώσει τη δημόσια σπατάλη, αύξησε αναλόγως και το μέγεθος της φοροδιαφυγής.
Η υψηλή φορολογία, η πολυπλοκότητα του φορολογικού συστήματος, η αδιαφάνεια και αναποτελεσματικότητα των κρατικών μηχανισμών που οδηγούν τον μόχθο των φορολογουμένων σε μια μαύρη τρύπα απίστευτης σπατάλης, η έλλειψη ανταποδοτικότητας στις παροχές του κράτους, οι νησίδες υπερτροφικής εύνοιας και προστασίας που έχει δημιουργήσει το κομματικό σύστημα εξουσίας για τις δικές του προσοδοθηρικές ομάδες είναι οι αιτίες που αμβλύνουν τη φορολογική συνείδηση των πολιτών και διευκολύνουν τη φοροδιαφυγή. Αντιθέτως, όταν οι φορολογικοί συντελεστές είναι σε χαμηλά επίπεδα η φοροδιαφυγή μειώνεται.
Χαρακτηριστικό στοιχείο επίσης του φαινομένου της φοροδιαφυγής είναι ότι αυτή διαχέεται «δημοκρατικότατα» σε πολύ μεγάλα τμήματα του πληθυσμού και δεν αποτελεί «προνόμιο» των πλουσίων. Αυτό το τελευταίο είναι ένας ακόμη από τους προσφιλείς μύθους των κρατικιστών που επαναλαμβάνει συχνά ο Α. Τσίπρας (τον είχε χρησιμοποιήσει και ο Γ. Α. Παπανδρέου το 2009), ότι δηλαδή δεν φορολογούνται οι πλούσιοι, κι ότι αν η κυβέρνηση αποφάσιζε να τους φορολογήσει θα έλυνε ως δια μαγείας το δημοσιονομικό πρόβλημα, είναι ο μύθος που συνοψίζεται, όπως είπαμε, στη φράση «λεφτά υπάρχουν ή οσονούπω θα υπάρξουν». Ο μύθος αυτός συνετέλεσε αποφασιστικά στην καταστροφή της οικονομίας. Όμως από τα επίσημα στοιχεία του Υπουργείου Οικονομικών προκύπτει ότι το 35% των φόρων πληρώνεται από το 3% των φορολογουμένων που δηλώνουν το 15% των συνολικών εισοδημάτων. Κανένας όμως δεν λέει αυτή την αλήθεια, ότι δηλαδή το κύριο βάρος των αμέσων φόρων επωμίζεται μια πολύ μικρή μερίδα φορολογουμένων.
Το ότι η μείωση των φορολογικών συντελεστών μειώνει το μέγεθος της φοροδιαφυγής ισχύει και στην περίπτωση των εμμέσων φόρων. Σύμφωνα με σχετική μελέτη της Ε.Ε. η Ελλάδα το 2011 κατέγραψε τις δεύτερες υψηλότερες μετά τη Ρουμανία απώλειες εσόδων από τον ΦΠΑ μεταξύ των κρατών-μελών της Ένωσης (9,7 δισ. ευρώ ή 4,7% του ΑΕΠ). Ο μέσος όρος των 26 τότε χωρών ήταν 1,5% του ΑΕΠ της Ε.Ε. Το 2008 πριν την πρώτη αύξηση των συντελεστών του ΦΠΑ από την κυβέρνηση Καραμανλή (από 18% σε 19%) οι απώλειες εσόδων από ΦΠΑ βρίσκονταν κοντά στο 3% του ΑΕΠ. Ακολούθησε το 2010 η φοροκαταιγίδα των σοσιαλιστών Παπανδρέου - Παπακωνσταντίνου, όπου μεταξύ άλλων αυξήθηκαν και οι συντελεστές του ΦΠΑ στο 23% (αύξηση δηλαδή περίπου 20%). Η χώρα από απώλειες ΦΠΑ 7 δισ. ευρώ το 2008 με ΑΕΠ κοντά στα 240 δισ. ευρώ, έφθασε σχεδόν τα 10 δισ. ευρώ το 2011 με ΑΕΠ στα 206 δισ. ευρώ. Η αύξηση των φόρων οδήγησε σε μεγάλη μείωση των εσόδων και ταυτοχρόνως σε ακόμη μεγαλύτερη διαφθορά και αναποτελεσματικότητα του φοροελεγκτικού μηχανισμού.

Κατόπιν αυτών υποστηρίζω ότι εάν δεν απαλλαγούμε το ταχύτερο δυνατόν από την τυραννία των μύθων που με συστηματικό τρόπο καλλιέργησε και συντηρεί ως κοινωνική συνείδηση και αντίληψη η συμμαχία των κομματικών και πελατειακών (επιχειρηματικών και συνδικαλιστικών) δικτύων που κυβερνά δεκαετίες τώρα σε βάρος της παραγωγικής ιδιωτικής οικονομίας δεν υπάρχει ελπίδα σωτηρίας της χώρας.

Δημοσιεύτηκε στο http://www.andro.gr/apopsi/forodiafugh/ στις 18/11/2013

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2013

Πού την είδατε την έξοδο από την κρίση;

Γιατί δε συμμερίζομαι την αισιοδοξία του πρωθυπουργού σχετικά με την οικονομική ανάκαμψη της χώρας.
Θα σας παραθέσω ενδεικτικά τα εξής στοιχεία:
Ας συγκρίνουμε το έτος που ξεκίνησε η ελληνική κρίση, δηλαδή το 2009, με το τρέχον έτος. 

Το ΑΕΠ της χώρας το 2009 ανερχόταν σε 235 δις € περίπου. Το 2013 αναμένεται να διαμορφωθεί σε 185 δις €. Το 2009 οι πρωτογενείς δαπάνες του δημοσίου (γενικής κυβέρνησης) άγγιζαν τα 105 δις €, ενώ το 2013 εκτιμάται ότι θα αγγίξουν τα 80 δις €. Δηλαδή ενώ το ΑΕΠ τηςχώρας μειώθηκε από το 2009 έως το 2013 κατά 21%, την ίδια περίοδο οι δαπάνες του κράτους, ως ποσοστό του ΑΕΠ μειώθηκαν κατά 1,4% (το 2009 ήταν 44,6% περίπου και το 2013 43,2%). Η μείωση δηλαδή των δαπανών του κράτους ως ποσοστό του ΑΕΠ υπήρξε οριακή. Εάν μάλιστα, ως συγκριτικά στοιχεία λάβουμε τις δαπάνες του κρατικού προϋπολογισμού, τότε οι δαπάνες του κράτους το 2009 ήταν το 28% του ΑΕΠ (65,9 δις €) ενώ το 2013 θα είναι 28,4% του ΑΕΠ (52,6 δις €) άρα θα έχουμε οριακή αύξηση του κράτους!
Επίσης το 2009 τα φορολογικά έσοδα ανέρχονταν σε 50,57 δις € και αντιστοιχούσαν σε 21,5% του ΑΕΠ ενώ το 2013 υπολογίζονται σε 44 δις € και θα αντιστοιχούν σε 23,8% του ΑΕΠ! Αξιοσημείωτο επίσης, ότι η αύξηση των φόρων σε σχέση με το 2009, ως ποσοστό του ΑΕΠ, δεν προέρχεται από σύλληψη της φοροδιαφυγής, η οποία αντιθέτως έχει αυξηθεί, αλλά από την αύξηση της φορολογίας.
Τα παραπάνω με απλά λόγια σημαίνουν ότι το πελατειακό τόξο των κομμάτων που εκπροσωπείται στη βουλή (κυβέρνηση και αντιπολίτευση) κατάφερε την πενταετία της οικονομικής κρίσης να μην πειράξει τη βασική αιτία αυτής που ήταν και είναι το μεγάλο κράτος αλλά αντιθέτως μέσω της αύξησης της φορολογίας και της επιβολής νέων φόρων να το διατηρήσει αλώβητο παρά τις ρητές δεσμεύσεις που έχουμε ως χώρα αναλάβει προς τους δανειστές μας και παρά τη δραματική συρρίκνωση της ιδιωτικής οικονομίας.
Έτσι το κράτος από υπαίτιος του δημοσιονομικού εκτροχιασμού της χώρας μεταβάλλεται με ευθύνη του πολιτικού συστήματος στον απόλυτο καταστροφέα της ελληνικής οικονομίας.

Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2013

Aμ έπος αμ έργον


Στην πρόσφατη συνέντευξή του ο Πρωθυπουργός ανακοίνωσε ότι εξετάζει την πρόταση να περάσει ο φόρος ακινήτων στους Δήμους – αλλά δεν το έχει συζητήσει ακόμη με την τρόικα, ούτε με τον κ. Στουρνάρα, προσθέτω εγώ. Η δήλωση του Πρωθυπουργού είναι επί της αρχής σωστή, αρκεί να εφαρμοστεί και να μην εγκαταλειφθεί, όπως συνέβη με άλλες εξαγγελίες του κόμματός του για μείωση της φορολογίας και απλοποίηση του φορολογικού συστήματος.
Λησμόνησε βεβαίως να αναφέρει ότι η πρόταση αυτή που ο ίδιος για πρώτη φορά εξετάζει σήμερα, έχει εδώ και χρόνια κατατεθεί στον δημόσιο διάλογο από τον Στέφανο Μάνο[i] και είναι εδώ και χρόνια βασική πρόταση του φορολογικού προγράμματος της Δράσης.[ii] Την πρόταση αυτή υποστήριξαν πρόσφατα δημοσίως με δηλώσεις τους και οι δήμαρχοι Αθήνας και Θεσσαλονίκης, που υποστηρίχθηκαν και από τη Δράση.
Είναι πάντως θετικό ότι ο Πρωθυπουργός της χώρας υιοθετεί την πρότασή μας έστω κι αν δεν αναφέρει την πατρότητά της. Αρκεί μόνο, ξαναγράφω, να την εφαρμόσει και να μη μείνει κι αυτή «στο ράφι».
Επίσης, η εφαρμογή της πρότασης χρειάζεται μεγάλη προσοχή για να μην καταλήξουμε να έχουμε έναν ακόμη φόρο. Πρέπει να γίνει σαφές, ότι δεν προτείνεται η εισαγωγή ενός ακόμη φορολογικού βάρους αλλά η κατάργηση κάθε κρατικής χρηματοδότησης προς τους ΟΤΑ, η κατάργηση των πάσης φύσεως φόρων και τελών που επιβαρύνουν την ακίνητη περιουσία και η αντικατάστασή τους σε επίπεδο Περιφέρειας και Δήμων με ένα μόνο τέλος στην εντός σχεδίου ακίνητη περιουσία που θα είναι ανταποδοτικό των υποδομών και των υπηρεσιών που της προσφέρονται από τους Δήμους. Το τέλος αυτό θα στηρίζεται αποκλειστικά στην επιφάνεια των ιδιοκτησιών και τον συντελεστή δόμησης (όχι στην αξία των ακινήτων), θα είναι απλούστατο στον υπολογισμό του, θα μπορεί να διαφέρει από Δήμο σε Δήμο και συνεπώς θα μπορεί να ελεγχθεί από τους δημότες κάθε περιοχής. Οι δημότες θα ελέγχουν πλέον αποτελεσματικά το πού πηγαίνουν και πώς ξοδεύονται τα χρήματά τους.
Η πρόταση της Δράσης είναι από κάθε άποψη επαναστατική, γιατί ταυτοχρόνως επιτυγχάνει τα εξής:
α) ανακουφίζει τον προϋπολογισμό καθώς καταργεί την κρατική χρηματοδότηση στους Δήμους και στις Περιφέρειες (περίπου 2,7 δισ. για το 2014),
β) μειώνει τη συνολική επιβάρυνση των πολιτών αφού καταργεί όλους τους φόρους, τέλη και λοιπές επιβαρύνσεις στην ακίνητη περιουσία,
γ) καταργεί τα δημοτικά τέλη που εισπράττονται μέσω των λογαριασμών της ΔΕΗ
δ) μεταφέρει αποκλειστικά την ευθύνη της συνετής και χρηστής διοίκησης στους τοπικούς άρχοντες και τους εξαναγκάζει υπό την πίεση των δημοτών τους και της μικρότερης χρηματοδότησης που θα έχουν να περιορίσουν δραστικά τις δαπάνες τους,
ε) καθιστά τον έλεγχο της οικονομικής διαχείρισης των Δήμων αποτελεσματικό από τους δημότες και συγχρόνως επιτρέπει στους πολίτες τη σύγκριση της πολιτικής επιβολής τελών διαφορετικών Δήμων,
στ) δίνει στις τοπικές κοινωνίες το δικαίωμα να καθορίζουν αυτές το ύψος του ανταποδοτικού τέλους που θα πληρώνουν, και
ζ) αποκαθιστά την αρχή της φορολογικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη λογική φορολόγηση μόνο της πραγματικής προσόδου κάποιου περιουσιακού δικαιώματος και όχι του πυρήνα του.

Δημοσιεύτηκε στο capital.gr στις 8/11/2013 http://www.capital.gr/News.asp?id=1903886

Οι δύο κανόνες

                              Από τα διδάγματα της ιστορίας μπορούμε να κατανοήσουμε τη σημασία που έχουν τα καλά δημόσια οικονομικά για την...