Κυριακή 7 Μαΐου 2017

Ποτέ (κλειστά μαγαζιά) την Κυριακή*



  Από πληροφορίες μαθαίνουμε ότι οι εταίροι μας έχουν συμπεριλάβει στο προσχέδιο της συμφωνίας για το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης και το ωράριο των καταστημάτων τις Κυριακές. Η απόφασή τους είναι σωστή αρκεί να επιμείνουν σ’ αυτήν. Στην Ελλάδα, όπου οι περισσότεροι δυσκολεύονται να αντιληφθούν τον τρόπο λειτουργίας της οικονομίας, τους νόμους της αγοράς και ο σοσιαλ-κρατισμός θριαμβεύει για δεκαετίες, θεωρείται απολύτως φυσιολογικό το ωράριο των καταστημάτων να καθορίζεται με διοικητική απόφαση (απόφαση του αντιπεριφερειάρχη).
  Κι όμως, για πολλούς λόγους που θα εξηγήσουμε αμέσως παρακάτω, το ωράριο των καταστημάτων δεν πρέπει να διαμορφώνεται από το κράτος αλλά από τους άμεσα ενδιαφερόμενους (εμπόρους, εργαζομένους και καταναλωτές). Αυτοί ξέρουν καλύτερα από τον απρόσωπο νομοθέτη τι ταιριάζει στην περιοχή τους, στο αντικείμενο του καταστήματός τους, στο είδος των προϊόντων που εμπορεύονται, στις ανάγκες τους. Όλες τις Κυριακές του χρόνου τα καταστήματα πρέπει να έχουν ελεύθερο ωράριο.
  Θα φανεί περίεργο σε πολλούς αλλά το σημαντικότερο κατά τη γνώμη μου επιχείρημα υπέρ του ελεύθερου ωραρίου δεν είναι ωφελιμιστικό αλλά επί της αρχής. Ο καθορισμός του ωραρίου λειτουργίας των καταστημάτων με διοικητική απόφαση παραβιάζει τους κανόνες λειτουργίας της αγοράς και πλήττει ευθέως την ελευθερία των πολιτών. Ειδικότερη έκφραση αυτής της ελευθερίας είναι η ελευθερία του καταστηματάρχη να ανοίγει όποτε το επιθυμεί το μαγαζί του, και του καταναλωτή να ψωνίζει όποτε το αποφασίσει. Κι όμως, αυτού του είδους το δικαίωμα είναι περισσότερο ολοκληρωμένο από το δικαίωμα λ.χ. του εκλέγειν. Όταν βρίσκεσαι μπροστά στην κάλπη αποφασίζεις έχοντας συνήθως στο μυαλό σου το λιγότερο κακό κόμμα και ψηφίζεις επί μιας σειράς θεμάτων που σπανίως σου έχουν εξηγηθεί από τα κόμματα επαρκώς ή έχεις κατανοήσει αρκετά. Στο κατάστημα ο καθένας αγοράζει αυτό ακριβώς που επέλεξε. Το δικαίωμα άσκησης της ελευθερίας από τους εμπόρους και τους καταναλωτές επιβάλλει το σεβασμό των επιλογών τους από το κράτος.

  Ας εξετάσουμε όμως προσεκτικά τα δύο κύρια επιχειρήματα όσων αντιδρούν στην απελευθέρωση:

‒ Με την απελευθέρωση του ωραρίου τις Κυριακές θα κλείσουν, όπως ισχυρίζονται, τα μικρά καταστήματα και θα ωφεληθούν τα πολυκαταστήματα.
Απάντηση: Τα υπερκαταστήματα έχουν μεγάλο λειτουργικό κόστος, δουλεύουν με σχεδόν οριακό κέρδος και τις ώρες της μειωμένης κίνησης δεν συμφέρει να μένουν ανοιχτά και να απασχολούν μια επιπλέον βάρδια. Μεταξύ άλλων το κόστος μισθοδοσίας και ενέργειας για τα πολυκαταστήματα είναι σημαντικοί λόγοι για να παραμείνουν κλειστά τις Κυριακές. Έτσι οι πραγματικά ωφελημένοι, αυτοί που θα αποκτήσουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, είναι τα μικρά καταστήματα, τα οποία έχουν ολιγάριθμο προσωπικό ή/και απασχολείται σ’ αυτά ο ίδιος ο έμπορος και η οικογένειά του και τα περιορισμένα πάγια έξοδά τους θα κατανέμονται σε υψηλότερο κύκλο εργασιών.
  Την περίοδο της κυβέρνησης Μητσοτάκη με απόφαση του τότε υπουργού Εμπορίου Ανδρέα Ανδριανόπουλου απελευθερώθηκε πλήρως το ωράριο των καταστημάτων τις Κυριακές και καθιερώθηκε η τέταρτη βάρδια. Και τότε η πολιτική εκείνη επικρίθηκε με σφοδρότητα, ότι ευνοούσε τάχα τις πολυεθνικές εταιρείες και ότι θα οδηγούσε σε μαζικό κλείσιμο τις μικρές επιχειρήσεις. Το αποτέλεσμα διέψευσε τους επικριτές του και δικαίωσε την κυβερνητική απόφαση. Κανένα από τα πολυκαταστήματα της εποχής δεν καθιέρωσε επιπλέον βάρδια και δεν άνοιξε την Κυριακή. Αντιθέτως, πολλά νέα καταστήματα άνοιξαν και χιλιάδες θέσεις εργασίας δημιουργήθηκαν.
‒ Η απελευθέρωση του ωραρίου θα οδηγήσει σε καταστρατήγηση των εργασιακών σχέσεων και εκμετάλλευση των εργαζομένων από τους εργοδότες.
Απάντηση: Χρέος του κράτους είναι όταν διαπιστώνει παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας να επιβάλλει τις προβλεπόμενες κυρώσεις, όχι να εμποδίζει την επιχειρηματικότητα. Η εργατική νομοθεσία δεν περιμένει βεβαίως την Κυριακή για να καταστρατηγηθεί ούτε η απελευθέρωση αποτελεί κάποιο έμμεσο κίνητρο καταστρατήγησης.

Τα επιχειρήματα υπέρ της απελευθέρωσης

Το ελεύθερο ωράριο θα βοηθήσει κυρίως τις ευέλικτες μικρές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις που είναι σε θέση να πειραματίζονται, να καινοτομούν και να ικανοποιούν ευκολότερα και αμεσότερα τις ανάγκες των καταναλωτών τους.
Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του ΟΟΣΑ[i] σε τριάντα (30) ευρωπαϊκές χώρες, η εμπειρία απελευθέρωσης του ωραρίου τις Κυριακές είχε τα εξής αποτελέσματα:

‒ μείωση της ανεργίας τόσο με αύξηση της απασχόλησης στις ήδη λειτουργούσες επιχειρήσεις όσο και με τη δημιουργία θέσεων εργασίας σε νεοϊδρυόμενες επιχειρήσεις χωρίς αύξηση των τιμών.
‒ αύξηση του συνολικού αριθμού των επιχειρήσεων, και
‒ αύξηση του κύκλου εργασιών κυρίως των μικρών επιχειρήσεων και σε ορισμένες κατηγορίες προϊόντων και κάποια είδη λιανικής.

  Για την Ελλάδα δεν υπάρχει καλύτερη συνηγορία υπέρ της απελευθέρωσης του ωραρίου από το παράδειγμα των ανθοπωλείων, των ζαχαροπλαστείων, των καταστημάτων εστίασης κ.ά. που δεν έχουν περιορισμούς λειτουργίας.
  Τα ίδια ισχύουν και με το παραπάνω στις τουριστικές παραθαλάσσιες περιοχές της χώρας, στις οποίες το ωράριο είναι σχεδόν πλήρως απελευθερωμένο.
Ας σταθούμε σ’ αυτό το τελευταίο. Γύρω στα 30 εκατομμύρια τουρίστες αναμένεται να επισκεφθούν φέτος την Ελλάδα. Η τουριστική περίοδος επιμηκύνεται μέχρι τον Οκτώβριο και οι πόλεις της Αθήνας, του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης μετατρέπονται σε all season τουριστικοί προορισμοί.
Τις Κυριακές της τουριστικής περιόδου το 2017, σύμφωνα με τα στοιχεία των πρακτόρων, θα επισκεφθούν την Αθήνα και τον Πειραιά παραπάνω από 1,2 εκατ. τουρίστες. Γιατί να μην έχουν τη δυνατότητα οι έμποροι να προσελκύσουν αυτούς τους νέους καταναλωτές στο κατάστημά τους. Πώς θα τους φανούν άραγε οι πόλεις μας, σκοτεινές και βρόμικες, με τα εμπορικά καταστήματα στο κέντρο τους κλειστά –πνιγμένα από το graffiti και τις αφίσες βανδάλων που αγνοούν τις έννοιες της αισθητικής και της καθαριότητας. Αντιθέτως, μια πόλη που τα καταστήματά της είναι ανοιχτά συνεχώς, επτά ημέρες την εβδομάδα είναι μια ζωντανή, φωτεινή και ακμάζουσα πόλη.
  Για όλους τους παραπάνω λόγους οι έμποροι πρέπει να αποφασίζουν οι ίδιοι ελεύθερα πότε, πόσο και αν θ’ ανοίξουν το μαγαζί τους. Κι οι καταναλωτές πρέπει να έχουν το δικαίωμα να ψωνίζουν την Κυριακή και τις αργίες. Στις πραγματικές δημοκρατίες, όπου δηλαδή υπάρχει ελεύθερη οικονομία η θεμελιώδης αρχή είναι η ελεύθερη επιλογή του ατόμου. Στο κράτος δεν πέφτει κανένας λόγος.
Ποτέ λοιπόν την Κυριακή κλειστά καταστήματα.

* Δημοσιεύθηκε στην κυριακάτικη Ελευθερία του Τύπου, της 7ης Μαΐου 2017 στο ένθετο Ελεύθερο πνεύμα.




[i] https://goo.gl/pLznU8

Κυριακή 23 Απριλίου 2017

Στις Γαλλικές κάλπες κρίνεται το μέλλον της ελευθερίας


Πολλοί ταυτίζουν τη Γαλλία με την πιο κρατικιστική και παροχημένη εκδοχή δυτικής δημοκρατίας. Αυτή είναι η μια -αναντίρρητη- όψη της Γαλλικής πραγματικότητας. Μην ξεχνάμε όμως ότι ο φιλελευθερισμός ακόμη κι αν δεν γεννήθηκε στη Γαλλία, στη χώρα αυτή μεγαλούργησε.
Στη Γαλλία από την εποχή των μεγάλων διαφωτιστών διανοουμένων, των εγκυκλοπαιδιστών, του Κοντορσέ, του Τυργκό, του Κονστάν και της Ζερμαίν Ζαέλ, του Τοκβίλ, του Μπαστιά, του Ζαν Μπατίστ Σέυ, του Ζακ Ρυφ, του Εντμόν Μαλενβώ, του Ραϊμον Άρον, του Μπερτράν ντε Ζουβενέλ, του Φρανσουά Ρεβέλ, του Γκυ Σορμάν, του Ραϊμόν Μπαρ και πολλών ακόμη, συναντάς μια φιλελεύθερη -οικονομική και πολιτική- παράδοση που ποτέ δεν έχει διακοπεί μέχρι σήμερα.
Οι Γάλλοι φιλελεύθεροι άντεξαν στη διάρκεια του 20ου αιώνα την ιδεολογική και πολιτική πίεση που άσκησαν στη χώρα του Αστερίξ οι ιδέες του αριστερού και δεξιού απολυταρχισμού και του κρατικισμού και κράτησαν αναμμένο το φως της ελευθερίας.
Ας μην ξεχνάμε ότι στη δεκαετία του '30, όταν οι ολοκληρωτικές ιδέες κυριαρχούσαν -με εκλογές ή πραξικοπήματα- στις συντριπτικά περισσότερες χώρες της ευρωπαϊκής ηπείρου, η Γαλλία ήταν μια από τις ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις χωρών που εκλογικά αποδοκίμασαν με σταθερότητα το φασισμό και τον κομμουνισμό.
Στους Γάλλους πολίτες συναντάς ακόμη και σήμερα μια έστω αμυδρά και ενδόμυχη αγάπη προς την ελευθερία, ένα ισχυρό ηθικό συναίσθημα κατά των ολοκληρωτικών θεωριών και των πολιτικών άκρων.
Μεταξύ των υποψηφίων προέδρων στις σημερινές Γαλλικές εκλογές ένας φιλελεύθερος ψηφοφόρος έχει δυστυχώς περιορισμένες και πολύ συζητήσιμες -είναι αλήθεια- επιλογές, τις εξής δύο: Φιγιόν ή Μακρόν. Προτιμώ τον Φιγιόν -αν και πολύ συντηρητικός σε θέματα κυρίως ατομικών δικαιωμάτων- αλλά σε κάθε περίπτωση θα είμαι ικανοποιημένος εάν κερδίσει και ο Μακρόν -μολονότι αρκετά σοσιαλδημοκράτης σε θέματα οικονομικής ελευθερίας-.
Οποιοσδήποτε άλλος επικρατήσει θα είναι από βαρύ πλήγμα έως απόλυτη καταστροφή.

Ελπίζω σήμερα οι Γάλλοι, πιστοί στις ρίζες και στις παραδόσεις τους να επιλέξουν τους σωστούς υποψηφίους. Για το καλό της Γαλλίας, της ενωμένης Ευρώπης και της Ελευθερίας. 

Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2017

Ο ιός που μολύνει τη χώρα*

Εάν δεν συνειδητοποιήσουμε πολύ γρήγορα ότι το ασφαλιστικό μας σύστημα δεν είναι από οποιαδήποτε άποψη βιώσιμο η κατάρρευση της οικονομίας θα συμβεί ό,τι κι αν πράξει οποιαδήποτε κυβέρνηση. Τα δεδομένα του προβλήματος είναι αμείλικτα:
‒ Στο τέλος του 2016 ο αριθμός των συνταξιούχων άγγιξε τα 2.700.000. Οι συνταξιούχοι είναι περίπου το 24,5% του πληθυσμού της χώρας.
‒ Οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα, μαζί με τους αυτοαπασχολούμενους και τους ελεύθερους επαγγελματίες, δεν ξεπερνούν τα 2.800.000. Η αναλογία συνταξιούχων εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα είναι σχεδόν 1 προς 1,07.
‒ Οι συνταξιούχοι αποτελούν σήμερα το 28% περίπου του εκλογικού σώματος.
‒ To προσδόκιμο ζωής (ανδρών και γυναικών) στην Ελλάδα είναι το 79ο έτος της ηλικίας.
‒ Το 2015 καταβλήθηκαν συντάξεις συνολικής αξίας 28,2 δισ. ευρώ ή περίπου το 16% του ΑΕΠ. Το 2000 το ποσοστό ήταν 12,6%. Από το ποσοστό αυτό μόλις το 6% καλύπτεται από τους ασφαλιστικούς οργανισμούς. Το κράτος καλύπτει την υπόλοιπη δαπάνη. Το 2016, με συντηρητικούς υπολογισμούς, το κράτος εκταμίευσε φανερά ή κρυφά (λ.χ. επιδότηση στον ΟΑΠ ΔΕΗ 500 εκ. ευρώ κ.λπ.) περισσότερα από 17 δισ. ευρώ ή το 10% του ΑΕΠ για την καταβολή των συντάξεων από τα ασφαλιστικά ταμεία. Από το 2001 έως και το 2015 το κράτος χρηματοδότησε τα ασφαλιστικά ταμεία με το ποσό των 214 δισ. ευρώ ή με 14,2 δισ. ευρώ περίπου κατά μέσο όρο ετησίως.
‒ Το σύνολο των ασφαλιστικών εισφορών για τον μέσο ασφαλισμένο του ΙΚΑ αντιστοιχεί περίπου στο 41% του συνολικού μισθολογικού κόστους του. Δηλαδή για κάθε 100 ευρώ που πληρώνει ο εργοδότης ο εργαζόμενος εισπράττει μόλις 59 ευρώ.
‒ Το ύψος των συντάξεων που καταβάλλονται από τα ταμεία δεν έχει προκύψει από αντίστοιχες αναλογιστικές μελέτες που θα αποφαίνονταν για τη βιωσιμότητα των ταμείων που τις χορηγούν, αλλά από διαχρονική και συνεχιζόμενη και σήμερα συναλλαγή των διαφόρων κοινωνικών ομάδων με το πολιτικό σύστημα.
‒ Η παρούσα αξία των υποχρεώσεων του ασφαλιστικού συστήματος στους σημερινούς συνταξιούχους υπερβαίνει το 150% του ΑΕΠ.
‒ Η αύξηση της ανεργίας και η ύφεση που προκλήθηκε εξαιτίας των φόρων και του κρατικού γιγαντισμού δημιουργούν αναπόφευκτα πρόσθετες ανάγκες άμεσης χρηματοδότησης του συστήματος.
‒ Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Eurostat οι φόροι και οι ασφαλιστικές εισφορές στην Ελλάδα αγγίζουν το 40% του ΑΕΠ, ποσοστό που είναι μέσα στα υψηλότερα παγκοσμίως.
Τα δεδομένα αυτά αποκαλύπτουν την εντροπία του ασφαλιστικού συστήματος και την εξαιτίας της υπερθέρμανση της οικονομίας. Τα βάρη που συσσωρεύει το ασφαλιστικό πρόβλημα στην οικονομία είναι περισσότερη φορολογία, περισσότερη γραφειοκρατία, αποθάρρυνση επενδυτικού κλίματος, υπονόμευση της ανταγωνιστικότητας.
Μπροστά σ’ αυτή την εφιαλτική πραγματικότητα θλίψη προκαλούν οι αντιδράσεις σχεδόν του συνόλου του πολιτικού προσωπικού, των πανίσχυρων συντεχνιών και των πάσης φύσεως θεωρητικών του κρατισμού. Προτείνουν να χρηματοδοτήσουν το σύστημα από:
Α) τον προϋπολογισμό ή με άλλα λόγια με τα λεφτά των άλλων (δηλαδή των φορολογουμένων),
Β) από τις επιχειρήσεις με την περαιτέρω αύξηση των εργοδοτικών εισφορών ή με άλλα λόγια με τα λεφτά των άλλων (δηλαδή των επιχειρηματιών), καθώς και
Γ) από τους φόρους υπέρ τρίτων που κατ’ ευφημισμόν βαφτίζουν κοινωνικούς πόρους ή με άλλα λόγια με τα λεφτά των άλλων (δηλαδή των ανυποψίαστων καταναλωτών).
Οι παραπάνω λύσεις συνιστούν τις λεγόμενες «εύπεπτες» ή «εύκολες» λύσεις. Η ουσία είναι ότι καμιά «εύκολη λύση» δεν αποτελεί στ’ αλήθεια λύση. Το θέατρο των εύκολων λύσεων παρουσιάζει, όπως γράφει και ο Μπαστιά, στα μάτια των θεατών δύο ήρωες, ενώ στη σκηνή υπάρχουν τρεις. Ο τρίτος, ο αφανής ήρωας (κατά περίπτωση ο φορολογούμενος, ο επιχειρηματίας, ο εργαζόμενος, ο καταναλωτής), είναι ο χαμένος της αθέμιτης συναλλαγής των άλλων δύο εμφανών ηρώων. Αλλά ο τρίτος ήρωας είναι και ο μόνος αληθινός. Είναι εκείνος που παράγει τον πλούτο ή κινητοποιεί τις δυνάμεις του ανταγωνισμού. Την καταστροφή του τελευταίου οι άλλοι δύο την εμφανίζουν παραπλανητικά σαν θεμιτό κέρδος για τους ίδιους και ουδέτερη για την οικονομία.
Η λύση του προβλήματος του ασφαλιστικού πρέπει να είναι πραγματική και ουσιαστική. Όπως απέδειξαν ο Σουμπέτερ και άλλοι, κάθε σύστημα (οργανισμοί, επιχειρήσεις, κράτη κ.ο.κ.) έχει βιολογικούς κύκλους. Όταν ολοκληρωθεί ένας κύκλος εξελίσσεται και μεταβαίνει σε άλλον. Εάν δεν προσαρμοστεί στις αλλαγές καταστρέφεται.
Έτσι και στην περίπτωση του ασφαλιστικού, αυτό έχει ολοκληρώσει εδώ και καιρό τον κύκλο του. Παραμετρικές αλλαγές δεν μπορούν να λύσουν το πρόβλημα ούτε καν να το μεταθέσουν στο μέλλον. Εάν το ασφαλιστικό δεν αλλάξει εκ βάθρων, η κατάρρευσή του θα συμπαρασύρει και ό,τι άλλο έχει μείνει όρθιο στην οικονομία.
Η αλλαγή του συστήματος θα πρέπει να είναι δομική και αντιγραφειοκρατική. Θα πρέπει να δημιουργήσει ισχυρά κίνητρα στους εργαζόμενους, στις επιχειρήσεις και στις δυνάμεις της ασφαλιστικής αγοράς να παίξουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην ανάπτυξη του νέου συστήματος, ενώ το κράτος θα θέσει τους κανόνες και θα ελέγχει την αυστηρή τήρησή τους κατά τη λειτουργία του.
Η αρχιτεκτονική του νέου συστήματος θα πρέπει να υιοθετήσει ένα σύστημα τριών πυλώνων.
‒ Ο ρόλος του κράτους θα πρέπει να εξαντλείται μόνο στον πρώτο πυλώνα, ο οποίος θα εξασφαλίζει σε όλους, υπό την προϋπόθεση ότι ζουν στην Ελλάδα για κάποιο χρονικό διάστημα (20 ή 25 ετών), μια βασική εθνική σύνταξη, η οποία θα πρέπει να είναι ίση ή ποσοστό του εκάστοτε ισχύοντος κατώτατου μισθού. Οι ασφαλιστικές εισφορές στον πρώτο πυλώνα καταργούνται καθώς και όλη η γραφειοκρατία του σημερινού συστήματος (ασφαλιστικές ενημερότητες, πορτοκαλί βιβλία, ελεγκτές, μπλοκάκια κ.ο.κ.). Η καταβολή της εθνικής σύνταξης σε άνδρες και γυναίκες γίνεται αυτόματα με την συμπλήρωση του 67ου έτους της ηλικίας τους.
‒ Στον δεύτερο πυλώνα λειτουργούν ιδιωτικά ταμεία υπό κρατική εποπτεία με βάση το κεφαλαιοποιητικό σύστημα. Η συμμετοχή είναι προαιρετική και οι εισφορές που κατατίθενται σ’ αυτά αποτελούν περιουσιακό στοιχείο του ασφαλισμένου. Πριν από κάποιο χρονικό όριο ο ασφαλισμένος δεν μπορεί να αναλάβει τις εισφορές του, μπορεί όμως να αλλάξει ελεύθερα ταμείο. Τα ταμεία αυτά αντασφαλίζονται υποχρεωτικά. Παρέχεται κίνητρο να εκπίπτουν από το φορολογητέο εισόδημα οι εισφορές μέχρι κάποιο όριο στα ταμεία αυτά. Ενώ θεσπίζεται αφορολόγητο και στα ίδια τα ταμεία.
‒ Τρίτος πυλώνας είναι η ιδιωτική ασφάλιση. Οι εισφορές είναι επίσης προαιρετικές, αλλά η συμμετοχή σ’ αυτόν έχει περισσότερο επενδυτικό χαρακτήρα από τον δεύτερο.
Η μετάβαση στο νέο σύστημα δεν συνιστά απλή υπόθεση ακόμη κι αν μπορούσε να επιτευχθεί ευρεία συναίνεση. Πολλές φορές ο κληρονόμος καλείται να πληρώσει τα χρέη και τους φόρους της κληρονομιάς. Αυτό ακριβώς ισχύει και στην περίπτωσή μας. Στη μετάβαση στο νέο σύστημα θα δημιουργηθεί ένα κόστος κληρονομιάς (legacy cost). Στο κόστος αυτό συμπεριλαμβάνονται κυρίως οι τρέχουσες υποχρεώσεις του σημερινού συστήματος προς τους σημερινούς συνταξιούχους (για το ποσό που υπολείπεται από την εθνική σύνταξη, καθώς και εκείνους που δεν έχουν συμπληρώσει το 67ο έτος).
Το κόστος αυτό πρέπει να αντιμετωπισθεί με σειρά μέτρων που δεν θα θίγουν το νέο ασφαλιστικό σύστημα και εντός μιας σχετικά σύντομης μεταβατικής περιόδου. Τα μέτρα αυτά θα μπορούσαν να είναι:
‒ μείωση των μεγάλων συντάξεων που δεν αντιστοιχούν σε καταβληθείσες εισφορές,
‒ αξιοποίηση περιουσίας και διαθεσίμων των ασφαλιστικών οργανισμών,
‒ κατάργηση των έμμεσων πελατειακών επιδοτήσεων του κράτους σε ασφαλιστικά ταμεία των «ρετιρέ» των ΔΕΚΟ,
‒ επιστροφή στην εργασία όσων συνταξιοδοτήθηκαν πρόωρα από το 2012 και δεν έχουν συμπληρώσει το 60ό έτος,
‒ θέσπιση ειδικού τύπου ομολόγων ασφαλιστικού χρέους που θα εξαιρεθούν κατόπιν συμφωνίας από το σύνολο του δημοσίου χρέους,
‒ εξοικονόμηση πόρων από την κατάργηση των ασφαλιστικών ταμείων και
‒ μέρος εσόδων από ιδιωτικοποιήσεις και μείωση του κράτους.
«Η ζωή είναι επίλυση προβλημάτων», κατά τον Κάρλ Πόππερ, σε μια πορεία διαρκώς μεταβαλλόμενων συνθηκών. Το πρόβλημα του ασφαλιστικού θα λυθεί όταν αντιληφθούμε τόσο το όφελος της αλλαγής όσο και το καταστροφικό κόστος της απραξίας.

* Δημοσιεύθηκε στο liberal.gr
http://www.liberal.gr/arthro/113500/apopsi/arthra/o-ios-pou-molunei-ti-chora.html

Κρατισμός και υψηλή φορολογία, οι ασύλληπτοι δολοφόνοι της οικονομίας*

Οι φόροι ενός κράτους είναι συντελεστής του κόστους της οικονομίας του. Μείωση του κόστους σημαίνει αύξηση της παραγωγικότητας και της ελκυστικότητας της οικονομίας παρά τα όσα καινοφανή και κενά διακηρύσσει ο νέος υπουργός Δημ. Παπαδημητρίου. 
Οι «δολοφόνοι» της ελληνικής οικονομίας είναι γνωστοί και ακούνε στο όνομα κρατισμός και υψηλή φορολογία. Η ελληνική οικονομική κρίση οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στο μεγάλο υδροκέφαλο και αρμόδιο για τα πάντα κράτος και στον έκλυτο δημοσιονομικό βίο του για δεκαετίες. Αυτό δημιούργησε μια ανίερη συμμαχία, ισχυρές πελατειακές εξαρτήσεις μεταξύ του πολιτικού συστήματος, των κομμάτων και των ισχυρών συντεχνιακών ομάδων που διόγκωσαν τις δαπάνες του δημοσίου, οι οποίες συντηρούνταν μέχρι το 2009 από δύο κύριες πηγές: τους φόρους των πολιτών και τον δανεισμό του κράτους. Ο δανεισμός του Δημοσίου διογκώθηκε υπέρμετρα κατά την περίοδο 1981-1989, όταν το πρώτο μεγάλο κύμα λαϊκισμού προσέβαλε τη χώρα. Η δεύτερη μεγάλη διόγκωση του δανεισμού σημειώνεται την περίοδο 2002-2009 όταν το πολιτικό σύστημα μπροστά στην παγίδα των –λόγω ευρώ‒ φθηνών επιτοκίων ενέδωσε υπνωτισμένο στην Κίρκη των παροχών. Οι φόροι βεβαίως γίνονται αμέσως αντιληπτοί από τους φορολογουμένους καθώς το κράτος βάζει το χέρι του στην τσέπη μας και κλέβει το πορτοφόλι μας. Η περίπτωση των δανείων είναι διαφορετική, καθώς στην αρχή το προϊόν του δανείου γίνεται δεκτό με ευχαρίστηση απ’ όλους. Κάποτε παρομοίασαν εύστοχα τον δανεισμό με ναρκωτική ουσία, στην οποία η ευχαρίστηση συνοδεύεται από εθισμό. Όπως όμως η μη χορήγηση ενός ναρκωτικού δημιουργεί στερητικό σύνδρομο στον εθισμένο οργανισμό, έτσι και η μη χορήγηση νέου δανείου δημιουργεί αντίστοιχα οδυνηρά στερητικά σύνδρομα στα άτομα και στα κράτη.
Οι κυβερνήσεις της χώρας από τη μεταπολίτευση μέχρι το 2014 –με μοναδική εξαίρεση την κυβέρνηση Μητσοτάκη κι αυτή μόνο την περίοδο που ο Στέφανος Μάνος ήταν υπουργός Εθνικής Οικονομίας‒ ξόδευαν αλόγιστα περισσότερα από όσα η οικονομία παρήγαγε. Αυτή ήταν η βασική αιτία της ανάγκης του δανεισμού. Το 2009 η πηγή του δανεισμού που χρηματοδοτούσε το μεγαλύτερο μέρος των δαπανών του δημοσίου στέρεψε. Οι δημόσιες δαπάνες όμως δεν περιορίσθηκαν όσο θα έπρεπε. Η ανίερη συμμαχία του κρατισμού αντιστάθηκε σθεναρά στις σημαντικές διαρθρωτικές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις που θα οδηγούσαν τη χώρα σε έξοδο από την κρίση ή εμπόδισαν στην πράξη την υλοποίησή τους. Έτσι, η μόνη πλέον πηγή κάλυψης των δαπανών είναι οι φόροι. Οι περισσότεροι πολίτες θεωρούν ότι οι φόροι επιβαρύνουν το εισόδημά τους. Αυτό ασφαλώς και ισχύει, αλλά οι περισσότεροι ανοργάνωτοι πολίτες δυσκολεύονται να αντιληφθούν ότι ο λόγος της επιβολής της υψηλής φορολογίας είναι η κρατική διόγκωση. Το μέγεθος με άλλες κουβέντες που καθορίζει την επιβάρυνση των φορολογουμένων δεν είναι οι φόροι αλλά οι κρατικές δαπάνες. Οι κρατικές δαπάνες είναι η αιτία της υψηλής φορολογίας.
Οι φόροι όμως έχουν σοβαρές παρενέργειες τόσο στην οικονομική υγεία των ατόμων και των οικογενειών τους όσο και στην πορεία της οικονομίας της χώρας. Διαβάζοντας κανείς προσεκτικά τον προϋπολογισμό του 2017 και συγκρίνοντάς τον με τους προϋπολογισμούς των ετών 2012 και 2014 διαπιστώνει ότι οι φόροι ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξάνονται καθ’ όλη τη διάρκεια της πενταετίας. Πιο συγκεκριμένα: Το 2012 με ΑΕΠ 193,7 δισ. ευρώ το κράτος εισέπραξε 47 δισ. ευρώ φόρους. Το 2014 με ΑΕΠ 187 δισ. ευρώ εισέπραξε 46 δισ. ευρώ φόρους και το 2017 με ΑΕΠ 178 δισ. ευρώ πρόκειται να εισπράξει 51 δισ. ευρώ φόρους. Επομένως το 2012 οι φόροι ανήλθαν στο 24,3% του ΑΕΠ, το 2014 στο 24,5% του ΑΕΠ και το 2017 θα εκτοξευθούν στο 28,7% του ΑΕΠ, ενώ και ως απόλυτο μέγεθος το 2017 πρόκειται να αυξηθούν τόσο σε σχέση με το 2012 όσο και σε σχέση με το 2014 κατά 4 και 5 δισ. ευρώ αντίστοιχα. Η φορολογία το 2017 σε σχέση με το 2012 θα αυξηθεί κατά 18,5%. Η αύξηση επιπλέον των φορολογικών βαρών των πολιτών στηρίζεται, όπως ομολογεί το Υπουργείο Οικονομικών, στην αύξηση της φορολογίας και όχι στον περιορισμό της φοροδιαφυγής. Δυστυχώς η κυβέρνηση αδυνατεί να αντιληφθεί αυτό που επισημάνθηκε στην αρχή του άρθρου, ότι η φορολογία είναι ένας από τους συντελεστές του κόστους της οικονομίας. Όταν αυτή αυξάνεται τα κέρδη περιορίζονται, οι οριακοί παραγωγοί φεύγουν από την αγορά, η προσφορά των αγαθών μειώνεται και πλήττεται συνολικά η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Η υπέρμετρη φορολόγηση έχει ήδη καταστρέψει την οικονομία και πρόκειται να προκαλέσει και νέα ακόμη μεγαλύτερη οικονομική ύφεση, χωρίς να προσφέρει όφελος σε όσους πραγματικά έχουν ανάγκη και κάποια ανταπόδοση σε όσους είναι συνεπείς φορολογούμενοι. Η ύφεση θα οδηγήσει σε κλείσιμο επιχειρήσεων, ανεργία, μείωση των εισοδημάτων, μείωση των καταθέσεων στις τράπεζες, εκτεταμένη φοροδιαφυγή, σταθερά υψηλή διαφθορά του δημοσίου τομέα, ενώ θα έχει ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα και τη μείωση των φορολογικών εσόδων. Τότε θα απαιτηθούν νέοι φόροι και ο φαύλος κύκλος της ύφεσης θα συνεχιστεί.
Είπαμε όμως, με τους φόρους θα καλυφθεί το κονδύλι των δαπανών. Αλλά ποιες είναι άραγε οι δαπάνες του κράτους που δεν μπορούν να περικοπούν και η εξυπηρέτησή τους προϋποθέτει την αφαίμαξη και τον μαρασμό της οικονομίας της χώρας; Ουδείς στην πραγματικότητα γνωρίζει πέραν της καλά οργανωμένης γραφειοκρατίας κάθε υπουργείου που κρατά πολύ καλά κρυμμένα τα μυστικά των κονδυλίων με τα οποία επιβαρύνει τους φορολογουμένους. O Αλέκος Παπαδόπουλος αναφέρει στο βιβλίο του «Τα βήματα του Έστερναχ. Η Ελλάδα μετά το 2010», ότι το 1995 ως υπουργός Οικονομικών κατέθεσε στη Βουλή έναν τόμο με όλες τις κρατικές δαπάνες που ίσχυαν τότε. Ήταν τέτοιος ο σάλος που προκλήθηκε από τις εξοργιστικές και εντελώς αδικαιολόγητες δαπάνες του Δημοσίου, τις οποίες απολάμβανε ένας πολύ μεγάλος αριθμός ομάδων ειδικών συμφερόντων, δημοσίων υπαλλήλων, συνδικαλιστών, συντεχνιών κ.λπ., που ο νόμος που προέβλεπε την υποχρεωτική κατάθεση στη Βουλή των στοιχείων αυτών καταργήθηκε λίγο αργότερα.
Απροκάλυπτα, πολιτικοί, γραφειοκράτες, συνδικαλιστές και κρατικοδίαιτοι επιχειρηματίες, δηλαδή οι καλά οργανωμένες ελίτ του πελατειακού κράτους έβαζαν και βάζουν το χέρι τους στην τσέπη των φορολογουμένων, αφαιρούν μέσω της νομοθετικής οδού και των θεσμών που δημιουργούν (extractive) πόρους από όσους παράγουν, όχι για να ικανοποιήσουν το κοινωνικό σύνολο αλλά για να διατηρήσουν τα εξωφρενικά προνόμια όσων δεν παράγουν. Στην πραγματικότητα το μεγαλύτερο μέρος των φορολογικών εσόδων καταβροχθίζεται από την ανίερη αυτή συμμαχία των προσοδοθηρικών ομάδων που ελέγχουν το μεγαλύτερο τμήμα του πολιτικού συστήματος.
Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ακόμη ότι η παράλογη φορολογία οδηγεί σε άμεσο περιορισμό του ΑΕΠ μιας χώρας, αποτρέποντας επιχειρηματικές δραστηριότητες που θα μπορούσαν να αναπτυχθούν στο έδαφός της. Και, αντιστρόφως, η δημιουργία ανταγωνιστικού φορολογικού περιβάλλοντος είναι σε θέση να διευκολύνει τον επαναπατρισμό δραστηριοτήτων που συμβάλλουν άμεσα στην αύξηση της ανάπτυξης μιας χώρας.
Θα αναφέρουμε ένα και μόνο ενδεικτικό παράδειγμα. Το ελληνικό κράτος επιβάλλει φόρο επί των ασφαλίστρων με συντελεστή 15%. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι μεγάλες ναυτιλιακές εταιρείες ελληνικών συμφερόντων να συνάπτουν συμβάσεις ασφαλειών στο εξωτερικό και όχι στην Ελλάδα. Ο λόγος είναι προφανής, οι Έλληνες εφοπλιστές καταρτίζουν ασφαλιστικές συμβάσεις με ασφαλιστικές εταιρείες που εδρεύουν σε άλλες χώρες, όπου εκεί δεν φορολογούνται τα ασφάλιστρα. Περισσότερες από επτακόσιες (700) εφοπλιστικές εταιρείες ελληνικών συμφερόντων πληρώνουν κατ’ έτος περισσότερα από 5 δισ. δολάρια σε ασφαλιστικές επιχειρήσεις του εξωτερικού. Το ορατό όφελος για το ελληνικό κράτος από τη φορολογία αυτή δεν πρέπει να ξεπερνά λίγες εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ ετησίως. Όμως η αόρατη απώλεια για την ελληνική οικονομία είναι 5 δισ. δολάρια, μεταφραζόμενη εκτός των άλλων σε απώλεια εκατοντάδων θέσεων εργασίας και πολλαπλάσιων εσόδων από το φόρο εισοδήματος, απώλεια ΦΠΑ, ασφαλιστικών εισφορών κ.ο.κ. Το ΑΕΠ της χώρας χάνει κάθε χρόνο περίπου 5 δισ. δολάρια, επιβαρύνοντας εκτός των άλλων αρνητικών συνεπειών τη σχέση χρέους προς ΑΕΠ. Κι όλα αυτά εξαιτίας ενός και μόνο ανόητου φόρου που κάποιος μανδαρίνος γραφειοκράτης του Υπουργείου Οικονομικών έπεισε έναν άσχετο υπουργό Οικονομικών να επιβάλει προκειμένου να καλυφθεί μια δαπάνη του Δημοσίου ή να γεννηθεί μια νέα.
Ωστόσο δεν βρισκόμαστε μπροστά σε κάποιο πρόβλημα που δεν είναι δυνατόν να λυθεί. Η λύση του προβλήματος υπάρχει χωρίς να χρειάζεται κανείς να εφεύρει τον τροχό. Βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας, αρκεί να μελετήσει κάποιος τα διεθνώς επιτυχημένα παραδείγματα χωρών και τις βέλτιστες πρακτικές που έχουν αναπτυχθεί στο θέμα που μας απασχολεί. Η μοναδική λύση του προβλήματος είναι η δραστική μείωση των δαπανών του κράτους και της φορολογίας που αυτές προκαλούν, η κατάργηση κάθε παράλογου και κάθε αντισυνταγματικού φόρου. Η καθιέρωση ενός απλούστατου κατανοητού φορολογικού συστήματος και ενός ενιαίου φορολογικού συντελεστή όχι υψηλότερου από το 15% ή 20% του εισοδήματος φυσικών προσώπων και εταιρειών.
Η φορολογική επιβάρυνση από ένα σημείο και πέρα το οποίο στην Ελλάδα έχουμε κατά πολύ ξεπεράσει προ πολλού είναι αντιπαραγωγική. Καταργεί τα κίνητρα των ατόμων για παραγωγική εργασία και πλουτισμό, αδιαφορεί για την επιβράβευση της ατομικής προσπάθειας, μεταφέρει πόρους από την πραγματική οικονομία στον αντιπαραγωγικό δημόσιο τομέα και προκαλεί οικονομική ύφεση. Ο Φρανσουά Γκιζό προέτρεπε κάποτε τους Γάλλους «Πλουτίστε με την εργασία, την αποταμίευση και την τιμιότητα». Δεν έχουμε παρά να υιοθετήσουμε την προτροπή του.

* Δημοσιεύθηκε στο liberal.gr
http://www.liberal.gr/arthro/103921/apopsi/arthra/kratismos-kai-upsili-forologia-oi-asulliptoi-dolofonoi-tis-oikonomias-.html

Μη φορέσετε γραβάτα ακόμη, κύριε Τσίπρα*

Η τραγική αποτυχία της πρώτης «πρωτόγονης μαρξιστικής» περιόδου της κυβέρνησης της «ανυποχώρητης» διαπραγμάτευσης οδήγησε στο Τρίτο Μνημόνιο. Τότε χρειάστηκαν έξι μόλις μήνες (Ιανουάριος-Ιούλιος 2015) για να καταρρεύσει η οικονομία και να επιδεινωθούν δραματικά όλα ανεξαιρέτως τα οικονομικά μεγέθη. Ταυτοχρόνως, με τη συμφωνία της 12ης Ιουλίου 2015 αποκλείστηκε οποιαδήποτε ονομαστική μείωση του χρέους της χώρας. 
Η δεύτερη περίοδος της κυβερνητικής στροφής προς τον «οικονομικό ρεαλισμό» της κουτοπόνηρης διαπραγμάτευσης υπαγορεύτηκε όχι από τη συνειδητοποίηση εκ μέρους της κυβέρνησης του αδιεξόδου στο οποίο οδηγούν οι ιδεολογικές αγκυλώσεις ή/και οι πελατειακές προσκολλήσεις της, αλλά από την κλασική μαρξιστική λενινιστική πρακτική των τακτικών ελιγμών, συμβιβασμών και υποχωρήσεων προκειμένου να κερδίσει χρόνο και να εξασφαλίσει τη χρηματοδότηση που χρειάζεται για να οργανώσει καλύτερα στο μέλλον την επόμενη σύγκρουση με τους εταίρους μας. Μετά το Eurogroup της 5ης Δεκεμβρίου οι χειρισμοί της κυβέρνησης οδηγούν σε προσυμφωνημένη για το 2018 –ή και νωρίτερα‒ τροποποίηση του Τρίτου Μνημονίου με την προσθήκη νέων μέτρων.
Δικαιούται η κυβέρνηση να είναι έστω και συγκρατημένα ικανοποιημένη μετά την απόφαση του Eurogroup; Η απάντηση είναι μόνο στα πλαίσια μιας χονδροκομμένης προπαγάνδας και απέλπιδας προσπάθειας πολιτικής εξαπάτησης των πολιτών. Το πιο σπουδαίο, καμιά απολύτως κυβερνητική πρόβλεψη δεν επιβεβαιώθηκε και καμιά κυβερνητική θέση δεν υιοθετήθηκε. Βεβαίως, πρέπει να επισημανθεί ότι η πολιτική της κυβέρνησης καθ’ όλη τη διάρκεια του βίου της συνίσταται, όπως έλεγε κι ο Winston Churchill, στον μισό χρόνο να προσπαθεί να μας πείσει τι θα συμβεί ακριβώς και στον άλλο μισό να προσπαθεί εναγωνίως να μας εξηγήσει γιατί δεν συνέβη.
Κατ’ αρχάς η ικανοποίηση της κυβέρνησης είναι κάπως ετεροχρονισμένη. Τα βραχυπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους συμφωνήθηκαν στο γενικό τους πλαίσιο ήδη από τις 24 Μαΐου του 2016. Αυτά ωστόσο, όπως προκύπτει τόσο από την επίσημη ανάλυση του ESM και την ανακοίνωση του Eurogroup, δεν συνιστούν ούτε ονομαστική μείωση του χρέους, ούτε έστω μείωση του χρέους σε παρούσα αξία. Ο ESM υποστηρίζει ότι τα βραχυπρόθεσμα μέτρα θα αποδειχθούν χρήσιμα για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους στο απώτατο μέλλον, εάν και εφόσον συντρέξουν σωρευτικά πολλές προϋποθέσεις και μεταξύ άλλων αποδειχθεί σωστή η πρόβλεψη ότι τα κυμαινόμενα επιτόκια τις επόμενες δεκαετίες θα είναι υψηλότερα του σταθερού συμφωνημένου επιτοκίου για μέρος των ελληνικών ομολόγων, καθώς επίσης και ότι θα υπάρξει όφελος για τη χώρα από την ανταλλαγή των ομολόγων του EFSF/ESM κυμαινομένου επιτοκίου με ομόλογα σταθερού (πρόκειται για δάνειο ύψους 42,7 δισ. ευρώ που έλαβε η χώρα για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών) και τις συμφωνίες ανταλλαγής επιτοκίων (swaps). Ανάμεσα σε άλλες επισημάνσεις του ESM τονίζεται: «Η επίδραση ορισμένων από τα μέτρα εξαρτάται από αρκετούς παράγοντες που είναι πέραν του ελέγχου μας. Μεταξύ αυτών είναι οι επικρατούσες συνθήκες αναφορικά με το περιβάλλον των επιτοκίων και η διαθεσιμότητα άλλων παραγόντων της αγοράς για τη σύναψη ορισμένων συναλλαγών».
Ωστόσο για την ώρα η συμφωνία της Δευτέρας προβλέπει ότι το κόστος της μείωσης του κινδύνου των επιτοκίων το φέρει η Ελλάδα. Κάτι τέτοιο οδηγεί σε αύξηση του ποσού των τόκων που καλείται να πληρώσει η χώρα για το επόμενο έτος, άρα οδηγεί σε πρόσθετη δημοσιονομική επιβάρυνση.
Ακόμη το 2060, όταν ο σημερινός πρωθυπουργός θα οδεύει προς τα ενενήντα, η συνολική ελάφρυνση του χρέους σύμφωνα με τις υπεραισιόδοξες εκτιμήσεις του διευθυντή του ΕSM Klaus Regling θα κυμαίνεται περίπου στο 20% του σημερινού ΑΕΠ της χώρας, δηλαδή περίπου στα 36 δισ. ευρώ. Η εκτίμηση αυτή διαψεύδει, όπως είναι φυσικό τους κυβερνητικούς υπολογισμούς για 46 δισ. ευρώ ελάφρυνση. Απλή αριθμητική. Επίσης απλή αριθμητική είναι να αναζητήσουμε ‒δεχόμενοι για την οικονομία του άρθρου την ορθότητα των υπολογισμών του ESM‒ τι αντιπροσωπεύει σε παρούσα αξία η μείωση αυτή. Σύμφωνα με τις προβλέψεις. το μέσο επιτόκιο δανεισμού για την περίοδο αυτή εκτιμάται περίπου στο 4% επομένως –εάν συντρέξουν όλες οι θετικές παραδοχές που λαμβάνει υπ’ όψιν του ο ESM‒ η παρούσα μείωση ανέρχεται σε 7 δισ. ευρώ.
Η κυβέρνηση Παπαδήμου όμως, που τόσο κατηγορήθηκε από τους εταίρους της σημερινής συγκυβέρνησης και συνολικά τις πολιτικές δυνάμεις των άκρων, κατόρθωσε το Μάρτιο του 2012 να μειώσει την ονομαστική αξία του δημοσίου χρέους άμεσα και χωρίς καμία αίρεση κατά 105 δισ. ευρώ. Στο ποσό αυτό θα πρέπει να προστεθεί η μείωση της παρούσας αξίας του χρέους εκείνη τη στιγμή περίπου κατά 100 δισ. ευρώ, όπως προκύπτει από τις επίσημες εκθέσεις του ESΜ, κυρίως λόγω του τριπλασιασμού του μέσου χρόνου αναχρηματοδότησης των δανείων, της περιόδου χάριτος και της δραστικής μείωσης των επιτοκίων δανεισμού. Επέτυχε δηλαδή η κυβέρνηση Παπαδήμου πραγματική, βέβαιη και εκκαθαρισμένη μείωση του χρέους κατά 205 δισ. ευρώ, το 2012, ήτοι τριάντα φορές (30) μεγαλύτερη της μελλοντικής και αβέβαιης μείωσης των 7 δισ. ευρώ που μπορεί να αποφέρει το 2060 η προχθεσινή απόφαση του Eurogroup.
Δυστυχώς, μετά την κυβέρνηση Παπαδήμου το πολιτικό σύστημα υπέκυψε ξανά στη σαγήνη των ελλειμμάτων που δημιούργησε το πελατειακό υπερτροφικό Δημόσιο και την περίοδο 2012-2014, αδυνατώντας να μειώσει δραστικά τις δαπάνες του καταστροφικού κράτους και ‒υπό την αφόρητη πίεση των λαϊκιστών της σημερινής συγκυβέρνησης‒ δημιούργησε καινούργιο έλλειμμα ύψους 46 δισ. ευρώ, το οποίο καλύφθηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος από διακρατικό δανεισμό.
Οι πολίτες, παρά την εκκωφαντική διάψευση των όσων υποσχέθηκαν και υπόσχονται ακόμη και σήμερα οι κυβερνητικοί εταίροι, έχουν μια συγκεχυμένη εικόνα για το μέγεθος της ζημιάς που προξένησε η συγκυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ στην οικονομία.
Υπενθυμίζω:
Η κυβέρνηση Τσίπρα οδήγησε σε αύξηση των δανειακών αναγκών ύψους 45 δισ. (25% του ΑΕΠ) την περίοδο του νέου προγράμματος (2015-2018) σε σχέση με τις εκτιμήσεις της προηγούμενης αξιολόγησης (Ιούνιος 2014). Ειδικότερα:
  1. Χαμηλότερη εσωτερική χρηματοδότηση λόγω χαμηλότερων πρωτογενών πλεονασμάτων: Η μείωση του πρωτογενούς πλεονάσματος κατά 1% του ΑΕΠ κάθε χρόνο προσθέτει 1,8 δισ. ευρώ στις ετήσιες δανειακές ανάγκες. Επομένως η μείωση των στόχων για πρωτογενή πλεονάσματα από 3% του ΑΕΠ το 2015, σε 4,5% το 2016, 4,5% το 2017 και 4,3% το 2018 που προβλεπόταν πέρσι σε –0,25% το 2015, 0,5% το 2016, 1,75% το 2017 και 3,5% το 2018 αυξάνει τις δανειακές ανάγκες κατά 19 δισ. συνολικά την περίοδο 2015-18. Έργο Τσίπρα και συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ.
  2. Απώλεια εσόδων από ιδιωτικοποιήσεις: Στην έκθεση βιωσιμότητας του χρέουςστις 26.6.2015, το ΔΝΤ υπολογίζει ότι η προβλεπόμενη μείωση στα έσοδα αποκρατικοποιήσεων προσθέτει 8,5 δισ. στις δανειακές ανάγκες την περίοδο 2016-18. Η μείωση αυτή οφείλεται κυρίως στην τεράστια απαξίωση των τραπεζικών μετοχών που απέκτησε το κράτος με την ανακεφαλαιοποίηση του 2012-13, οι οποίες επρόκειτο να πωληθούν μέχρι το 2018, και στην μεγάλη καθυστέρηση του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων, με τελευταίο κρούσμα τη ματαίωση της ιδιωτικοποίησης του ΔΕΣΦΑ και την εξ αυτής πρόσθετη απώλεια περίπου 200 εκατ. ευρώ. Επισημαίνω ότι η ιδιωτικοποίηση του ΔΕΣΦΑ ήταν προϋπόθεση για να δοθεί η τελευταία υποδόση της πρώτης αξιολόγησης στην Ελλάδα. Οι εταίροι πίστεψαν τις κυβερνητικές εξαγγελίες και προτού ολοκληρωθεί η διαδικασία απελευθέρωσαν τη δόση υπέρ της Ελλάδας. Μετά την εξέλιξη αυτή οι Ευρωπαϊκοί Θεσμοί αναγνώρισαν την προνοητικότητα του ΔΝΤ που επιμένει στην ολοκλήρωση της υλοποίησης μιας μεταρρύθμισης προτού εκταμιευθούν χρήματα τα οποία έχουν ως προϋπόθεση αυτή. Πρόσθετες δανειακές ανάγκες λοιπόν 9 δισ. ευρώ ‒ έργο Τσίπρα και συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ.
  3. Η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών προσέθεσε 5,5 δισ. στις δανειακές ανάγκες της χώρας. Αποκλειστικά υπεύθυνη της νέας ανακεφαλαιοποίησης είναι η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ και οι άφρων πολιτική του πρώτου εξαμήνου της. Σε απάντηση τυχόν αμφισβητήσεων επισημαίνω ότι η ΕΚΤ, έχοντας μελετήσει την κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών της Ευρωζώνης πριν αναλάβει την εποπτεία τους τον Νοέμβριο του 2014, θεώρησε ότι οι ελληνικές τράπεζες δεν χρειάζονταν πρόσθετα κεφάλαια και για τον λόγο αυτό μέχρι τον Φεβρουάριο του 2015 δανείζονταν απρόσκοπτα από την ΕΚΤ με επιτόκιο 0,05%, ενώ είχαν αρχίσει δειλά να βγαίνουν και στη διατραπεζική αγορά. Η απερίσκεπτη ψευτοδιαπραγμάτευση Τσίπρα-Βαρουφάκη-Τσακαλώτου είχε ως αποτέλεσμα οι τράπεζες από τον Φεβρουάριο του 2015 να δανείζονται με το σταγονόμετρο από τον ELA και μάλιστα με επιτόκιο 2,55%. Άλλα 5,5 δισ. ευρώ λοιπόν έργο Τσίπρα και συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ.
  4. Στο πρώτο επτάμηνο της διακυβέρνησης Τσίπρα, τα ρευστά διαθέσιμα του Δημοσίου εξαντλήθηκαν και θα έπρεπε να ανασυσταθούν ώστε να ανέλθουν σε τουλάχιστον 8 δισ. μεσοπρόθεσμα, επίπεδο παρόμοιο με αυτό που πέτυχαν η Ιρλανδία και η Πορτογαλία πριν βγουν από τα δικά τους Μνημόνια. Συνολικές πρόσθετες δανειακές ανάγκες άλλα 8 δισ. ευρώ. Κι αυτό το ποσόν έργο Τσίπρα και συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ.
  5. Ας μην λησμονούμε δε την οριστική απώλεια από τα κέρδη των ελληνικών ομολόγων που διακρατεί η ΕΚΤ ύψους περίπου 3,5 δισ. ευρώ. Έργο Τσίπρα και συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ.
  6. Τέλος, παρά τη δέσμευση από τη συμφωνία του Ιουνίου του 2016 οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα αυξήθηκαν περίπου κατά 2,5 δισ. ευρώ. Τον Οκτώβριο του 2016 οι συνολικές υποχρεώσεις του Δημοσίου άγγιξαν τα 6,3 δισ. ευρώ. Ομοίως έργο Τσίπρα και συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ.
Για να είμαστε ακριβείς και έντιμοι στους υπολογισμούς μας, από τα παραπάνω ποσά που προκύπτουν ως πρόσθετες δανειακές ανάγκες πρέπει να αφαιρεθούν 11 δισ. ευρώ του ΤΧΣ που επεστράφησαν στον EFSF τον Φεβρουάριο 2015. Πρέπει επίσης να αφαιρεθούν 6 δισ. όφελος από την μείωση των επιτοκίων δανεισμού (Euribor, με το οποίο συνδέονται τα διμερή δάνεια ύψους 53 δισ. του πρώτου προγράμματος σταθεροποίησης, και το επιτόκιο με το οποίο κεφαλαιοποιούνται οι τόκοι πάνω στο δάνειο ύψους 142 δισ. του δεύτερου προγράμματος από το EFSF). Αυτό το όφελος πρέπει να αφαιρεθεί διότι μείωσε τις δανειακές ανάγκες και, αντίστοιχα, τα πρωτογενή πλεονάσματα που τελικά θα απαιτηθούν για να ισοσκελιστεί ο προϋπολογισμός.
Επομένως, η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ επιβάρυνε επιπλέον τη χώρα τα δύο αυτά χρόνια με 23 δισ. ευρώ πρόσθετες δανειακές υποχρεώσεις στις ανάγκες της περιόδου 2016-18 (13% του ΑΕΠ)! Αυτές οι νέες δανειακές ανάγκες, σε συνδυασμό με το αρνητικό κλίμα για τις επενδύσεις, την ύφεση που προκαλείται από την δυσβάστακτη φορολογία και την αύξηση της ασφαλιστικής επιβάρυνσης, όλα αυτά αποκλειστικά έργο Τσίπρα και συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, κατέστησαν το δημόσιο χρέος μη βιώσιμο και μη διαχειρίσιμο, σύμφωνα με την τελευταία έκθεση βιωσιμότητας του ΔΝΤ που δημοσιεύτηκε στις 14.7.2015 και τις επαναλαμβανόμενες μονότονα μέχρι σήμερα προβλέψεις των αξιωματούχων του. Αντιθέτως, τον Ιούνιο του 2014 το ΔΝΤ προέβλεπεσε έκθεσή του ‒κάπως αισιόδοξα είναι αλήθεια‒ ταχεία αποκλιμάκωση του λόγου χρέους/ΑΕΠ από 171% το 2015 στο 160% το 2016 και 152% το 2017.
Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι το κόστος που επέφερε η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ στην οικονομία είναι μεγαλύτερο των δανειακών αναγκών που δημιούργησε. Υπενθυμίζουμε ότι το ύψος της βλάβης που προκάλεσαν στην οικονομία ο Τσίπρας και οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ ανέρχεται κατά την αισιόδοξη εκτίμηση του διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος σε 86 δισ. ευρώ και κατά την απαισιόδοξη εκτίμηση του επικεφαλής του ESM Klaus Regling σε 100 δισ. ευρώ.
Ο πρωθυπουργός δεν έχει ακόμη πιει το πικρό ποτήρι των συνεπειών της άφρονος και λαϊκιστικής πολιτικής του. Η διαπραγμάτευση για το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης έχει πολύ δρόμο ακόμη. Στην πορεία αυτού του ανηφορικού δρόμου θα χρειαστεί να κάνει πολλούς επιπλέον εξευτελιστικούς συμβιβασμούς και κυρίως να εξηγήσει στο πιστό του ακροατήριο τους λόγους που τον ανάγκασαν να το κάνει. Υπάρχει βεβαίως πάντοτε και η έντιμη και δύσκολη οδός της Αρετής. Στην προκειμένη περίπτωση αυτή οδηγεί σε εκλογές. Μέχρι τότε δεν θα του συνιστούσα να φορέσει γραβάτα.

* Δημοσιεύθηκε στο liberal.gr
http://www.liberal.gr/arthro/99444/apopsi/arthra/mi-foresete-grabata-akomi-kurie-tsipra-.html

Κάποιους θεσμούς πρέπει να τους αντιμετωπίζεις σοβαρά*

Το Συμβούλιο της Επικρατείας αποτελεί τον κορυφαίο δικαιοδοτικό θεσμό της χώρας μας και το σημαντικότερο εμπόδιο στην κάθε είδους αυθαιρεσία της πολιτικής εξουσίας και της δημόσιας διοίκησης.
Οι πρόσφατες αντιδράσεις κυβερνητικών στελεχών μετά την ακύρωση από το ανώτατο δικαστήριο ως αντισυνταγματικού του νόμου Παππά αποτελούν επανάληψη πολύ παλιών επιχειρημάτων που πολλές φορές έχουν ακουστεί στο παρελθόν από τα πολιτικά άκρα –και όχι μόνο‒ τα οποία δυσανασχετούν από τους συνταγματικούς περιορισμούς του κράτους δικαίου. «Δεν μπορούν τα δικαστήρια να συντάσσουν διατάξεις και να γράφουν τους νόμους. Τους νόμους τους συντάσσει, τους γράφει η εκλεγμένη Βουλή. Τα δικαστήρια έρχονται πάντα να κρίνουν, δεν είναι αυτά που νομοθετούν», δήλωσε ο κ. Παππάς. Η επισήμανση κατά κανόνα σωστή, αλλά στο θέμα που μας απασχολεί αυτό ακριβώς που περιγράφει ο κ. Παππάς έκανε το Συμβούλιο της Επικρατείας: έκρινε ότι ο νόμος που συνέταξε ο ίδιος και ψήφισε η Βουλή δεν είναι σύμφωνος με το Σύνταγμα.
Είμαι επίσης βέβαιος ότι ο κ. Παππάς γνωρίζει καλά πως σκοπός της ιδρύσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας μεταξύ άλλων είναι και να λειτουργεί αυτό ως αντίβαρο στη θεσμική αυθαιρεσία της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας όσο μεγάλη κι αν είναι αυτή. Και υπήρξαν πολλές περιπτώσεις κατά το πρόσφατο παρελθόν που στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ προσέφυγαν στο Συμβούλιο της Επικρατείας προκειμένου να κριθεί ένας νόμος που ψήφισε η «εκλεγμένη Βουλή» ως αντισυνταγματικός. Θα θυμάται ασφαλώς ο πρωθυπουργός την απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ, η οποία έκρινε αντισυνταγματικό τον νόμο για τη Διπλή Ανάπλαση της Αθήνας, ο οποίος μάλιστα είχε ψηφιστεί από 270 βουλευτές, καθώς ήταν ένας από αυτούς που ζήτησαν την ακύρωσή του. Θυμίζω ακόμη ότι τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ πανηγύριζαν με την ακύρωση από την Ολομέλεια του ΣτΕ της ιδιωτικοποίησης της ΕΥΔΑΠ το 2014. Εάν αντιλαμβάνομαι σωστά, η «λογική» της κ. Γεροβασίλη και των υπόλοιπων κυβερνητικών στελεχών λέει ότι το ΣτΕ είναι καλό όταν οι αποφάσεις του συμβαδίζουν με τις πολιτικές τους επιλογές και κατάπτυστο όταν δεν συμβαίνει αυτό.
Προϋπόθεση όμως της λειτουργίας της δημοκρατίας είναι η ύπαρξη κράτους δικαίου, δηλαδή συντεταγμένης πολιτείας. Συντεταγμένη είναι η Πολιτεία η οποία διαθέτει αυστηρούς κανόνες που ορίζουν κυρίως τη μορφή και τη λειτουργία του πολιτεύματος, των οργάνων του κράτους και προστατεύουν τα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών της. Ορίζουν τα όρια δηλαδή της δράσης της εκάστοτε εξουσίας.
Οι υποστηρικτές των άκρων, του κάθε είδους ολοκληρωτισμού ‒δεξιοί και αριστεροί‒ μισούν τους συνταγματικούς κανόνες γιατί αυτοί πολλές φορές αποτελούν ανάχωμα στην αυθαιρεσία τους. Οι πιο επιτήδειοι από αυτούς, καθώς και οι νομικοί υποστηρικτές των ολοκληρωτικών θεωριών, υποστηρίζουν τα επονομαζόμενα «ήπια» Συντάγματα, στα οποία οι συνταγματικοί κανόνες καταντούν πομπώδεις διακηρύξεις χωρίς κανένα ειδικό βάρος και στην ουσία δεν διαφέρουν σε τίποτα από τους απλούς νόμους. Η διαδικασία της αναθεώρησης ενός τέτοιου άνευρου Συντάγματος στα ολοκληρωτικά ή ημιολοκληρωτικά καθεστώτα δεν γνωρίζει περιορισμούς, είναι διαρκής ανάλογα με τους αντικειμενικούς σκοπούς της στιγμής και όλες οι διατάξεις αναθεωρούνται. Ενδεικτική είναι, λόγου χάρη, η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 108 του Σοβιετικού Συντάγματος του 1977: «Η ψήφιση του Συντάγματος της ΕΣΣΔ, οι τροποποιήσεις του (...) πραγματοποιούνται αποκλειστικά από το Ανώτατο Σοβιέτ της ΕΣΣΔ». Στα καθεστώτα αυτά ο δικαστής υπόκειται αποκλειστικά στον νομοθέτη.
Αντιθέτως, στην συντεταγμένη δημοκρατία η θεμελιώδης διάκριση μεταξύ Συντάγματος και απλών τυπικών νόμων, η αυξημένη δηλαδή τυπική δύναμη του πρώτου είναι ανάλογη με τη διάκριση μεταξύ της υπάρξεως νόμων και της εφαρμογής τους από τους δικαστές. Ο δικαστής δεν υπόκειται στον νομοθέτη αλλά στον νόμο. Ο νόμος στη δημοκρατία δεν νοείται μόνο ως απόφαση του νομοθέτη της πρόσκαιρης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, της με κανονιστικό μανδύα νομιμοποιημένης θέλησης της εξουσίας, αλλά κατά τη στιγμή της ερμηνείας του από τον δικαστή ισχύει μόνο εάν είναι συμβατός με τις αρχές του Συντάγματος, του Νόμου των νόμων, ο οποίος θεσπίστηκε από μια αυξημένη πλειοψηφία με επαυξημένο το τεκμήριο αρμοδιότητας και με σημαντικές θεσμικές δικλίδες, στον οποίο ο δικαστής οφείλει πίστη και υπακοή, γιατί είναι, εκτός των άλλων, ο εξουσιοδοτημένος φύλακας και εγγυητής του. Ο νομοθέτης έχει ασφαλώς το τεκμήριο της αρμοδιότητας και ο δικαστής οφείλει από το Σύνταγμα να συμμορφώνεται με τις αποφάσεις του· αλλά με ποιες αποφάσεις του; Μόνο με εκείνες που δεν έρχονται σε ευθεία –και όχι κατ’ αμφιβολία‒ αντίθεση με τους συνταγματικούς κανόνες. Επομένως το ίδιο το Σύνταγμα αναγνωρίζοντας ότι ελέγχων και ελεγχόμενος δεν μπορεί να είναι ποτέ το ίδιο πρόσωπο, καθώς επίσης και ότι η απόλυτη εξουσία έχει την τάση συχνά να αυθαιρετεί, αναθέτει τον έλεγχο της συνταγματικότητας ενός νόμου στα δικαστήρια, σε μια ανεξάρτητη και αυτόνομη ‒από κάθε άλλη‒ εξουσία που επαγρυπνεί για την προστασία του.
Πολλοί δυσκολεύονται να συμφωνήσουν ότι στις δημοκρατίες οι επιδιώξεις των κυβερνήσεων που είναι υπεύθυνες για τη χάραξη της γενικής πολιτικής του κράτους μπορεί να περιορίζονται από αυξημένης τυπικής ισχύος κανόνες που δεν υπακούουν στους βραχυπρόθεσμους σκοπούς αυτής της πολιτικής. Όμως η νομοθετική λειτουργία και συνολικά η πολιτική δραστηριότητα, εάν επιθυμούν να επιτύχουν υψηλούς στόχους και θετικά αποτελέσματα για τους πολίτες, οφείλουν να συμμορφώνονται στους κανόνες του Συντάγματος και να τους διαφυλάττουν ως κόρην οφθαλμού. Το αντεπιχείρημα (λ.χ. δηλώσεις Παππά, Γεροβασίλη, Παρασκευόπουλου κ.ά.) ότι το Σύνταγμα πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με τις ορέξεις της κοινής γνώμης ή της πλειονότητας ή της δημοκρατικά εκλεγμένης πλειοψηφίας είναι απολύτως αντιδημοκρατικό. Οι άμεσες επιδιώξεις της πολιτικής ιεραρχούνται υπό τις γενικές αρχές του Συντάγματος. Μια περιστασιακή πλειοψηφία δεν μπορεί να νομοθετεί εις βάρος κανόνων που έθεσε προηγουμένως μια αυξημένη πλειοψηφία.
Αυτοί οι περιορισμοί στις ad hoc επιλογές των πρόσκαιρων πλειοψηφιών παρέχουν στον λαό μεγαλύτερο και πιο αποτελεσματικό έλεγχο των κρατικών αποφάσεων και διασφαλίζουν τη μακροημέρευση και ορθή λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος.
Επίκαιρη είναι η απάντηση στα κυβερνητικά αντεπιχειρήματα του Ελευθερίου Βενιζέλου κατά την ιστορική του αγόρευση στη Β΄ Αναθεωρητική Βουλή για την ίδρυση του Συμβουλίου της Επικρατείας: «(...) δια του θεσμού τούτου (...) όχι μόνον δεν ανατρέπομεν τας βάσεις του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, όχι μόνον δεν παρεμποδίζομεν τον κυβερνητικόν έλεγχον, όχι μόνον δεν μειούμεν την εξουσίαν των υπουργών, αλλά τουναντίον ιδρύομεν μιαν νέαν αρχήν, δια της οποίας δυνάμεθα να ελπίσωμεν ότι η πολιτεία του δικαίου (...) θ’ αποβή παρ’ ημίν πράγματι τοιαύτη, ασφαλιζομένου εις τον πολίτη του δικαιώματος να προσφεύγη εις την αρχήν αύτην, οσάκις προσβληθώσι τα δικαιώματα αυτού (...). Τούτο ημείς ζητούμεν, ζητούμεν να καταστήσωμεν τον Έλληνα πολίτην αληθώς ελεύθερον πολίτην (...).Θέσατε υπέρ τον υπουργόν όχι την αρχήν του Συμβουλίου της Επικρατείας (...) αλλά τον νόμον (...), διότι ο νόμος πρέπει να είναι ανώτερος και του μικρού υπαλλήλου και του ανωτέρου, ανώτερος πασών των αρχών, ανώτερος και του υπουργού και του βασιλέως ακόμη, αν πρόκειται το έργον της ανορθώσεως να διεξαχθή μέχρι τέλους επιτυχώς. (...) Και δεν σας πτοεί ακριβώς το εντελώς απεριόριστον μιας κυβερνήσεως συρούσης όπισθεν αυτής κραταιάν πλειονοψηφίαν και μη εχούσης τίποτ’ αντίρροπον, δεν σας πτοεί ότι εντεύθεν δύναται να καταπατή τα δικαιώματα των πολιτών και τα συμφέροντα αυτών;».

*  Δημοσιεύθηκε στο liberal.gr

http://www.liberal.gr/arthro/90738/apopsi/arthra/kapoious-thesmous-prepei-na-tous-antimetopizeis-sobara.html

Οι δύο κανόνες

                              Από τα διδάγματα της ιστορίας μπορούμε να κατανοήσουμε τη σημασία που έχουν τα καλά δημόσια οικονομικά για την...