Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2017

Μη φορέσετε γραβάτα ακόμη, κύριε Τσίπρα*

Η τραγική αποτυχία της πρώτης «πρωτόγονης μαρξιστικής» περιόδου της κυβέρνησης της «ανυποχώρητης» διαπραγμάτευσης οδήγησε στο Τρίτο Μνημόνιο. Τότε χρειάστηκαν έξι μόλις μήνες (Ιανουάριος-Ιούλιος 2015) για να καταρρεύσει η οικονομία και να επιδεινωθούν δραματικά όλα ανεξαιρέτως τα οικονομικά μεγέθη. Ταυτοχρόνως, με τη συμφωνία της 12ης Ιουλίου 2015 αποκλείστηκε οποιαδήποτε ονομαστική μείωση του χρέους της χώρας. 
Η δεύτερη περίοδος της κυβερνητικής στροφής προς τον «οικονομικό ρεαλισμό» της κουτοπόνηρης διαπραγμάτευσης υπαγορεύτηκε όχι από τη συνειδητοποίηση εκ μέρους της κυβέρνησης του αδιεξόδου στο οποίο οδηγούν οι ιδεολογικές αγκυλώσεις ή/και οι πελατειακές προσκολλήσεις της, αλλά από την κλασική μαρξιστική λενινιστική πρακτική των τακτικών ελιγμών, συμβιβασμών και υποχωρήσεων προκειμένου να κερδίσει χρόνο και να εξασφαλίσει τη χρηματοδότηση που χρειάζεται για να οργανώσει καλύτερα στο μέλλον την επόμενη σύγκρουση με τους εταίρους μας. Μετά το Eurogroup της 5ης Δεκεμβρίου οι χειρισμοί της κυβέρνησης οδηγούν σε προσυμφωνημένη για το 2018 –ή και νωρίτερα‒ τροποποίηση του Τρίτου Μνημονίου με την προσθήκη νέων μέτρων.
Δικαιούται η κυβέρνηση να είναι έστω και συγκρατημένα ικανοποιημένη μετά την απόφαση του Eurogroup; Η απάντηση είναι μόνο στα πλαίσια μιας χονδροκομμένης προπαγάνδας και απέλπιδας προσπάθειας πολιτικής εξαπάτησης των πολιτών. Το πιο σπουδαίο, καμιά απολύτως κυβερνητική πρόβλεψη δεν επιβεβαιώθηκε και καμιά κυβερνητική θέση δεν υιοθετήθηκε. Βεβαίως, πρέπει να επισημανθεί ότι η πολιτική της κυβέρνησης καθ’ όλη τη διάρκεια του βίου της συνίσταται, όπως έλεγε κι ο Winston Churchill, στον μισό χρόνο να προσπαθεί να μας πείσει τι θα συμβεί ακριβώς και στον άλλο μισό να προσπαθεί εναγωνίως να μας εξηγήσει γιατί δεν συνέβη.
Κατ’ αρχάς η ικανοποίηση της κυβέρνησης είναι κάπως ετεροχρονισμένη. Τα βραχυπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους συμφωνήθηκαν στο γενικό τους πλαίσιο ήδη από τις 24 Μαΐου του 2016. Αυτά ωστόσο, όπως προκύπτει τόσο από την επίσημη ανάλυση του ESM και την ανακοίνωση του Eurogroup, δεν συνιστούν ούτε ονομαστική μείωση του χρέους, ούτε έστω μείωση του χρέους σε παρούσα αξία. Ο ESM υποστηρίζει ότι τα βραχυπρόθεσμα μέτρα θα αποδειχθούν χρήσιμα για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους στο απώτατο μέλλον, εάν και εφόσον συντρέξουν σωρευτικά πολλές προϋποθέσεις και μεταξύ άλλων αποδειχθεί σωστή η πρόβλεψη ότι τα κυμαινόμενα επιτόκια τις επόμενες δεκαετίες θα είναι υψηλότερα του σταθερού συμφωνημένου επιτοκίου για μέρος των ελληνικών ομολόγων, καθώς επίσης και ότι θα υπάρξει όφελος για τη χώρα από την ανταλλαγή των ομολόγων του EFSF/ESM κυμαινομένου επιτοκίου με ομόλογα σταθερού (πρόκειται για δάνειο ύψους 42,7 δισ. ευρώ που έλαβε η χώρα για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών) και τις συμφωνίες ανταλλαγής επιτοκίων (swaps). Ανάμεσα σε άλλες επισημάνσεις του ESM τονίζεται: «Η επίδραση ορισμένων από τα μέτρα εξαρτάται από αρκετούς παράγοντες που είναι πέραν του ελέγχου μας. Μεταξύ αυτών είναι οι επικρατούσες συνθήκες αναφορικά με το περιβάλλον των επιτοκίων και η διαθεσιμότητα άλλων παραγόντων της αγοράς για τη σύναψη ορισμένων συναλλαγών».
Ωστόσο για την ώρα η συμφωνία της Δευτέρας προβλέπει ότι το κόστος της μείωσης του κινδύνου των επιτοκίων το φέρει η Ελλάδα. Κάτι τέτοιο οδηγεί σε αύξηση του ποσού των τόκων που καλείται να πληρώσει η χώρα για το επόμενο έτος, άρα οδηγεί σε πρόσθετη δημοσιονομική επιβάρυνση.
Ακόμη το 2060, όταν ο σημερινός πρωθυπουργός θα οδεύει προς τα ενενήντα, η συνολική ελάφρυνση του χρέους σύμφωνα με τις υπεραισιόδοξες εκτιμήσεις του διευθυντή του ΕSM Klaus Regling θα κυμαίνεται περίπου στο 20% του σημερινού ΑΕΠ της χώρας, δηλαδή περίπου στα 36 δισ. ευρώ. Η εκτίμηση αυτή διαψεύδει, όπως είναι φυσικό τους κυβερνητικούς υπολογισμούς για 46 δισ. ευρώ ελάφρυνση. Απλή αριθμητική. Επίσης απλή αριθμητική είναι να αναζητήσουμε ‒δεχόμενοι για την οικονομία του άρθρου την ορθότητα των υπολογισμών του ESM‒ τι αντιπροσωπεύει σε παρούσα αξία η μείωση αυτή. Σύμφωνα με τις προβλέψεις. το μέσο επιτόκιο δανεισμού για την περίοδο αυτή εκτιμάται περίπου στο 4% επομένως –εάν συντρέξουν όλες οι θετικές παραδοχές που λαμβάνει υπ’ όψιν του ο ESM‒ η παρούσα μείωση ανέρχεται σε 7 δισ. ευρώ.
Η κυβέρνηση Παπαδήμου όμως, που τόσο κατηγορήθηκε από τους εταίρους της σημερινής συγκυβέρνησης και συνολικά τις πολιτικές δυνάμεις των άκρων, κατόρθωσε το Μάρτιο του 2012 να μειώσει την ονομαστική αξία του δημοσίου χρέους άμεσα και χωρίς καμία αίρεση κατά 105 δισ. ευρώ. Στο ποσό αυτό θα πρέπει να προστεθεί η μείωση της παρούσας αξίας του χρέους εκείνη τη στιγμή περίπου κατά 100 δισ. ευρώ, όπως προκύπτει από τις επίσημες εκθέσεις του ESΜ, κυρίως λόγω του τριπλασιασμού του μέσου χρόνου αναχρηματοδότησης των δανείων, της περιόδου χάριτος και της δραστικής μείωσης των επιτοκίων δανεισμού. Επέτυχε δηλαδή η κυβέρνηση Παπαδήμου πραγματική, βέβαιη και εκκαθαρισμένη μείωση του χρέους κατά 205 δισ. ευρώ, το 2012, ήτοι τριάντα φορές (30) μεγαλύτερη της μελλοντικής και αβέβαιης μείωσης των 7 δισ. ευρώ που μπορεί να αποφέρει το 2060 η προχθεσινή απόφαση του Eurogroup.
Δυστυχώς, μετά την κυβέρνηση Παπαδήμου το πολιτικό σύστημα υπέκυψε ξανά στη σαγήνη των ελλειμμάτων που δημιούργησε το πελατειακό υπερτροφικό Δημόσιο και την περίοδο 2012-2014, αδυνατώντας να μειώσει δραστικά τις δαπάνες του καταστροφικού κράτους και ‒υπό την αφόρητη πίεση των λαϊκιστών της σημερινής συγκυβέρνησης‒ δημιούργησε καινούργιο έλλειμμα ύψους 46 δισ. ευρώ, το οποίο καλύφθηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος από διακρατικό δανεισμό.
Οι πολίτες, παρά την εκκωφαντική διάψευση των όσων υποσχέθηκαν και υπόσχονται ακόμη και σήμερα οι κυβερνητικοί εταίροι, έχουν μια συγκεχυμένη εικόνα για το μέγεθος της ζημιάς που προξένησε η συγκυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ στην οικονομία.
Υπενθυμίζω:
Η κυβέρνηση Τσίπρα οδήγησε σε αύξηση των δανειακών αναγκών ύψους 45 δισ. (25% του ΑΕΠ) την περίοδο του νέου προγράμματος (2015-2018) σε σχέση με τις εκτιμήσεις της προηγούμενης αξιολόγησης (Ιούνιος 2014). Ειδικότερα:
  1. Χαμηλότερη εσωτερική χρηματοδότηση λόγω χαμηλότερων πρωτογενών πλεονασμάτων: Η μείωση του πρωτογενούς πλεονάσματος κατά 1% του ΑΕΠ κάθε χρόνο προσθέτει 1,8 δισ. ευρώ στις ετήσιες δανειακές ανάγκες. Επομένως η μείωση των στόχων για πρωτογενή πλεονάσματα από 3% του ΑΕΠ το 2015, σε 4,5% το 2016, 4,5% το 2017 και 4,3% το 2018 που προβλεπόταν πέρσι σε –0,25% το 2015, 0,5% το 2016, 1,75% το 2017 και 3,5% το 2018 αυξάνει τις δανειακές ανάγκες κατά 19 δισ. συνολικά την περίοδο 2015-18. Έργο Τσίπρα και συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ.
  2. Απώλεια εσόδων από ιδιωτικοποιήσεις: Στην έκθεση βιωσιμότητας του χρέουςστις 26.6.2015, το ΔΝΤ υπολογίζει ότι η προβλεπόμενη μείωση στα έσοδα αποκρατικοποιήσεων προσθέτει 8,5 δισ. στις δανειακές ανάγκες την περίοδο 2016-18. Η μείωση αυτή οφείλεται κυρίως στην τεράστια απαξίωση των τραπεζικών μετοχών που απέκτησε το κράτος με την ανακεφαλαιοποίηση του 2012-13, οι οποίες επρόκειτο να πωληθούν μέχρι το 2018, και στην μεγάλη καθυστέρηση του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων, με τελευταίο κρούσμα τη ματαίωση της ιδιωτικοποίησης του ΔΕΣΦΑ και την εξ αυτής πρόσθετη απώλεια περίπου 200 εκατ. ευρώ. Επισημαίνω ότι η ιδιωτικοποίηση του ΔΕΣΦΑ ήταν προϋπόθεση για να δοθεί η τελευταία υποδόση της πρώτης αξιολόγησης στην Ελλάδα. Οι εταίροι πίστεψαν τις κυβερνητικές εξαγγελίες και προτού ολοκληρωθεί η διαδικασία απελευθέρωσαν τη δόση υπέρ της Ελλάδας. Μετά την εξέλιξη αυτή οι Ευρωπαϊκοί Θεσμοί αναγνώρισαν την προνοητικότητα του ΔΝΤ που επιμένει στην ολοκλήρωση της υλοποίησης μιας μεταρρύθμισης προτού εκταμιευθούν χρήματα τα οποία έχουν ως προϋπόθεση αυτή. Πρόσθετες δανειακές ανάγκες λοιπόν 9 δισ. ευρώ ‒ έργο Τσίπρα και συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ.
  3. Η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών προσέθεσε 5,5 δισ. στις δανειακές ανάγκες της χώρας. Αποκλειστικά υπεύθυνη της νέας ανακεφαλαιοποίησης είναι η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ και οι άφρων πολιτική του πρώτου εξαμήνου της. Σε απάντηση τυχόν αμφισβητήσεων επισημαίνω ότι η ΕΚΤ, έχοντας μελετήσει την κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών της Ευρωζώνης πριν αναλάβει την εποπτεία τους τον Νοέμβριο του 2014, θεώρησε ότι οι ελληνικές τράπεζες δεν χρειάζονταν πρόσθετα κεφάλαια και για τον λόγο αυτό μέχρι τον Φεβρουάριο του 2015 δανείζονταν απρόσκοπτα από την ΕΚΤ με επιτόκιο 0,05%, ενώ είχαν αρχίσει δειλά να βγαίνουν και στη διατραπεζική αγορά. Η απερίσκεπτη ψευτοδιαπραγμάτευση Τσίπρα-Βαρουφάκη-Τσακαλώτου είχε ως αποτέλεσμα οι τράπεζες από τον Φεβρουάριο του 2015 να δανείζονται με το σταγονόμετρο από τον ELA και μάλιστα με επιτόκιο 2,55%. Άλλα 5,5 δισ. ευρώ λοιπόν έργο Τσίπρα και συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ.
  4. Στο πρώτο επτάμηνο της διακυβέρνησης Τσίπρα, τα ρευστά διαθέσιμα του Δημοσίου εξαντλήθηκαν και θα έπρεπε να ανασυσταθούν ώστε να ανέλθουν σε τουλάχιστον 8 δισ. μεσοπρόθεσμα, επίπεδο παρόμοιο με αυτό που πέτυχαν η Ιρλανδία και η Πορτογαλία πριν βγουν από τα δικά τους Μνημόνια. Συνολικές πρόσθετες δανειακές ανάγκες άλλα 8 δισ. ευρώ. Κι αυτό το ποσόν έργο Τσίπρα και συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ.
  5. Ας μην λησμονούμε δε την οριστική απώλεια από τα κέρδη των ελληνικών ομολόγων που διακρατεί η ΕΚΤ ύψους περίπου 3,5 δισ. ευρώ. Έργο Τσίπρα και συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ.
  6. Τέλος, παρά τη δέσμευση από τη συμφωνία του Ιουνίου του 2016 οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα αυξήθηκαν περίπου κατά 2,5 δισ. ευρώ. Τον Οκτώβριο του 2016 οι συνολικές υποχρεώσεις του Δημοσίου άγγιξαν τα 6,3 δισ. ευρώ. Ομοίως έργο Τσίπρα και συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ.
Για να είμαστε ακριβείς και έντιμοι στους υπολογισμούς μας, από τα παραπάνω ποσά που προκύπτουν ως πρόσθετες δανειακές ανάγκες πρέπει να αφαιρεθούν 11 δισ. ευρώ του ΤΧΣ που επεστράφησαν στον EFSF τον Φεβρουάριο 2015. Πρέπει επίσης να αφαιρεθούν 6 δισ. όφελος από την μείωση των επιτοκίων δανεισμού (Euribor, με το οποίο συνδέονται τα διμερή δάνεια ύψους 53 δισ. του πρώτου προγράμματος σταθεροποίησης, και το επιτόκιο με το οποίο κεφαλαιοποιούνται οι τόκοι πάνω στο δάνειο ύψους 142 δισ. του δεύτερου προγράμματος από το EFSF). Αυτό το όφελος πρέπει να αφαιρεθεί διότι μείωσε τις δανειακές ανάγκες και, αντίστοιχα, τα πρωτογενή πλεονάσματα που τελικά θα απαιτηθούν για να ισοσκελιστεί ο προϋπολογισμός.
Επομένως, η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ επιβάρυνε επιπλέον τη χώρα τα δύο αυτά χρόνια με 23 δισ. ευρώ πρόσθετες δανειακές υποχρεώσεις στις ανάγκες της περιόδου 2016-18 (13% του ΑΕΠ)! Αυτές οι νέες δανειακές ανάγκες, σε συνδυασμό με το αρνητικό κλίμα για τις επενδύσεις, την ύφεση που προκαλείται από την δυσβάστακτη φορολογία και την αύξηση της ασφαλιστικής επιβάρυνσης, όλα αυτά αποκλειστικά έργο Τσίπρα και συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, κατέστησαν το δημόσιο χρέος μη βιώσιμο και μη διαχειρίσιμο, σύμφωνα με την τελευταία έκθεση βιωσιμότητας του ΔΝΤ που δημοσιεύτηκε στις 14.7.2015 και τις επαναλαμβανόμενες μονότονα μέχρι σήμερα προβλέψεις των αξιωματούχων του. Αντιθέτως, τον Ιούνιο του 2014 το ΔΝΤ προέβλεπεσε έκθεσή του ‒κάπως αισιόδοξα είναι αλήθεια‒ ταχεία αποκλιμάκωση του λόγου χρέους/ΑΕΠ από 171% το 2015 στο 160% το 2016 και 152% το 2017.
Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι το κόστος που επέφερε η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ στην οικονομία είναι μεγαλύτερο των δανειακών αναγκών που δημιούργησε. Υπενθυμίζουμε ότι το ύψος της βλάβης που προκάλεσαν στην οικονομία ο Τσίπρας και οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ ανέρχεται κατά την αισιόδοξη εκτίμηση του διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος σε 86 δισ. ευρώ και κατά την απαισιόδοξη εκτίμηση του επικεφαλής του ESM Klaus Regling σε 100 δισ. ευρώ.
Ο πρωθυπουργός δεν έχει ακόμη πιει το πικρό ποτήρι των συνεπειών της άφρονος και λαϊκιστικής πολιτικής του. Η διαπραγμάτευση για το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης έχει πολύ δρόμο ακόμη. Στην πορεία αυτού του ανηφορικού δρόμου θα χρειαστεί να κάνει πολλούς επιπλέον εξευτελιστικούς συμβιβασμούς και κυρίως να εξηγήσει στο πιστό του ακροατήριο τους λόγους που τον ανάγκασαν να το κάνει. Υπάρχει βεβαίως πάντοτε και η έντιμη και δύσκολη οδός της Αρετής. Στην προκειμένη περίπτωση αυτή οδηγεί σε εκλογές. Μέχρι τότε δεν θα του συνιστούσα να φορέσει γραβάτα.

* Δημοσιεύθηκε στο liberal.gr
http://www.liberal.gr/arthro/99444/apopsi/arthra/mi-foresete-grabata-akomi-kurie-tsipra-.html

Κάποιους θεσμούς πρέπει να τους αντιμετωπίζεις σοβαρά*

Το Συμβούλιο της Επικρατείας αποτελεί τον κορυφαίο δικαιοδοτικό θεσμό της χώρας μας και το σημαντικότερο εμπόδιο στην κάθε είδους αυθαιρεσία της πολιτικής εξουσίας και της δημόσιας διοίκησης.
Οι πρόσφατες αντιδράσεις κυβερνητικών στελεχών μετά την ακύρωση από το ανώτατο δικαστήριο ως αντισυνταγματικού του νόμου Παππά αποτελούν επανάληψη πολύ παλιών επιχειρημάτων που πολλές φορές έχουν ακουστεί στο παρελθόν από τα πολιτικά άκρα –και όχι μόνο‒ τα οποία δυσανασχετούν από τους συνταγματικούς περιορισμούς του κράτους δικαίου. «Δεν μπορούν τα δικαστήρια να συντάσσουν διατάξεις και να γράφουν τους νόμους. Τους νόμους τους συντάσσει, τους γράφει η εκλεγμένη Βουλή. Τα δικαστήρια έρχονται πάντα να κρίνουν, δεν είναι αυτά που νομοθετούν», δήλωσε ο κ. Παππάς. Η επισήμανση κατά κανόνα σωστή, αλλά στο θέμα που μας απασχολεί αυτό ακριβώς που περιγράφει ο κ. Παππάς έκανε το Συμβούλιο της Επικρατείας: έκρινε ότι ο νόμος που συνέταξε ο ίδιος και ψήφισε η Βουλή δεν είναι σύμφωνος με το Σύνταγμα.
Είμαι επίσης βέβαιος ότι ο κ. Παππάς γνωρίζει καλά πως σκοπός της ιδρύσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας μεταξύ άλλων είναι και να λειτουργεί αυτό ως αντίβαρο στη θεσμική αυθαιρεσία της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας όσο μεγάλη κι αν είναι αυτή. Και υπήρξαν πολλές περιπτώσεις κατά το πρόσφατο παρελθόν που στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ προσέφυγαν στο Συμβούλιο της Επικρατείας προκειμένου να κριθεί ένας νόμος που ψήφισε η «εκλεγμένη Βουλή» ως αντισυνταγματικός. Θα θυμάται ασφαλώς ο πρωθυπουργός την απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ, η οποία έκρινε αντισυνταγματικό τον νόμο για τη Διπλή Ανάπλαση της Αθήνας, ο οποίος μάλιστα είχε ψηφιστεί από 270 βουλευτές, καθώς ήταν ένας από αυτούς που ζήτησαν την ακύρωσή του. Θυμίζω ακόμη ότι τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ πανηγύριζαν με την ακύρωση από την Ολομέλεια του ΣτΕ της ιδιωτικοποίησης της ΕΥΔΑΠ το 2014. Εάν αντιλαμβάνομαι σωστά, η «λογική» της κ. Γεροβασίλη και των υπόλοιπων κυβερνητικών στελεχών λέει ότι το ΣτΕ είναι καλό όταν οι αποφάσεις του συμβαδίζουν με τις πολιτικές τους επιλογές και κατάπτυστο όταν δεν συμβαίνει αυτό.
Προϋπόθεση όμως της λειτουργίας της δημοκρατίας είναι η ύπαρξη κράτους δικαίου, δηλαδή συντεταγμένης πολιτείας. Συντεταγμένη είναι η Πολιτεία η οποία διαθέτει αυστηρούς κανόνες που ορίζουν κυρίως τη μορφή και τη λειτουργία του πολιτεύματος, των οργάνων του κράτους και προστατεύουν τα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών της. Ορίζουν τα όρια δηλαδή της δράσης της εκάστοτε εξουσίας.
Οι υποστηρικτές των άκρων, του κάθε είδους ολοκληρωτισμού ‒δεξιοί και αριστεροί‒ μισούν τους συνταγματικούς κανόνες γιατί αυτοί πολλές φορές αποτελούν ανάχωμα στην αυθαιρεσία τους. Οι πιο επιτήδειοι από αυτούς, καθώς και οι νομικοί υποστηρικτές των ολοκληρωτικών θεωριών, υποστηρίζουν τα επονομαζόμενα «ήπια» Συντάγματα, στα οποία οι συνταγματικοί κανόνες καταντούν πομπώδεις διακηρύξεις χωρίς κανένα ειδικό βάρος και στην ουσία δεν διαφέρουν σε τίποτα από τους απλούς νόμους. Η διαδικασία της αναθεώρησης ενός τέτοιου άνευρου Συντάγματος στα ολοκληρωτικά ή ημιολοκληρωτικά καθεστώτα δεν γνωρίζει περιορισμούς, είναι διαρκής ανάλογα με τους αντικειμενικούς σκοπούς της στιγμής και όλες οι διατάξεις αναθεωρούνται. Ενδεικτική είναι, λόγου χάρη, η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 108 του Σοβιετικού Συντάγματος του 1977: «Η ψήφιση του Συντάγματος της ΕΣΣΔ, οι τροποποιήσεις του (...) πραγματοποιούνται αποκλειστικά από το Ανώτατο Σοβιέτ της ΕΣΣΔ». Στα καθεστώτα αυτά ο δικαστής υπόκειται αποκλειστικά στον νομοθέτη.
Αντιθέτως, στην συντεταγμένη δημοκρατία η θεμελιώδης διάκριση μεταξύ Συντάγματος και απλών τυπικών νόμων, η αυξημένη δηλαδή τυπική δύναμη του πρώτου είναι ανάλογη με τη διάκριση μεταξύ της υπάρξεως νόμων και της εφαρμογής τους από τους δικαστές. Ο δικαστής δεν υπόκειται στον νομοθέτη αλλά στον νόμο. Ο νόμος στη δημοκρατία δεν νοείται μόνο ως απόφαση του νομοθέτη της πρόσκαιρης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, της με κανονιστικό μανδύα νομιμοποιημένης θέλησης της εξουσίας, αλλά κατά τη στιγμή της ερμηνείας του από τον δικαστή ισχύει μόνο εάν είναι συμβατός με τις αρχές του Συντάγματος, του Νόμου των νόμων, ο οποίος θεσπίστηκε από μια αυξημένη πλειοψηφία με επαυξημένο το τεκμήριο αρμοδιότητας και με σημαντικές θεσμικές δικλίδες, στον οποίο ο δικαστής οφείλει πίστη και υπακοή, γιατί είναι, εκτός των άλλων, ο εξουσιοδοτημένος φύλακας και εγγυητής του. Ο νομοθέτης έχει ασφαλώς το τεκμήριο της αρμοδιότητας και ο δικαστής οφείλει από το Σύνταγμα να συμμορφώνεται με τις αποφάσεις του· αλλά με ποιες αποφάσεις του; Μόνο με εκείνες που δεν έρχονται σε ευθεία –και όχι κατ’ αμφιβολία‒ αντίθεση με τους συνταγματικούς κανόνες. Επομένως το ίδιο το Σύνταγμα αναγνωρίζοντας ότι ελέγχων και ελεγχόμενος δεν μπορεί να είναι ποτέ το ίδιο πρόσωπο, καθώς επίσης και ότι η απόλυτη εξουσία έχει την τάση συχνά να αυθαιρετεί, αναθέτει τον έλεγχο της συνταγματικότητας ενός νόμου στα δικαστήρια, σε μια ανεξάρτητη και αυτόνομη ‒από κάθε άλλη‒ εξουσία που επαγρυπνεί για την προστασία του.
Πολλοί δυσκολεύονται να συμφωνήσουν ότι στις δημοκρατίες οι επιδιώξεις των κυβερνήσεων που είναι υπεύθυνες για τη χάραξη της γενικής πολιτικής του κράτους μπορεί να περιορίζονται από αυξημένης τυπικής ισχύος κανόνες που δεν υπακούουν στους βραχυπρόθεσμους σκοπούς αυτής της πολιτικής. Όμως η νομοθετική λειτουργία και συνολικά η πολιτική δραστηριότητα, εάν επιθυμούν να επιτύχουν υψηλούς στόχους και θετικά αποτελέσματα για τους πολίτες, οφείλουν να συμμορφώνονται στους κανόνες του Συντάγματος και να τους διαφυλάττουν ως κόρην οφθαλμού. Το αντεπιχείρημα (λ.χ. δηλώσεις Παππά, Γεροβασίλη, Παρασκευόπουλου κ.ά.) ότι το Σύνταγμα πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με τις ορέξεις της κοινής γνώμης ή της πλειονότητας ή της δημοκρατικά εκλεγμένης πλειοψηφίας είναι απολύτως αντιδημοκρατικό. Οι άμεσες επιδιώξεις της πολιτικής ιεραρχούνται υπό τις γενικές αρχές του Συντάγματος. Μια περιστασιακή πλειοψηφία δεν μπορεί να νομοθετεί εις βάρος κανόνων που έθεσε προηγουμένως μια αυξημένη πλειοψηφία.
Αυτοί οι περιορισμοί στις ad hoc επιλογές των πρόσκαιρων πλειοψηφιών παρέχουν στον λαό μεγαλύτερο και πιο αποτελεσματικό έλεγχο των κρατικών αποφάσεων και διασφαλίζουν τη μακροημέρευση και ορθή λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος.
Επίκαιρη είναι η απάντηση στα κυβερνητικά αντεπιχειρήματα του Ελευθερίου Βενιζέλου κατά την ιστορική του αγόρευση στη Β΄ Αναθεωρητική Βουλή για την ίδρυση του Συμβουλίου της Επικρατείας: «(...) δια του θεσμού τούτου (...) όχι μόνον δεν ανατρέπομεν τας βάσεις του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, όχι μόνον δεν παρεμποδίζομεν τον κυβερνητικόν έλεγχον, όχι μόνον δεν μειούμεν την εξουσίαν των υπουργών, αλλά τουναντίον ιδρύομεν μιαν νέαν αρχήν, δια της οποίας δυνάμεθα να ελπίσωμεν ότι η πολιτεία του δικαίου (...) θ’ αποβή παρ’ ημίν πράγματι τοιαύτη, ασφαλιζομένου εις τον πολίτη του δικαιώματος να προσφεύγη εις την αρχήν αύτην, οσάκις προσβληθώσι τα δικαιώματα αυτού (...). Τούτο ημείς ζητούμεν, ζητούμεν να καταστήσωμεν τον Έλληνα πολίτην αληθώς ελεύθερον πολίτην (...).Θέσατε υπέρ τον υπουργόν όχι την αρχήν του Συμβουλίου της Επικρατείας (...) αλλά τον νόμον (...), διότι ο νόμος πρέπει να είναι ανώτερος και του μικρού υπαλλήλου και του ανωτέρου, ανώτερος πασών των αρχών, ανώτερος και του υπουργού και του βασιλέως ακόμη, αν πρόκειται το έργον της ανορθώσεως να διεξαχθή μέχρι τέλους επιτυχώς. (...) Και δεν σας πτοεί ακριβώς το εντελώς απεριόριστον μιας κυβερνήσεως συρούσης όπισθεν αυτής κραταιάν πλειονοψηφίαν και μη εχούσης τίποτ’ αντίρροπον, δεν σας πτοεί ότι εντεύθεν δύναται να καταπατή τα δικαιώματα των πολιτών και τα συμφέροντα αυτών;».

*  Δημοσιεύθηκε στο liberal.gr

http://www.liberal.gr/arthro/90738/apopsi/arthra/kapoious-thesmous-prepei-na-tous-antimetopizeis-sobara.html

Τα Θρησκευτικά από μια άλλη οπτική*

Η διαμάχη που ξέσπασε με αφορμή το περιεχόμενο του μαθήματος των θρησκευτικών μεταξύ Πολιτείας και Εκκλησίας είναι πρόδηλο ότι υπαγορεύεται από τη συνήθη κυβερνητική τακτική του αποπροσανατολισμού των πολιτών από τα μείζονα προβλήματα για τα οποία η ίδια είναι αποκλειστικά υπεύθυνη. Εντούτοις, το θέμα έχει ευρύτερες διαστάσεις. Η αντιπαράθεση αυτή αναδεικνύει κατά μείζονα λόγο τα προβλήματα που δημιουργούν ο ασφυκτικός εναγκαλισμός και η σύγχυση των ρόλων κράτους και ορθόδοξης εκκλησίας.

Στο ζήτημα της διδασκαλίας του μαθήματος των θρησκευτικών δημιουργούνται οπωσδήποτε συγκρούσεις δικαιωμάτων. Η ελευθερία των γονέων στη θρησκευτική εκπαίδευση των παιδιών τους κατοχυρώνεται τόσο στις διεθνείς διακηρύξεις των δικαιωμάτων του ανθρώπου όσο και στο Σύνταγμα της Ελλάδας. Η Πολιτεία έχει ωστόσο συνταγματική υποχρέωση να προστατεύσει το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας και τις αρχές της ισοπολιτείας σε μια κοινωνία που έχει πάψει εδώ και καιρό να είναι θρησκευτικά ομοιογενής. Η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 16 του Συντάγματος ορίζει ακόμη ως σκοπό της παιδείας μεταξύ άλλων και «την ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης των Ελλήνων», αλλά δεν επιτάσσει τον ορθόδοξο χριστιανικό χαρακτήρα του μαθήματος των θρησκευτικών. Αυτή προσδιορίζεται από τις διεθνείς και συνταγματικές διατάξεις που απαγορεύουν τις διακρίσεις λόγω θρησκείας και κατοχυρώνουν τη θρησκευτική ελευθερία. Σκοπός της παιδείας είναι η ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης των πολιτών, όχι της ορθόδοξης χριστιανικής συνείδησης. Συνεπώς, στα δημόσια σχολεία το μάθημα των θρησκευτικών δεν μπορεί να έχει ομολογιακό χαρακτήρα.

Τι γίνεται όμως με τους γονείς που επιθυμούν τα παιδιά τους να διδαχθούν τα θρησκευτικά με ομολογιακό περιεχόμενο; Το πρόβλημα δεν μπορεί να λυθεί με κεντρικά σχεδιασμένες πολιτικές αλλά, αντιθέτως, με την εφαρμογή του συστήματος της αυτονομίας της σχολικής μονάδας στην επιλογή του περιεχομένου των μαθημάτων σύμφωνα με τις ιδιαιτερότητες της κάθε περιοχής, τις τοπικές συνθήκες και τη σύνθεση του μαθητικού πληθυσμού. Η ιδιωτική πρωτοβουλία, θρησκευτικές κοινότητες κ.λπ. πρέπει να έχουν το δικαίωμα να ιδρύουν αυτόνομα σχολεία κατηχητικής εκπαίδευσης, που θα είναι ελεύθερα να αποφασίζουν για το τι θα διδάσκεται σ’ αυτά βασισμένα στις ιδεολογικές και θρησκευτικές αρχές τους. Σε μια τέτοια περίπτωση, η κρατική ενίσχυση θα ακολουθεί τον μαθητή. Η Πολιτεία, παράλληλα με την αυστηρή θρησκευτική ουδετερότητά της, πρέπει να καθιερώσει ένα σύστημα επιδότησης των γονέων (φοροαπαλλαγές, επιταγή εκπαίδευσης, κ.ο.κ.), οι οποίοι θα επιλέγουν να χρησιμοποιούν τα ιδρύματα των θρησκευτικών κοινοτήτων και όχι το δημόσιο σύστημα εκπαίδευσης.

Εάν και οι δύο πλευρές σκεφθούν χωρίς προκαταλήψεις θα διαπιστώσουν ότι ένα εκπαιδευτικό σύστημα ποικιλομορφίας και ελεύθερης επιλογής μπορεί να... τετραγωνίσει τον κύκλο.

* Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή
http://www.kathimerini.gr/877913/article/epikairothta/ellada/apoyh-ta-8rhskeytika-apo-mia-allh-optikh

Το δικαίωμα των παιδιών των προσφύγων στην εκπαίδευση*

Η εκπαίδευση δεν προσφέρεται ως πρόσχημα κομματικής εκμετάλλευσης. Οι αντιδράσεις του συλλόγου γονέων και κηδεμόνων του Ωραιοκάστρου και διάφορων άλλων τοπικών παραγόντων στη φοίτηση των παιδιών των προσφύγων σε σχολεία της περιοχής θίγουν σοβαρότερα ζητήματα από αυτά των άγονων κομματικών αντιπαραθέσεων.
Όλα τα παιδιά που ζουν στην Ελλάδα, ανεξάρτητα εάν οι γονείς τους είναι πρόσφυγες, μετανάστες, νόμιμοι ή παράνομοι, έχουν δικαίωμα στην εκπαίδευση. Δικαίωμα που καθιερώνεται από διεθνείς συμβάσεις, όπως τη Διεθνή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και το Σύνταγμα της χώρας. Σε ζητήματα ατομικών δικαιωμάτων υπενθυμίζω επίσης ότι δεν εφαρμόζεται ο κανόνας της πλειοψηφίας.
Πριν από λίγους μήνες ο υπουργός Παιδείας (που τόσα του έχω καταμαρτυρήσει σε άλλα εκπαιδευτικά θέματα) εξήγγειλε σωστά την πρόθεσή του να παρασχεθούν εκπαιδευτικές υπηρεσίες στα παιδιά των προσφύγων, τη σύσταση Επιτροπής για τη Στήριξη των Παιδιών αυτών, καθώς και κάποιες Επιστημονικές Επιτροπές υποβοήθησης του έργου της. Δεν έχω πληροφορηθεί σε τι πορίσματα κατέληξε η πρώτη ή τις εισηγήσεις των επιστημονικών επιτροπών. Δεν γνωρίζω επίσης, εάν οι αποφάσεις του Υπουργείου επί του θέματος είναι καλά ή όχι σχεδιασμένες. Αυτά είναι σοβαρά μεν αλλά δευτερεύοντα ζητήματα μπροστά στο κρίσιμο ζήτημα της ένταξης στην εκπαιδευτική διαδικασία των παιδιών των προσφύγων και των μεταναστών που βρίσκονται αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα.
Η ουσία είναι ότι σήμερα βρίσκονται σε λειτουργία περισσότερες από πενήντα δομές φιλοξενίας (hot spot) προσφύγων και μεταναστών, ενώ προγραμματίζεται, σύμφωνα με τις κυβερνητικές εξαγγελίες, η άμεση κατασκευή τουλάχιστον είκοσι (20) καινούργιων. Ο τελικός αριθμός των δομών αυτών θα εξαρτηθεί τόσο από την εξέλιξη των προσφυγικών ροών όσο και από τις αποφάσεις των οργάνων της ΕΕ. Το πλήθος των ατόμων που φιλοξενεί κάθε τέτοια δομή κυμαίνεται από 200-300 άτομα στις μικρότερες έως 4.000-5.000 στις μεγαλύτερες. Ένα σημαντικό ποσοστό αυτών των ατόμων είναι παιδιά διαφόρων ηλικιών με εκπαιδευτικές ανάγκες, τα οποία είναι απαραίτητο να μην αποκοπούν κατά το διάστημα της παραμονής τους στην Ελλάδα από την εκπαιδευτική διαδικασία.
Ως προς το ειδικότερο και βραχυπρόθεσμο πρόβλημα των παιδιών των προσφύγων, για όσο χρονικό διάστημα φιλοξενούνται στις πάσης φύσεως δομές φιλοξενίας, δεν είναι καλή η ιδέα της δημιουργίας μέσα σε αυτές εκπαιδευτικών μονάδων. Κι αυτό διότι:
  • Πρώτον, κάτι τέτοιο θα συντείνει στην περαιτέρω περιθωριοποίηση των φιλοξενούμενων παιδιών,
  • Δεύτερον, οι συνθήκες στα hot spot δεν μπορεί να θεωρηθούν κατάλληλες για την εκτέλεση του εκπαιδευτικού έργου (συνωστισμός, οχλαγωγία, περιορισμένοι χώροι, απουσία σχολικού περιβάλλοντος κ.ο.κ.).
Η προσωρινή λύση στο πρόβλημα δεν είναι λοιπόν, όπως σωστά επισημαίνεται και από το Υπουργείο Παιδείας, η γκετοποίηση και η εικονική προσφορά εκπαιδευτικών υπηρεσιών, αλλά η εκπαίδευση των παιδιών που βρίσκονται σε σχολική ηλικία και φιλοξενούνται στις δομές φιλοξενίας να παρασχεθεί στον φυσικό της χώρο, δηλαδή στις πλησιέστερες προς αυτά σχολικές μονάδες.
Ο σκοπός της πολιτικής αυτής επιλογής είναι:
  • Τα παιδιά των δομών φιλοξενίας να μην στερηθούν το αγαθό της εκπαίδευσης, έστω σ’ ένα στοιχειώδες επίπεδο.
  • Τα παιδιά των δομών φιλοξενίας να περνούν κάποιο τμήμα της ημέρας εκτός των δομών φιλοξενίας, εκπαιδευόμενα στις πλησιέστερες σχολικές μονάδες, αλλά και λαμβάνοντας εκεί και άλλου είδους υπηρεσίες (άθλησης, ψυχαγωγίας, δημιουργικής απασχόλησης, ιατρικής παρακολούθησης, μικρών γευμάτων), όπου αυτό είναι δυνατό.
Δε γνωρίζω τους ακριβείς σχεδιασμούς της κυβέρνησης στο θέμα αλλά αυτό μπορεί να υλοποιηθεί σχετικά εύκολα, στα εξής στάδια:
  • Καταγραφή του οικογενειακού, ηλικιακού και εκπαιδευτικού επιπέδου όλων των παιδιών στις δομές φιλοξενίας και ομαδοποίησή τους ανά εκπαιδευτικό επίπεδο και εθνική/γλωσσική ομάδα.
  • Εντοπισμός ανά δομή φιλοξενίας ενηλίκων προσφύγων και μεταναστών που είτε ασκούσαν το επάγγελμα του εκπαιδευτικού στην πατρίδα τους, είτε διαθέτουν ιδιαίτερα υψηλό μορφωτικό επίπεδο που καταρχήν τους επιτρέπει να διδάξουν τα παιδιά. Οι ενήλικες αυτοί πρόσφυγες θα αναλάβουν το βασικό μέρος της εκπαίδευσης των παιδιών, καθώς γνωρίζουν τη γλώσσα τους αλλά και το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας προέλευσης. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η εκ μέρους αυτών των προσφύγων ή των περισσοτέρων γνώση της αγγλικής γλώσσας ώστε να διευκολύνεται η συνεννόηση με τους Έλληνες που θα εμπλακούν στο πρόγραμμα.
  • Κατάρτιση σε συνεργασία με τις κοινότητες των μεταναστών στην Ελλάδα ενός ελάχιστου προγράμματος σπουδών, με μαθήματα, όπως ενδεικτικά η Μητρική Γλώσσα (της χώρας προέλευσης), τα Μαθηματικά, τα Αγγλικά, τα Ελληνικά και η Φυσική Αγωγή. Σχετικό εκπαιδευτικό υλικό και τεχνογνωσία μπορεί να προσφέρουν επίσης η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ και η Διεθνής Οργάνωση Μετανάστευσης. Όπου υπάρχει η δυνατότητα μπορεί με τη συνδρομή εθελοντών να προσφερθούν κατά τόπους και άλλα μαθήματα. Τη διδασκαλία των μαθημάτων αναλαμβάνουν, όπως ελέχθη, οι ομοεθνείς ενήλικες, αλλά και Έλληνες εκπαιδευτικοί (μόνιμοι, αναπληρωτές) και άλλοι επιστήμονες. Χωρίς να αποκλείεται η παροχή εκπαιδευτικών υπηρεσιών σε εθελοντική βάση, το σύνολο του εκπαιδευτικού προσωπικού θα αμείβεται (από ευρωπαϊκούς πόρους), ενώ κατά περίπτωση μπορεί να παρέχονται και άλλα ειδικότερα κίνητρα (π.χ. μόρια για μελλοντικό διορισμό, αναγνώριση της προσφοράς στη διαδικασία αξιολόγησης, κ.λπ.).
  • Μεταφορά των μαθητών από τις δομές φιλοξενίας στις πλησιέστερες σχολικές μονάδες με ειδικά μισθωμένα λεωφορεία κατά τις απογευματινές ώρες και τα σαββατοκύριακα, ώστε να μην επηρεάζεται η βασική λειτουργία των σχολικών μονάδων. Η λειτουργία του προγράμματος για τα παιδιά από τις δομές φιλοξενίας μπορεί να επιτρέψει στη φιλοξενούσα σχολική μονάδα τη δυνατότητα να οργανώσει, εφόσον το επιθυμεί, ποικίλες εκπαιδευτικές δράσεις, όπως λ.χ. κοινές πολιτιστικές εκδηλώσεις, αθλοπαιδιές, προβολή ταινιών, κ.ά., με τη συμμετοχή τόσο Ελληνόπουλων όσο και των αλλοδαπών παιδιών.
Η συνεργασία των κοινοτήτων των μεταναστών που λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα και έχουν την ίδια χώρα προέλευσης με τους πρόσφυγες θα διευκόλυνε την Ελληνική Πολιτεία στη σωστή προσέγγιση των προσφύγων και θα ήταν ιδιαιτέρως χρήσιμη για την υλοποίηση της πρότασης.
Η χρηματοδότηση της πρότασης μπορεί να γίνει από ευρωπαϊκά κονδύλια που διατίθενται για τη διαχείριση της προσφυγικής κρίσης.
Συνοψίζοντας, η παροχή εκπαιδευτικών υπηρεσιών στα παιδιά των προσφύγων, για όσο χρόνο φιλοξενούνται προσωρινά στην Ελλάδα έξω από τις δομές φιλοξενίας σε σχολικές μονάδες που βρίσκονται κοντά σ’ αυτές, από δασκάλους ομοεθνείς τους ή Έλληνες δεν απαιτεί μεγάλη γραφειοκρατική εμπλοκή του ελληνικού κράτους και μεγάλο κόστος γι’ αυτό. Απαιτεί όμως ανοικτούς εκπαιδευτικούς ορίζοντες, κοινωνική ευαισθησία και διάθεση ανιδιοτελούς προσφοράς απ’ όλους μας.

* Δημοσιεύτηκε στο liberal.gr
http://www.liberal.gr/arthro/77580/apopsi/arthra/to-dikaioma-ton-paidion-ton-prosfugon-stin-ekpaideusi.html

Πέμπτη 25 Αυγούστου 2016

Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΜΟΥ ΣΤΗΝ ΟΙΕΛΕ

Η ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΟΙΕΛΕ



Αθήνα, 22/8/2016
Αριθμ. Πρωτ: 42048

Κύριε Αβραντίνη,

Ενημερωθήκαμε, σήμερα, από συναδέλφους για το περιεχόμενο αναρτήσεών σας σε σελίδες κοινωνικής δικτύωσης, που μας προκάλεσαν οργή και αγανάκτηση συνολικά για το περιεχόμενό τους. Είναι αδιανόητο να παραποιείτε τις θέσεις της Ομοσπονδίας  και να προβαίνετε σε υβριστικούς χαρακτηρισμούς εναντίον της, καλώντας μάλιστα τους γονείς «να ξεσηκωθούν και να πετάξουν έξω από τα ιδιωτικά σχολεία»  τους εκπροσώπους της. (Πώς άραγε; Με αυθαίρετη απόλυση ή δια της βίας;)

Αναρωτιόμαστε, επίσης, πώς είναι δυνατόν και με ποια στοιχεία αμφισβητείτε τη δυνατότητα πολιτικής και  νομικής εκπροσώπησης  των ιδιωτικών εκπαιδευτικών από την ΟΙΕΛΕ. Ακόμη, επειδή ισχυρίζεστε (όπως πράττει συχνά το τελευταίο χρονικό διάστημα ο ΣΙΕΙΕ) ότι διακηρυγμένος σκοπός της Ομοσπονδίας μας είναι η κατάργηση της ιδιωτικής εκπαίδευσης, σας καλούμε να τεκμηριώσετε τον ισχυρισμό σας  με επίσημο έγγραφο της ΟΙΕΛΕ.

Τέλος, σας καθιστούμε υπεύθυνο για οποιαδήποτε δυσάρεστη συνέπεια αυτών των αναρτήσεων και σας καλούμε να τις αποσύρετε και να ανακαλέσετε τους ψευδείς και συκοφαντικούς χαρακτηρισμούς σας για την Ομοσπονδία, που είναι ο νόμιμος συνδικαλιστικός εκπρόσωπος και χαίρει της εμπιστοσύνης του συνόλου των ιδιωτικών εκπαιδευτικών .



ΓΙΑ ΤΟ Δ.Σ. ΤΗΣ Ο.Ι.Ε.Λ.Ε.


Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                                    Ο ΓΕΝ. ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ




ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΟΥΡΟΥΤΟΣ                                                    ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ



Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΜΟΥ ΣΤΙΣ 24/8/2016

κ.κ. Κουρουτέ και Χριστόπουλε,

σε απάντηση της με αριθ. πρωτ. 42048/22/8/2016 επιστολής του Δ.Σ. της Ο.Ι.Ε.Λ.Ε. επισημαίνω τα ακόλουθα:

Είναι αλήθεια ότι ενημερωθήκατε από τους συναδέλφους σας με μεγάλη καθυστέρηση για τις απόψεις μου σχετικά με εκπαιδευτικά ζητήματα, οι οποίες έχουν κατά καιρούς δημοσιευθεί στον τύπο (Καθημερινή, Athens Voice, protagon.gr κλπ.) και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Κάλλιο αργά παρά ποτέ.

1. Η επίμαχη από 26.3.2016 φράση «να ξεσηκωθούν (οι γονείς) και να πετάξουν έξω από τα ιδιωτικά σχολεία» τους εκπροσώπους της ΟΙΕΛΕ συνδέεται με την αντισυνταγματική και ανελεύθερη κατά την άποψη μου επιδίωξη του κ. Φίλη, να έχει άποψη στην αξιολόγηση των ιδιωτικών εκπαιδευτικών μόνο το Υπ.Παιδείας –και όχι οι ιδιοκτήτες των σχολείων, οι εκπαιδευτικοί και οι γονείς-, με την προσπάθεια περιορισμού του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη και περαιτέρω ρύθμισης των εργασιακών σχέσεων, με την προσπάθεια επιβολής κεντρικού γραφειοκρατικού ελέγχου στα προγράμματα των ιδιωτικών σχολείων κ.ο.κ. Στις αντιδραστικές και αντισυνταγματικές επιδιώξεις του αυτές ο κ. Φίλης είχε δυναμικό συμπαραστάτη την ΟΙΕΛΕ. Η παραπάνω φράση λοιπόν έχει σαφώς μεταφορική έννοια και δεν αποτελεί σε καμμιά περίπτωση πρόσκληση για άσκηση βιαιοπραγίας (φυσικής ή άλλου είδους) εκ μέρους των γονέων, όπως θέλετε να την ερμηνεύετε. Πολλές φορές –κι αυτό είναι αποδεκτό από την επιστήμη της γλωσσολογίας- τόσο στον γραπτό όσο και στον προφορικό λόγο μεταξύ εμφρόνων ενηλίκων η μεταφορική σημασία μιας λέξεως ή φράσεως προηγείται της κυριολεκτικής της, ειδικώς κατά την ειδική χρήση της (στο δημόσιο λόγο, σε ομιλίες, αγορεύσεις, στην αρθρογραφία, στους τίτλους των εφημερίδων και των ειδήσεων, αλλά ακόμη και στην ποίηση, τη λογοτεχνία κτλ.). Χιλιάδες φράσεις στην καθημερινή ζωή χρησιμοποιούνται με τη μεταφορική σημασία τους (λ.χ. «μου έβαλε το πιστόλι στον κρόταφο», «βιαστής της λογικής», «το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας ήταν ηχηρό χαστούκι για τον τάδε», κ.ο.κ.). Επομένως η φράση που σας ενόχλησε και εσκεμμένα παρερμηνεύετε αποτελεί πρόσκληση στο θεσπισμένο από την Πολιτεία γονεϊκό κίνημα (σας υπενθυμίζω ότι οι γονείς θεωρούνται επισήμως από την Πολιτεία εταίρος στην άσκηση εκπαιδευτικής πολιτικής) να αντικρούσει με πειθώ και επιχειρήματα, όπως έχει άλλωστε το δικαίωμα, τις απόψεις της ΟΙΕΛΕ., οι οποίες εάν εφαρμοστούν θα υποβαθμίσουν κατά τη γνώμη μου την ποιότητα της εκπαίδευσης που λαμβάνουν τα παιδιά μας. Με άλλα λόγια τόσο στην επίμαχη ανάρτηση όσο και σε αρκετές ακόμη, καλώ, ως πολιτικό πρόσωπο τους γονείς των παιδιών που φοιτούν στα ιδιωτικά σχολεία να απομονώσουν τις αναχρονιστικές απόψεις και τις ιδέες σας, οι οποίες θα ήταν καταστροφικές στην εφαρμογή τους για την ιδιωτική εκπαίδευση και το εκπαιδευτικό αποτέλεσμα. Αφού μάλιστα μου κάνετε την τιμή να παρακολουθείτε τις απόψεις μου θα έπρεπε να είστε περισσότερο προσεκτικοί και επιμελείς και να γνωρίζετε πως είμαι σταθερός πολέμιος της βίας, σταθερός θιασώτης της Ανοικτής Κοινωνίας που βασίζεται στο δημοκρατικό διάλογο και την ανταλλαγή επιχειρημάτων.

2. Αναρωτιέστε στην επιστολή σας «…πώς είναι δυνατόν και με ποια στοιχεία αμφισβητείτε τη δυνατότητα πολιτικής και νομικής εκπροσώπησης των ιδιωτικών εκπαιδευτικών από την ΟΙΕΛΕ…». Ουδέποτε ωστόσο αμφισβήτησα τη νομική εκπροσώπησή των ιδιωτικών εκπαιδευτικών από την ΟΙΕΛΕ. Αμφισβήτησα όμως και αμφισβητώ ότι η ΟΙΕΛΕ εκφράζει την πλειονότητα των ιδιωτικών εκπαιδευτικών στα ιδιωτικά σχολεία. Οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί έχουν “γυρίσει την πλάτη” στην ομοσπονδία σας, η οποία εκφράζει μια περιορισμένη μειονότητα (κάτω από 12%), όπως αποδεικνύεται και από τα πρόσφατα αποτελέσματα των εκλογών στην ΟΙΕΛΕ.

3. Με καλείτε να τεκμηριώσω τον ισχυρισμό μου ότι διακηρυγμένος σκοπός σας είναι η κατάργηση της ιδιωτικής εκπαίδευσης “με επίσημο έγγραφο της ΟΙΕΛΕ”. Σας επισημαίνω ότι ενώ στο καταστατικό σας αναφέρεται ως βασικός σκοπός σας μεταξύ άλλων « (…) α) Η ενίσχυση του δημοσίου, κοινωνικού και μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα της εκπαίδευσης κάθε μορφής, τύπου και βαθμίδας, (…) » δεν αναφέρεται πουθενά ως σκοπός της ΟΙΕΛΕ η προαγωγή της ποιότητας της ιδιωτικής εκπαίδευσης, δηλαδή του κλάδου, στον οποίο εργάζονται τα μέλη σας.
Από τα παραπάνω λοιπόν και σε συνδυασμό με την μέχρι σήμερα σταθερή δράση της ομοσπονδίας και πολλών μελών της κατά της ποικιλομορφίας και της ελεύθερης γονεϊκής επιλογής, εναντίον του διευθυντικού δικαιώματος των εργοδοτών σας, εναντίον της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών με όρους και κριτήρια που δεν ορίζει το κράτος, εναντίον της αυτονομίας των σχολείων στην κατάρτιση των προγραμμάτων σπουδών τους και υπέρ του κεντρικού σχεδιασμού τόσο στο θέμα αυτό όσο και σε όλα σχεδόν τα θέματα της ιδιωτικής εκπαίδευσης κ.ο.κ. συνάγεται το συμπέρασμα ότι η έννοια της συνταγματικά κατοχυρωμένης ιδιωτικής εκπαιδευτικής επιχείρησης είναι κάτι ξένο –αν όχι εχθρικό- σε σας.

Η επιστολή σας τελειώνει με μια απειλή. Σας υπενθυμίζω ότι η ελεύθερη κριτική, το ελεύθερο φρόνημα και οι απόψεις στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες δεν απειλούνται. Όπως έλεγαν οι λατίνοι “Cogitationis poenam nemo patitur”.
Σας την επιστρέφω λοιπόν ως απαράδεκτη.


Τάσος Ι. Αβραντίνης
Aντιπρόεδρος της ΔΡΑΣΗΣ

Πέμπτη 27 Αυγούστου 2015

Ενα καταστροφικό για την παιδεία και τη χώρα «όραμα»*


Η ​​ειλικρίνεια της κυβερνητικής μεταστροφής προς τον ορθολογισμό και την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας δοκιμάζεται για μία ακόμη φορά στον χώρο της εκπαίδευσης. Εκεί δηλαδή όπου τα περιθώρια εφαρμογής μιας εναλλακτικής πολιτικής είναι πιο ελαστικά και αποκαλύπτονται καθαρά οι προθέσεις της κυβέρνησης, επιγραμματικά διατυπωμένες με τη φράση «τα μνημονιακά μέτρα τα ψηφίζουμε με την αντιπολίτευση και τα δικά μας με τον Λαφαζάνη». Η νέα στρατηγική Τσίπρα εκτός από προδήλως ανέντιμη θα καταρρεύσει στην πράξη, όχι τόσο γιατί αναιρεί τη δέσμευση του πρωθυπουργού για συνεννόηση με τα κόμματα της δημοκρατικής αντιπολίτευσης σε ζητήματα ευρύτερα από τα δημοσιονομικά, αλλά κυρίως γιατί έρχεται σε αντίθεση με τις βασικές αρχές της συμφωνίας που ο ίδιος συνομολόγησε με τους εταίρους μας.
Στα ζητήματα παιδείας, όμως, περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, η ανάγκη ευρύτερης συναίνεσης είναι απαραίτητη, διότι από την επιτυχία των εκπαιδευτικών συστημάτων εξαρτάται η ποιότητα και ποσότητα ανθρωπίνου κεφαλαίου που θα διαθέτουν οι μελλοντικές γενεές.
Εάν λοιπόν επιχειρήσουμε μια απλή αντιπαραβολή των όρων της συμφωνίας του Αλ. Τσίπρα με όσα νομοθέτησε ή επιχειρεί να νομοθετήσει ο Αρ. Μπαλτάς, θα ανακαλύψουμε σοβαρές αντιθέσεις. Ειδικότερα:
1. Ενώ η συμφωνία της 13ης Ιουλίου προβλέπει «αποπολιτικοποίηση της ελληνικής διοίκησης» (σελίδα 4 του κειμένου της συμφωνίας στα ελληνικά) ο παρασκευαζόμενος νόμος του υπουργείου Παιδείας επαναφέρει τα κόμματα, μέσω των φοιτητικών παρατάξεων, στην ανάδειξη των πρυτανικών αρχών. Μάλιστα και ο πρόσφατα ψηφισμένος «νόμος Μπαλτά» (4327/14.5.2015) εισήγαγε τον κομματισμό στη διοίκηση της εκπαίδευσης, επιβάλλοντας την ψήφιση ακόμα και των διευθυντών των σχολικών μονάδων από τους εκπαιδευτικούς.
2. Ενώ σε άλλο σημείο της πρόσφατης συμφωνίας αναφέρεται ότι η ελληνική κυβέρνηση δεσμεύεται για «τον εκσυγχρονισμό και την ενίσχυση σε σημαντικό βαθμό της ελληνικής διοίκησης», με σημαντικό μοχλό τη διαρκή αξιολόγηση των στελεχών της, την ίδια στιγμή ο «νόμος Μπαλτά» καταργεί πλήρως την προσωπική αξιολόγηση των εκπαιδευτικών.
3. Ενώ η συμφωνία που υπογράφει ο Αλ. Τσίπρας προβλέπει καταρχήν απελευθέρωση μιας σειράς αγορών, την ίδια στιγμή ο «νόμος Μπαλτά» διαμορφώνει ένα ασφυκτικό και γραφειοκρατικό πλαίσιο λειτουργίας της ιδιωτικής εκπαίδευσης, που θα οδηγήσει αναπόφευκτα αν όχι σε κλείσιμο πολλά φροντιστήρια ή ιδιωτικά σχολεία οπωσδήποτε σε αύξηση της ανεργίας με την απώλεια χιλιάδων θέσεων εργασίας.
4. Τελευταίο κρούσμα του κατεδαφιστικού έργου του Αρ. Μπαλτά –υπό τις ευλογίες του Αλ. Τσίπρα– αποτελεί η απόφασή του να μεταφέρει τα ήδη προϋπολογισμένα κονδύλια για την αγορά φορητών εργαστηρίων και διαδραστικών πινάκων που προορίζονταν για την ψηφιακή αναβάθμιση των σχολείων της χώρας, προκειμένου να εξασφαλίσει πόρους για την πρόσληψη αναπληρωτών καθηγητών ενόψει της νέας σχολικής χρονιάς.
Υπενθυμίζεται ότι η εν λόγω αγορά εντάσσεται στο πλαίσιο της ευρύτερης στρατηγικής του «Ψηφιακού Σχολείου» που ξεκίνησε επί υπουργίας Διαμαντοπούλου το 2010.

Είναι γνωστή η εκπεφρασμένη δημοσίως απέχθεια του υπουργού... Παιδείας για τις εφαρμογές της τεχνολογικής προόδου στην εκπαίδευση, αλλά εδώ πλέον έχουμε μια ενέργεια που οδηγεί σε μεγαλύτερη ακόμη απόκλιση το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα από την Ευρώπη καθώς:
α) Ολες οι χώρες της Ε.Ε. επενδύουν σήμερα δυναμικά στο πεδίο των ψηφιακών  τεχνολογιών  στην εκπαίδευση.

β) Η ψηφιακή ικανότητα αναγνωρίζεται ήδη από το 2006 ως μία εκ των οκτώ βασικών ικανοτήτων που πρέπει να καλλιεργεί κάθε εκπαιδευτικό σύστημα.

Ταυτοχρόνως πρόκειται για απόφαση που καταδεικνύει την πλήρη προχειρότητα που επικρατεί στο υπουργείο... Απαιδείας. Συγκεκριμένα, ως επίσημος λόγος του ανασχεδιασμού των κονδυλίων προβάλλεται ότι «δεν ήταν δυνατόν να τηρηθούν όλες οι προθεσμίες έως τις 31 Δεκεμβρίου 2015 για την απορρόφηση των κονδυλίων». Ποιος όμως ευθύνεται γι’ αυτό εάν όχι ο ίδιος ο Αρ. Μπαλτάς, που εδώ και έξι μήνες διοικεί με πομφόλυγες και ιδεοληψίες το κρισιμότερο για το μέλλον της κοινωνίας υπουργείο;

Επιπλέον, είναι ενδεικτικό της προχειρότητας το γεγονός ότι ενώ το πρόβλημα των ελλείψεων διδακτικού προσωπικού είναι γνωστό, η κυβέρνηση Τσίπρα και ο Αρ. Μπαλτάς όχι μόνο άφησαν να χαθεί πολύτιμος χρόνος, αλλά προχώρησαν το προηγούμενο διάστημα σε ενέργειες που επιδείνωσαν το πρόβλημα. Τέτοιες τραγικές ενέργειες είναι –ενδεικτικά και μόνο– η ματαίωση των συγχωνεύσεων σχολείων που είχαν αποφασιστεί, καθώς και το θηριώδες ρουσφέτι της επαναπρόσληψης των κατά κανόνα προσκείμενων προς ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΤΑΡΣΥΑ εκπαιδευτικών με ειδικότητες τεχνικής εκπαίδευσης, οι οποίες αφαιρούνται πλέον από τον αριθμό των κανονικών προσλήψεων που θα μπορούσε να κάνει εντός του 2015 η κυβέρνηση.

Δυστυχώς, δεν είναι μόνο η προχειρότητα αλλά –κυρίως– οι ιδεοληψίες της ηγεσίας του υπουργείου Παιδείας που οδηγούν την εκπαίδευση σε ουσιαστική και άμεση έξοδο από το ευρωπαϊκό εκπαιδευτικό γίγνεσθαι. Ο Αρ. Μπαλτάς στην πρόσφατη συνεδρίαση της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ ακκιζόμενος κήρυξε... τζιχάντ στην Ευρωζώνη ανακράζοντας: «Ο πρώτος πόλεμος στο κέντρο της παγκοσμιοποίησης. (...) Ο πόλεμος είναι παρατεταμένος, ανοίξαμε ρήγμα ανεπούλωτο στην Ευρωζώνη». Ο Αρ. Μπαλτάς της τεχνοφοβίας και της «κιμωλίας» είναι βέβαιο ότι εκφράζει στον χώρο της εκπαίδευσης το «ανεκπλήρωτο» παιδικό όραμα του Αλ. Τσίπρα για τη φυγή προς το μακρινό σοβιετικό παρελθόν.

Το σχολείο του «μαυροπίνακα», της ισοπέδωσης, των ανεκπαίδευτων εκπαιδευτικών, που δεν λογοδοτεί στους γονείς και στους μαθητές αλλά στους κομματικούς συνδικαλιστές, που έχει ως αρχή του την ήσσονα προσπάθεια αλλά και περήφανους... «δημοκρατικά εκλεγμένους» διευθυντές, είναι το καταστροφικό «όραμα» των Τσίπρα, Μπαλτά και Σία για την εκπαίδευση.

* Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινη της Κυριακής στις 9/8/2015
http://bit.ly/1fHUwp6

Τετάρτη 8 Ιουλίου 2015

Αλέξη, μάθε πού πήγαν τα λεφτά.


Ο Α.Τσίπρας είπε στο Ευρωκοινοβούλιο με τη γνωστή αναίδεια της άγνοιας ή/και του πολιτικού καιροσκοπισμού και της κλασικής αριστερής στρεψοδικίας πως δεν αρνείται ότι δόθηκαν χρήματα στην Ελλάδα αλλά αυτά δεν πήγαν τάχα στον ελληνικό λαό. Έχουμε και λέμε:
1. 89 δις € του ELA πήγαν κατευθείαν στον ελληνικό λαό που τα διατηρεί αποθησαυρισμένα κάπου μακριά από τις τράπεζες,
2. 25 δις € αθροιστικού πρωτογενούς ελλείμματος 2010-2012 πληρώθηκε από τα χρήματα που δόθηκαν από τους εταίρους μας,
3. 39 δις € στην ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών τις διατήρησε στη ζωή ώστε να υπάρχουν επιχειρήσεις, να μην αυξηθεί δραματικά η ανεργία και να μην εξαφανιστούν οι καταθέσεις των Ελλήνων (κοντά στα 7 δις ήταν μόνο τα χαρισμένα στους αγρότες χρέη προς την Αγροτική Τράπεζα),
4. 20 δις € καθαρές εισπράξεις κοινοτικών επιδοτήσεων για τα έτη 2010-2014. 
Σύνολο 193 δις €.
Ακόμη η αναδιάρθρωση του δανεισμού της χώρας με τα Μνημόνια μείωσε το μέσο σταθμικό επιτόκιο από 4,5% περίπου το 2012 στο 1,8% το 2015 μειώνοντας έτσι σημαντικά τα ποσά για τόκους που πληρώνει η χώρα και συνεπώς υπήρξε σημαντική ελάφρυνση του προϋπολογισμού ήτοι του λαού κι από την αιτία αυτή. 
Επίσης ο χρόνος αποπληρωμής του χρέους μας επιμηκύνθηκε σημαντικά (από 6 περίπου χρόνια σε 30) με αποτέλεσμα ο ελληνικός λαός να πληρώνει μικρότερες χρεολυτικές δόσεις. Επίσης για το μεγαλύτερο μέρος του χρέους μας δόθηκε δεκαετής περίοδος χάριτος μέχρι και το 2022. Δηλαδή μέχρι το 2022 πληρώνουμε τοκοχρεολυτικές δόσεις επί δανείων συνολικού ύψους περίπου 55 δις €.
Οι εταίροι μας δεσμεύθηκαν μάλιστα το Νοέμβριο του 2012 ότι εφόσον η χώρα δημιουργεί πρωτογενή πλεονάσματα θα εξετάσουν περαιτέρω μείωση του χρέους μας.
Η παραμονή στο ευρώ εξαιτίας των συμφωνιών μας με τους εταίρους μας διατήρησε το βιωτικό επίπεδο του ελληνικού λαού σε αξιοπρεπή -παρά τις περικοπές μισθών και συντάξεων- επίπεδα και περιόρισε τη μείωση του ΑΕΠ στο 25% αντί του 55% με 65% που θα συνέβαινε εάν πηγαίναμε σε ρήξη -όπερ μάλλον θα συμβεί τώρα με τους άθλιους χειρισμούς της κυβέρνησης Τσίπρα-.
Ο ελληνικός λαός απολάμβανε πλήρως το κοινοτικό κεκτημένο (ελευθερία κινήσεων εργαζομένων, κεφαλαίων, υπηρεσιών) και τις ευρωπαϊκές δημοκρατικές κατακτήσεις. 
Από Δευτέρα δεν εγγυώμαι.

Οι δύο κανόνες

                              Από τα διδάγματα της ιστορίας μπορούμε να κατανοήσουμε τη σημασία που έχουν τα καλά δημόσια οικονομικά για την...