Δευτέρα 5 Ιουνίου 2017

Ένας ενοχλητικός καθηγητής*

Η Άγκελα Μέρκελ ίσιωσε τη ζακέτα της, έκανε ασυναίσθητα μια γκριμάτσα και άφησε το σώμα της να πέσει στην αναπαυτική πολυθρόνα του γραφείου της. Έμοιαζε αφηρημένη. Τα μάτια της έπεσαν για μια ακόμη φορά στο έγγραφο που μόλις είχε διαβάσει για δεύτερη φορά μέσα σε μια ώρα. Ασυναίσθητα και με μια φανερή απογοήτευση ήπιε μια γρήγορη γουλιά από τον πρωινό καφέ της που είχε αρχίσει να χάνει τη γεύση του. Η μέρα δεν είχε ξεκινήσει καλά και ο λόγος δεν ήταν ο βροχερός καιρός μέσα στο κατακαλόκαιρο. Οι σύμβουλοί της επί των δημοσκοπήσεων δεν της είχαν φέρει καλά νέα. Η τεράστια διαφορά που προηγείτο το Χριστιανοδημοκρατικό κόμμα και οι σύμμαχοί του από τους σοσιαλδημοκράτες του Καγκελαρίου Γκέρχαρντ Σρέντερ στο τέλος Μαΐου είχε μέσα σε δεκαπέντε μέρες μειωθεί σχεδόν στο μισό.
Την περισυλλογή της διέκοψε το χτύπημα του εσωτερικού τηλεφώνου της. Επρόκειτο για το επόμενο ραντεβού μιας δύσκολης ομολογουμένως καλοκαιρινής μέρας. Η Άγκελα σκεφτόταν πως πιο δύσκολος ακόμη θα ήταν ο χειρισμός του ανθρώπου με τον οποίο είχε αμέσως τώρα συνάντηση.
Ο Πωλ Κίρχοφ μπήκε με γρήγορο βηματισμό στο μεγάλο επιβλητικό γραφείο και χαιρέτησε δια χειραψίας την υποψήφια Καγκελάριο. Από την πρώτη στιγμή διαισθάνθηκε την αλλαγή στη στάση της. Μολονότι αντάλλαξαν μερικές τυπικές κουβέντες για τον καιρό η Άγκελα απέφυγε πολλές φορές να τον κοιτάξει στα μάτια.
«Λοιπόν, μου ζητήσατε την αντίκρουση στην κριτική που άσκησε τις προηγούμενες μέρες το SPD. Εδώ έχω, όπως μου ζητήσατε, ένα αναλυτικό υπόμνημα για σας και την ομάδα πολιτικού σχεδιασμού και μια πιο συνοπτική εκδοχή του για την επικοινωνιακή ομάδα και όσους θα βγουν να μιλήσουν στα μέσα μαζικής ενημέρωσης ή θα κάνουν δημόσιες ομιλίες. Σας διαβεβαιώ ότι δεν μου ήταν καθόλου δύσκολο. Πέρα από τα συνθήματα και τις κραυγές περί κοινωνικής αδικίας ούτε ένα σημείο απ’ όσα υποστηρίζουν δεν τεκμηριώνεται με βάση τα νούμερα. Η πολιτική τους, όπως προκύπτει από τα δημοσιευμένα στοιχεία του δικού τους Υπουργείου Οικονομικών, οδηγεί τόσο σε τοπικό όσο και σε ομοσπονδιακό επίπεδο σε μεγάλη απώλεια εσόδων, χωρίς να κερδίζουμε τίποτε υπέρ των χαμηλών εισοδημάτων στο μέτωπο της κοινωνικής δικαιοσύνης. Για να μην αναφερθώ στη γραφειοκρατία του φορολογικού μας συστήματος και στην τεράστια φοροδιαφυγή που προκαλείται από τους υψηλούς φορολογικούς συντελεστές. Η υψηλή φορολογία του Γερμανικού κράτους με ανώτατο φορολογικό συντελεστή 47,5% είναι η καλύτερη πολιτική για να αυξήσουν τα κρατικά έσοδά τους το Λιχτενστάιν, η Ελβετία και το Λουξεμβούργο, αλλά και οι γειτονικές μας πρώην κομμουνιστικές χώρες. Πρόκειται για αφροσύνη. Στον Πίνακα V έχουμε μελετήσει τις θετικές επιπτώσεις για την οικονομία μας από τον επαναπατρισμό των κεφαλαίων των Γερμανών φορολογουμένων μόλις υιοθετηθεί ο ενιαίος φορολογικός συντελεστής.»
Ένα νευρικό και αμήχανο μειδίαμα σχηματίστηκε στο πρόσωπο της πρώτης γυναίκας υποψήφιας Καγκελαρίου στην ιστορία της Γερμανίας καθώς έβλεπε σχεδόν εκστασιασμένο τον εξηντάρη καθηγητή της Χαϊδελβέργης.
«Καθηγητά, φοβούμαι ότι κάναμε –μάλλον έκανα, γιατί δεν μπορώ να ρίξω σε σας το φταίξιμο‒ ένα μεγάλο λάθος. Δεν υπολόγισα το πόσο χαρισματικός λαϊκιστής είναι ο Σρέντερ, ο Στάινμπρουκ και το επιτελείο τους και πόσο αθεράπευτα επιρρεπής στον λαϊκισμό παραμένει η γερμανική κοινωνία. Μάλλον βιάστηκα να ανακοινώσω ότι σε περίπτωση εκλογικής μας νίκης ο επόμενος υπουργός Οικονομικών θα είστε εσείς. Από εκείνη τη στιγμή όλα τα επικοινωνιακά πυρά του SPD επικεντρώθηκαν στο πρόσωπό σας και στις ρηξικέλευθες το δίχως άλλο προτάσεις σας για την επιβολή αναλογικής φορολογίας και απλοποίησης του φορολογικού μας συστήματος.».
«Η απάντηση στο SPD, την Αριστερά και στους όχι λιγότερο κρατιστές του CDU είναι η εξής: Η πρότασή μας ξεκινά από την αποδεδειγμένη διαπίστωση ότι το Γερμανικό φορολογικό σύστημα είναι πολύπλοκο και γραφειοκρατικό, ίσως όχι τόσο πολύπλοκο όπως άλλων ευρωπαϊκών κρατών (Ελλάδας, Ιταλίας, Γαλλίας κ.λπ.), αλλά οπωσδήποτε μακριά από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Οι φορολογούμενοι καταντούν όμηροι εκατοντάδων δυσνόητων φορολογικών διατάξεων που μόνο ειδικοί μπορούν να ερμηνεύσουν. Αυτό επιφέρει σημαντική απώλεια παραγωγικού χρόνου για τους φορολογούμενους, οι οποίοι δεν μπορούν να κατανοήσουν τη λειτουργία του φορολογικού συστήματος. Σε συνδυασμό με τους υψηλούς φορολογικούς συντελεστές πολλοί αποθαρρύνονται από την ανάληψη επιχειρηματικού ρίσκου ή νέων επιχειρηματικών πρωτοβουλιών που θα δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας και πρόσθετο εγχώριο προϊόν.
Η πρότασή μας είναι απλή και κατανοητή. Για όλα τα εισοδήματα, ανεξαρτήτως ύψους και πηγής, καθιέρωση ενός ενιαίου συντελεστή 25% στη θέση των πολλών σημερινών συντελεστών. Για όλους τους φορολογουμένους καθορίζεται προσωπικό αφορολόγητο 8.000 ευρώ. Πέραν του ελάχιστου αυτού ποσού τα πρώτα 5.000 ευρώ θα φορολογούνται στο 60% και τα επόμενα 5.000 ευρώ θα φορολογούνται στο 80%, κάθε φορολογούμενος θα γνωρίζει ακριβώς τι φόρο πρέπει να πληρώσει χωρίς να ξέρει ανώτερα μαθηματικά, χωρίς τη συνδρομή ειδικών...».
Πριν προλάβει να τελειώσει τη φράση του η Άγκελα Μέρκελ τον διέκοψε:
«Οι σύμβουλοι επικοινωνίας, καθώς και κάποιοι από το οικονομικό μας επιτελείο ισχυρίζονται ότι η πρόταση κάνει πολύ κακό στο κόμμα και στην εκλογική μας εκστρατεία. Είναι σαν να λέμε ότι χαρίζουμε λεφτά στους πλούσιους με μια πρόταση που κανένα σύγχρονο κράτος δεν έχει υιοθετήσει, και...».
Ο Κίρχοφ πετάχτηκε από την καρέκλα του φανερά εκνευρισμένος και διακόπτοντας τη συνομιλήτριά του παρατήρησε: «Ας ξεκινήσω από το τελευταίο επιχείρημα. Στο υπόμνημα που έχετε στα χέρια σας, αναφέρω τις χώρες όπου εφαρμόζεται αναλογική φορολογία. Διαβάζω: Εσθονία (21%), Ουγγαρία (16%), Λιθουανία (15%), Τσεχία (15% και 22%), Σλοβακία (19% και 25%), Καζακστάν (10%), Ρωσία (13%), Ουκρανία (15%), Λετονία (25%), Βουλγαρία (10%) κ.λπ.. Επίσης αρκετές πολιτείες των ΗΠΑ έχουν υιοθετήσει με επιτυχία αναλογική φορολογία, με αποτέλεσμα λόγω του φορολογικού ανταγωνισμού να προσελκύουν αρκετούς Αμερικανούς φορολογούμενους να εγκατασταθούν σ’ αυτές· μεταξύ άλλων σας αναφέρω το Κολοράντο, το Μίσιγκαν, την Αλμπέρτα, το Ιλινόις κ.ο.κ.
Πάμε στη δεύτερη παρατήρηση, χαρίζουμε λεφτά στους πλούσιους; Αυτοί που ισχυρίζονται κάτι τέτοιο δεν έχουν καμία σχέση με την οικονομική επιστήμη. Οι φόροι επηρεάζουν τα κίνητρα όλων μας, των φτωχών και των πλούσιων, όσων είναι ήδη στην αγορά και όσων σκέφτονται να ξεκινήσουν μια επιχειρηματική δραστηριότητα. Η οικονομική ανάλυση έχει αποδείξει ότι ο φορολογούμενος επενδύει καλύτερα τα χρήματά του σε σχέση με το κράτος. Η υψηλή φορολογία αποθαρρύνει τους ανθρώπους να επενδύσουν, να ρισκάρουν, να καινοτομήσουν. Τα ξένα κεφάλαια δεν επιλέγουν τη χώρα μας. Εξαιτίας των φόρων μειώνεται η αποταμίευση, η παραγωγική οικονομία στερείται τα χρήματα που χρειάζεται, όσοι είναι εργοδότες δεν προσλαμβάνουν περισσότερους εργαζόμενους, ενώ κάποιοι αποφασίζουν ότι δεν θέλουν καν να ανοίξουν μια επιχείρηση. Στο τέλος οι φόροι επιδρούν αρνητικά στην αύξηση των πραγματικών μισθών…».
«Ωστόσο ακόμη και δικά μας στελέχη ισχυρίζονται ότι οι πλούσιοι με την πρότασή σας θα πληρώσουν λιγότερα κι αυτό δεν είναι κοινωνικά δίκαιο…».
«Η Άγκελα έχει εισόδημα 100.000 ευρώ και ο Πωλ 10.000 ευρώ. Με τη σημερινή προοδευτική φορολογία η Άγκελα για 10 φορές μεγαλύτερο εισόδημα θα πληρώσει περίπου 218 φορές μεγαλύτερο φόρο εισοδήματος από τον Πωλ.
Με την πρότασή μας (flat tax) θα πλήρωνε 74 φορές μεγαλύτερο φόρο από τον Πωλ.
Στην πρώτη περίπτωση η έννοια της κοινωνικής δικαιοσύνης είναι απλώς μεταφυσική, καθώς στην πράξη εμποδίζεται η συσσώρευση κεφαλαίου, ενθαρρύνεται η φοροδιαφυγή, εγκαταλείπουν τη Γερμανία οι παραγωγικότεροι πολίτες…»
«Αυτά τα λέτε εσείς, κύριε καθηγητά, αλλά ρίξτε μια ματιά στις τελευταίες δημοσκοπήσεις. Ο κόσμος δεν έχει στο μυαλό του τις πληροφορίες που έχετε εσείς. Δεν μπορεί να αντιληφθεί ότι οι φόροι δεν αναπληρώνονται στις τσέπες των φορολογούμενων, ότι είναι αναντικατάστατα κεφάλαια της πραγματικής οικονομίας. Αισθάνομαι πολύ άσχημα αυτή τη στιγμή. Δεν θέλω στη ζωή μου να είμαι ανακόλουθη και…».
«Μην κουράζεστε, καταλαβαίνω πολύ καλά τη θέση σας. Μπορεί να με κάνει να θυμώνω λίγο, αλλά την κατανοώ. Δεν είμαι βέβαιος άλλωστε ότι θα ήμουν ο κατάλληλος Υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας, τουλάχιστον για πολύ καιρό…».
«Δεν έχει να κάνει με την αξία σας, ίσως να θεωρείτε ότι σας αδικώ, ξέρετε όμως πόσο σας εκτιμώ ως επιστήμονα και…».
«Το ξέρω, για μένα ήταν πολύ μεγάλη τιμή να δεσμευθείτε ότι εάν εκλεγείτε θα μου αναθέσετε το χαρτοφυλάκιο του Υπουργού των Οικονομικών. Σας διαβεβαιώ επίσης ότι δεν θεωρώ πως αδικούμαι. Θα μπορούσα για τον ίδιο λόγο κι εγώ να αρνηθώ την προσφορά σας χωρίς να σας αδικώ. Έχω σημαντικές ακαδημαϊκές υποχρεώσεις που με περιμένουν».
Ο παραπάνω διάλογος δεν είναι πραγματικός. Τα γεγονότα όμως το καλοκαίρι του 2005 στη Γερμανία κάπως έτσι εκτυλίχθηκαν. Στις 18 Σεπτεμβρίου η Μέρκελ κέρδισε οριακά τις εκλογές, αφού προηγουμένως είχε απαλλαγεί από τον Πωλ Κίρχοφ και τις ενοχλητικές φιλελεύθερες ιδέες του. Δεν ξέρω ποιος από τους τρεις έχασε, η Μέρκελ, ο Κίρχοφ ή η Γερμανία.

* Δημοσιεύθηκε στο liberal.gr στις 2.6.2017
http://www.liberal.gr/arthro/142100/apopsi/arthra/enas-enochlitikos-kathigitis.html

Η πλάνη για τις επιχειρησιακές συμβάσεις*

Διαβάζουμε στη «Ναυτεμπορική» (25.5.2017) ότι στο πρώτο πεντάμηνο του 2017, όπως άλλωστε συνέβη και τα προηγούμενα χρόνια, στη συντριπτική τους πλειονότητα εργαζόμενοι και εργοδότες προτίμησαν να συνάψουν επιχειρησιακές συμβάσεις αντί για κλαδικές ή ομοιοεπαγγελματικές. Πιο συγκεκριμένα το 2017 υπογράφηκαν 127 επιχειρησιακές συμβάσεις, έναντι 9 κλαδικών και 4 ομοιοεπαγγελματικών.
H επιλογή των άμεσα ενδιαφερομένων είναι απολύτως ορθολογική και συμφέρουσα για τους ίδιους. Οι επιχειρησιακές συμβάσεις σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία και τις σχετικές με το θέμα μελέτες του ΟΟΣΑ (σε περισσότερες από 30 χώρες), έχουν θετικές επιπτώσεις στη ζωή μιας επιχείρησης και της οικονομίας καθώς βελτιώνουν την ικανότητα της επιχείρησης να διακρίνει, να ανταποκρίνεται και να επωφελείται από τις αλλαγές που συμβαίνουν στην αγορά, να προσαρμόζεται ταχύτερα σ’ αυτές, ενώ αυξάνουν τις δυνατότητες των επιχειρήσεων για καινοτομία και δημιουργικότητα. Ειδικότερα οι επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας:
  1. Βελτιώνουν τη λειτουργική ευελιξία της επιχείρησης, δηλαδή την προσαρμογή της οργάνωσης της επιχείρησης στις ανάγκες της παραγωγής.
  2. Διευκολύνουν την αριθμητική ευελιξία της επιχείρησης, δηλαδή μεταξύ άλλων την προσαρμογή του χρόνου εργασίας ανάλογα με τη ζήτηση των αγαθών ή υπηρεσιών που αυτή παράγει.
  3. Επιτρέπουν την ευελιξία των αμοιβών εργασίας, την συσχέτιση δηλαδή των αποδοχών με τα αποτελέσματα της επιχείρησης, την οικονομική συγκυρία, τις μεταβολές της παραγωγικότητας, την απόδοση των εργαζομένων κ.ο.κ.
  4. Καθιστούν τις επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζονται πιο ανταγωνιστικές, πιο ανθεκτικές στις εξωτερικές αρνητικές επιδράσεις.
  5. Ενώ αυξάνοντας τις διαθέσιμες θέσεις εργασίας βοηθούν στη μείωση της ανεργίας.
  6. Τέλος, σε αντίθεση με τους ελληνικούς συνδικαλιστικούς ή ιδεολογικούς μύθους οι επιχειρησιακές συμβάσεις βοηθούν στην οργάνωση των εργαζομένων στα πλαίσια της επιχείρησης που εργάζονται και όχι στην αποοργάνωσή τους (σε ατομικές συμβάσεις), καθώς προϋποθέτουν την ύπαρξη και λειτουργία επιχειρησιακού σωματείου.
Η ελληνική νομοθεσία μάλιστα προέβλεπε τη σύναψη επιχειρησιακών συμβάσεων με νόμο που ψήφισαν από κοινού ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και Συνασπισμός της Αριστεράς και της Προόδου την εποχή της κυβέρνησης Ζολώτα (ν. 1876/1990). Το συνδικαλιστικό κατεστημένο της εποχής όμως σε αγαστή συνεργασία και συνεννόηση με το πολιτικό κατεστημένο υπονόμευσαν την εφαρμογή του μέτρου, κυρίως με τη νομοθετική θέσπιση της υπεροχής των κλαδικών και ομοιοεπαγγελματικών συμβάσεων έναντι των επιχειρησιακών. Έτσι υπό την προστατευτική ομπρέλα της εργατικής νομοθεσίας τα πανίσχυρα συνδικάτα εμπόδισαν την «ενηλικίωση» του συνδικαλιστικού κινήματος και τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών επιχειρήσεων σε μια χρονική περίοδο που η ελληνική οικονομία είχε ανάγκη και τα δύο για να ανακτήσει τμήμα της χαμένης ανταγωνιστικότητάς της.
Παρά την εύκολη ρητορική υπέρ των εργαζομένων και την ανάγκη δήθεν για προστασία τους οι συνδικαλιστικές ηγεσίες λειτούργησαν εις βάρος των εργαζομένων και υπέρ των προνομίων τους. Πολλές επιχειρήσεις έκλεισαν γιατί δεν μπορούσαν να προσαρμόσουν το μισθολογικό κόστος τους στις τρέχουσες οικονομικές δυνατότητές τους παρά το γεγονός ότι οι εργαζόμενοί τους ήταν διατεθειμένοι να συμφωνήσουν σε αναπροσαρμογή των αποδοχών τους. Είναι αλήθεια ότι η υπερφίαλη φιλεργατική ρητορεία «έπιανε» πάντοτε σε συνθήκες απόλυτης ιδεολογικής κυριαρχίας της αριστεράς αδιαφορώντας για την αύξηση της ανεργίας.
Η βαθύτερη αιτία των αντιδράσεων ωστόσο είναι άλλη και αποδεικνύεται εξ αντιδιαστολής από την σχεδόν καθολική επιτυχία των επιχειρησιακών συμβάσεων την τελευταία επταετία. Με την ανεξαρτητοποίηση των επιχειρησιακών συμβάσεων, ο συνδικαλισμός αποκεντρώνεται, ο έλεγχος των επιχειρησιακών σωματείων ανήκει πλέον στους ίδιους του εργαζομένους μιας επιχείρησης οι οποίοι είναι οι μόνοι που δικαιούνται να αποφασίζουν για τη ζωή τους χωρίς εξωτερική πατρωνία. Έτσι η επιτροπεία των εργαζομένων από επαγγελματίες συνδικαλιστές που δεν γνωρίζουν καταργείται, ο έλεγχος του εργασιακού τους μέλλοντος φεύγει από τα χέρια των κομματικών συνδικαλιστών και επιστρέφει σ’ αυτούς. Οι εργαζόμενοι αντιμετωπίζονται ως δικαιοπρακτικά ικανοί ενήλικοι που δεν χρήζουν κάποιας ειδικής συμπαράστασης από κάποιους που ξέρουν το «καλό τους» και μπορούν συλλογικά να οργανώνονται και να διαπραγματεύονται για τα θέματα που αφορούν την εργασία τους. Η συνολική επιρροή των κομματικών-πελατειακών συνδικαλιστικών δικτύων υποχωρεί υπέρ του συμφέροντος των πραγματικών εργαζομένων καθώς και το παραδοσιακό αφήγημα των συνδικάτων, ότι η επιχείρηση είναι τάχα χώρος ταξικών συγκρούσεων.
Χρειάστηκε να περάσουν είκοσι χρόνια, να χρεοκοπήσει η χώρα και υπό το βάρος της οικονομικής ανάγκης και των πιέσεων των εταίρων μας οι επιχειρησιακές συμβάσεις να αποκτήσουν αυτοτέλεια έναντι των άλλων μορφών συλλογικών συμβάσεων, όπως συμβαίνει άλλωστε παντού στον προηγμένο κόσμο (με τον νόμο 3854/2010). Δυστυχώς κανείς δεν μπήκε στον κόπο να μετρήσει πόσες επιχειρήσεις - οριακοί παραγωγοί, τη δύσκολη αυτή περίοδο της οικονομικής κρίσης, δεν έκλεισαν και πόσοι εργαζόμενοι δεν έχασαν τη δουλειά τους χάρη στις επιχειρησιακές συμβάσεις. Χωρίς αυτές η ανεργία θα ήταν πολύ υψηλότερη και η ύφεση της ελληνικής οικονομίας μεγαλύτερη.
Εντούτοις, παρά την επιτυχία των επιχειρησιακών συλλογικών συμβάσεων η αριστερή κυβέρνηση υπόσχεται ότι ο πραγματικός εργασιακός μεσαίωνας της επιτροπείας των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα από τα συνδικάτα θα επανέλθει με τη λήξη του τρέχοντος Προγράμματος τον Αύγουστο του 2018.
Ελπίζω ότι το καταστροφικό αυτό σενάριο για την οικονομία μας, πραγματικός εφιάλτης για την αληθινή χειραφέτηση των εργαζομένων και την οικονομική ελευθερία, δεν θα επαληθευτεί.

* Δημοσιεύθηκε στο liberal.gr στις 27.5.2017
http://www.liberal.gr/arthro/140723/apopsi/arthra/i-plani-gia-tis-epicheirisiakes-sumbaseis.html

Tι μπορούν να περιμένουν;

Ο Τσίπρας και τα στελέχη του ένα μόλις μήνα πριν διατυμπάνιζαν ότι η ψήφιση των μέτρων θα γίνει μόνο εφόσον συμφωνηθούν τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος.
Μερικές εβδομάδες η θέση αυτή άλλαξε, πλέον διατυμπάνιζαν ότι τα μέτρα θα ψηφιστούν μεν αλλά "Χωρίς λύση του χρέους δεν θα εφαρμοστούν τα μέτρα".
Με την ψήφιση του ν. 4472/2017 από 22.5.2017 εφαρμόζονται ήδη κάποια από τα μέτρα, καταργούνται λ.χ. αμέσως κάποια επιδόματα-οικονομικές ενισχύσεις σε οικογένειες με χαμηλά εισοδήματα και σε όσους τελούν σε κατάσταση ένδειας. Ο Τζανακόπουλος διόρθωσε την προηγούμενη κατηγορηματική θέση δηλώνοντας "Χωρίς το χρέος δεν θα εφαρμοστούν τα μέτρα του 2019 και 2020".
Για να μην περιμένουν άδικα στην κυβέρνηση επισημαίνω για πολλοστή φορά ότι ονομαστική διαγραφή του χρέους δεν πρόκειται να υπάρξει.
Κι αυτό γιατί:
1. Απαγορεύεται από τη Συνθήκη Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (άρθρο 125).
2. Απαγορεύεται από το Γερμανικό Σύνταγμα, συνεπώς η Γερμανία δεν πρόκειται να συναινέσει ποτέ κι αν συμβεί αυτό το Συνταγματικό Δικαστήριο θα ακυρώσει οποιαδήποτε σχετική απόφαση και το καλύτερο
3. Για την αποφυγή οποιασδήποτε παρανόησης ο Τσίπρας με τη συμφωνία της 12ης Ιουλίου 2015 δεσμεύτηκε ότι αποκλείεται οποιαδήποτε ονομαστική μείωση του χρέους της χώρας.
Παρόλα αυτά με δεδομένη την ψήφιση των μέτρων και τη συμφωνία για πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% έως το 2022, στις 15 Ιουνίου το καλύτερο που μπορεί να ζητήσει η κυβέρνηση για το χρέος πέραν των βραχυπρόθεσμων μέτρων του Δεκεμβρίου του 2016 -και μακάρι να το πάρουν- είναι:
1. Επιστροφή των κερδών από τα ελληνικά ομόλογα που έχουν αγοράσει οι κεντρικές τράπεζες και η ΕΚΤ σύμφωνα με τις συμφωνίες SMP και ANFA στην Ελλάδα. Κάτι που το είχαμε μέχρι το 2015 και το χάσαμε εξαιτίας της "υπερήφανης" διαπραγμάτευσης Τσίπρα-Βαρουφάκη-Δραγασάκη κ.λπ.
2. Αποπληρωμή μέρους του δανείου του ΔΝΤ, ίσως και άλλων δανείων με τα χρήματα που πήραμε από το Μνημόνιο 3 για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών.
3. Κατάργηση, (όπως έγινε και στα βραχυπρόθεσμα) της προσαύξησης του επιτοκίου που καταβάλλει η χώρα στα δάνεια που πήραμε για επαναγορά ομολόγων και
4. Το δυσκολότερο αλλά όχι ανέφικτο επιμήκυνση των δανείων του ESM (περίπου 174 δισ.€), όπως θέλει το ΔΝΤ.
Διευκρίνιση, η κυβέρνηση Τσίπρα έχει συμφωνήσει ήδη από το Μάιο του 2016 ότι τα μεσοπρόθεσμα μέτρα μπορεί να αποφασιστούν ως πρόσθετη δέσμη μέτρων που θα εξασφαλίζουν τη βιωσιμότητα του χρέους εάν και εφόσον χρειαστεί -κατά την κρίση των θεσμών- μετά την επιτυχή υλοποίηση του τρέχοντος προγράμματος.

Κυριακή 7 Μαΐου 2017

Ποτέ (κλειστά μαγαζιά) την Κυριακή*



  Από πληροφορίες μαθαίνουμε ότι οι εταίροι μας έχουν συμπεριλάβει στο προσχέδιο της συμφωνίας για το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης και το ωράριο των καταστημάτων τις Κυριακές. Η απόφασή τους είναι σωστή αρκεί να επιμείνουν σ’ αυτήν. Στην Ελλάδα, όπου οι περισσότεροι δυσκολεύονται να αντιληφθούν τον τρόπο λειτουργίας της οικονομίας, τους νόμους της αγοράς και ο σοσιαλ-κρατισμός θριαμβεύει για δεκαετίες, θεωρείται απολύτως φυσιολογικό το ωράριο των καταστημάτων να καθορίζεται με διοικητική απόφαση (απόφαση του αντιπεριφερειάρχη).
  Κι όμως, για πολλούς λόγους που θα εξηγήσουμε αμέσως παρακάτω, το ωράριο των καταστημάτων δεν πρέπει να διαμορφώνεται από το κράτος αλλά από τους άμεσα ενδιαφερόμενους (εμπόρους, εργαζομένους και καταναλωτές). Αυτοί ξέρουν καλύτερα από τον απρόσωπο νομοθέτη τι ταιριάζει στην περιοχή τους, στο αντικείμενο του καταστήματός τους, στο είδος των προϊόντων που εμπορεύονται, στις ανάγκες τους. Όλες τις Κυριακές του χρόνου τα καταστήματα πρέπει να έχουν ελεύθερο ωράριο.
  Θα φανεί περίεργο σε πολλούς αλλά το σημαντικότερο κατά τη γνώμη μου επιχείρημα υπέρ του ελεύθερου ωραρίου δεν είναι ωφελιμιστικό αλλά επί της αρχής. Ο καθορισμός του ωραρίου λειτουργίας των καταστημάτων με διοικητική απόφαση παραβιάζει τους κανόνες λειτουργίας της αγοράς και πλήττει ευθέως την ελευθερία των πολιτών. Ειδικότερη έκφραση αυτής της ελευθερίας είναι η ελευθερία του καταστηματάρχη να ανοίγει όποτε το επιθυμεί το μαγαζί του, και του καταναλωτή να ψωνίζει όποτε το αποφασίσει. Κι όμως, αυτού του είδους το δικαίωμα είναι περισσότερο ολοκληρωμένο από το δικαίωμα λ.χ. του εκλέγειν. Όταν βρίσκεσαι μπροστά στην κάλπη αποφασίζεις έχοντας συνήθως στο μυαλό σου το λιγότερο κακό κόμμα και ψηφίζεις επί μιας σειράς θεμάτων που σπανίως σου έχουν εξηγηθεί από τα κόμματα επαρκώς ή έχεις κατανοήσει αρκετά. Στο κατάστημα ο καθένας αγοράζει αυτό ακριβώς που επέλεξε. Το δικαίωμα άσκησης της ελευθερίας από τους εμπόρους και τους καταναλωτές επιβάλλει το σεβασμό των επιλογών τους από το κράτος.

  Ας εξετάσουμε όμως προσεκτικά τα δύο κύρια επιχειρήματα όσων αντιδρούν στην απελευθέρωση:

‒ Με την απελευθέρωση του ωραρίου τις Κυριακές θα κλείσουν, όπως ισχυρίζονται, τα μικρά καταστήματα και θα ωφεληθούν τα πολυκαταστήματα.
Απάντηση: Τα υπερκαταστήματα έχουν μεγάλο λειτουργικό κόστος, δουλεύουν με σχεδόν οριακό κέρδος και τις ώρες της μειωμένης κίνησης δεν συμφέρει να μένουν ανοιχτά και να απασχολούν μια επιπλέον βάρδια. Μεταξύ άλλων το κόστος μισθοδοσίας και ενέργειας για τα πολυκαταστήματα είναι σημαντικοί λόγοι για να παραμείνουν κλειστά τις Κυριακές. Έτσι οι πραγματικά ωφελημένοι, αυτοί που θα αποκτήσουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, είναι τα μικρά καταστήματα, τα οποία έχουν ολιγάριθμο προσωπικό ή/και απασχολείται σ’ αυτά ο ίδιος ο έμπορος και η οικογένειά του και τα περιορισμένα πάγια έξοδά τους θα κατανέμονται σε υψηλότερο κύκλο εργασιών.
  Την περίοδο της κυβέρνησης Μητσοτάκη με απόφαση του τότε υπουργού Εμπορίου Ανδρέα Ανδριανόπουλου απελευθερώθηκε πλήρως το ωράριο των καταστημάτων τις Κυριακές και καθιερώθηκε η τέταρτη βάρδια. Και τότε η πολιτική εκείνη επικρίθηκε με σφοδρότητα, ότι ευνοούσε τάχα τις πολυεθνικές εταιρείες και ότι θα οδηγούσε σε μαζικό κλείσιμο τις μικρές επιχειρήσεις. Το αποτέλεσμα διέψευσε τους επικριτές του και δικαίωσε την κυβερνητική απόφαση. Κανένα από τα πολυκαταστήματα της εποχής δεν καθιέρωσε επιπλέον βάρδια και δεν άνοιξε την Κυριακή. Αντιθέτως, πολλά νέα καταστήματα άνοιξαν και χιλιάδες θέσεις εργασίας δημιουργήθηκαν.
‒ Η απελευθέρωση του ωραρίου θα οδηγήσει σε καταστρατήγηση των εργασιακών σχέσεων και εκμετάλλευση των εργαζομένων από τους εργοδότες.
Απάντηση: Χρέος του κράτους είναι όταν διαπιστώνει παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας να επιβάλλει τις προβλεπόμενες κυρώσεις, όχι να εμποδίζει την επιχειρηματικότητα. Η εργατική νομοθεσία δεν περιμένει βεβαίως την Κυριακή για να καταστρατηγηθεί ούτε η απελευθέρωση αποτελεί κάποιο έμμεσο κίνητρο καταστρατήγησης.

Τα επιχειρήματα υπέρ της απελευθέρωσης

Το ελεύθερο ωράριο θα βοηθήσει κυρίως τις ευέλικτες μικρές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις που είναι σε θέση να πειραματίζονται, να καινοτομούν και να ικανοποιούν ευκολότερα και αμεσότερα τις ανάγκες των καταναλωτών τους.
Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του ΟΟΣΑ[i] σε τριάντα (30) ευρωπαϊκές χώρες, η εμπειρία απελευθέρωσης του ωραρίου τις Κυριακές είχε τα εξής αποτελέσματα:

‒ μείωση της ανεργίας τόσο με αύξηση της απασχόλησης στις ήδη λειτουργούσες επιχειρήσεις όσο και με τη δημιουργία θέσεων εργασίας σε νεοϊδρυόμενες επιχειρήσεις χωρίς αύξηση των τιμών.
‒ αύξηση του συνολικού αριθμού των επιχειρήσεων, και
‒ αύξηση του κύκλου εργασιών κυρίως των μικρών επιχειρήσεων και σε ορισμένες κατηγορίες προϊόντων και κάποια είδη λιανικής.

  Για την Ελλάδα δεν υπάρχει καλύτερη συνηγορία υπέρ της απελευθέρωσης του ωραρίου από το παράδειγμα των ανθοπωλείων, των ζαχαροπλαστείων, των καταστημάτων εστίασης κ.ά. που δεν έχουν περιορισμούς λειτουργίας.
  Τα ίδια ισχύουν και με το παραπάνω στις τουριστικές παραθαλάσσιες περιοχές της χώρας, στις οποίες το ωράριο είναι σχεδόν πλήρως απελευθερωμένο.
Ας σταθούμε σ’ αυτό το τελευταίο. Γύρω στα 30 εκατομμύρια τουρίστες αναμένεται να επισκεφθούν φέτος την Ελλάδα. Η τουριστική περίοδος επιμηκύνεται μέχρι τον Οκτώβριο και οι πόλεις της Αθήνας, του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης μετατρέπονται σε all season τουριστικοί προορισμοί.
Τις Κυριακές της τουριστικής περιόδου το 2017, σύμφωνα με τα στοιχεία των πρακτόρων, θα επισκεφθούν την Αθήνα και τον Πειραιά παραπάνω από 1,2 εκατ. τουρίστες. Γιατί να μην έχουν τη δυνατότητα οι έμποροι να προσελκύσουν αυτούς τους νέους καταναλωτές στο κατάστημά τους. Πώς θα τους φανούν άραγε οι πόλεις μας, σκοτεινές και βρόμικες, με τα εμπορικά καταστήματα στο κέντρο τους κλειστά –πνιγμένα από το graffiti και τις αφίσες βανδάλων που αγνοούν τις έννοιες της αισθητικής και της καθαριότητας. Αντιθέτως, μια πόλη που τα καταστήματά της είναι ανοιχτά συνεχώς, επτά ημέρες την εβδομάδα είναι μια ζωντανή, φωτεινή και ακμάζουσα πόλη.
  Για όλους τους παραπάνω λόγους οι έμποροι πρέπει να αποφασίζουν οι ίδιοι ελεύθερα πότε, πόσο και αν θ’ ανοίξουν το μαγαζί τους. Κι οι καταναλωτές πρέπει να έχουν το δικαίωμα να ψωνίζουν την Κυριακή και τις αργίες. Στις πραγματικές δημοκρατίες, όπου δηλαδή υπάρχει ελεύθερη οικονομία η θεμελιώδης αρχή είναι η ελεύθερη επιλογή του ατόμου. Στο κράτος δεν πέφτει κανένας λόγος.
Ποτέ λοιπόν την Κυριακή κλειστά καταστήματα.

* Δημοσιεύθηκε στην κυριακάτικη Ελευθερία του Τύπου, της 7ης Μαΐου 2017 στο ένθετο Ελεύθερο πνεύμα.




[i] https://goo.gl/pLznU8

Κυριακή 23 Απριλίου 2017

Στις Γαλλικές κάλπες κρίνεται το μέλλον της ελευθερίας


Πολλοί ταυτίζουν τη Γαλλία με την πιο κρατικιστική και παροχημένη εκδοχή δυτικής δημοκρατίας. Αυτή είναι η μια -αναντίρρητη- όψη της Γαλλικής πραγματικότητας. Μην ξεχνάμε όμως ότι ο φιλελευθερισμός ακόμη κι αν δεν γεννήθηκε στη Γαλλία, στη χώρα αυτή μεγαλούργησε.
Στη Γαλλία από την εποχή των μεγάλων διαφωτιστών διανοουμένων, των εγκυκλοπαιδιστών, του Κοντορσέ, του Τυργκό, του Κονστάν και της Ζερμαίν Ζαέλ, του Τοκβίλ, του Μπαστιά, του Ζαν Μπατίστ Σέυ, του Ζακ Ρυφ, του Εντμόν Μαλενβώ, του Ραϊμον Άρον, του Μπερτράν ντε Ζουβενέλ, του Φρανσουά Ρεβέλ, του Γκυ Σορμάν, του Ραϊμόν Μπαρ και πολλών ακόμη, συναντάς μια φιλελεύθερη -οικονομική και πολιτική- παράδοση που ποτέ δεν έχει διακοπεί μέχρι σήμερα.
Οι Γάλλοι φιλελεύθεροι άντεξαν στη διάρκεια του 20ου αιώνα την ιδεολογική και πολιτική πίεση που άσκησαν στη χώρα του Αστερίξ οι ιδέες του αριστερού και δεξιού απολυταρχισμού και του κρατικισμού και κράτησαν αναμμένο το φως της ελευθερίας.
Ας μην ξεχνάμε ότι στη δεκαετία του '30, όταν οι ολοκληρωτικές ιδέες κυριαρχούσαν -με εκλογές ή πραξικοπήματα- στις συντριπτικά περισσότερες χώρες της ευρωπαϊκής ηπείρου, η Γαλλία ήταν μια από τις ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις χωρών που εκλογικά αποδοκίμασαν με σταθερότητα το φασισμό και τον κομμουνισμό.
Στους Γάλλους πολίτες συναντάς ακόμη και σήμερα μια έστω αμυδρά και ενδόμυχη αγάπη προς την ελευθερία, ένα ισχυρό ηθικό συναίσθημα κατά των ολοκληρωτικών θεωριών και των πολιτικών άκρων.
Μεταξύ των υποψηφίων προέδρων στις σημερινές Γαλλικές εκλογές ένας φιλελεύθερος ψηφοφόρος έχει δυστυχώς περιορισμένες και πολύ συζητήσιμες -είναι αλήθεια- επιλογές, τις εξής δύο: Φιγιόν ή Μακρόν. Προτιμώ τον Φιγιόν -αν και πολύ συντηρητικός σε θέματα κυρίως ατομικών δικαιωμάτων- αλλά σε κάθε περίπτωση θα είμαι ικανοποιημένος εάν κερδίσει και ο Μακρόν -μολονότι αρκετά σοσιαλδημοκράτης σε θέματα οικονομικής ελευθερίας-.
Οποιοσδήποτε άλλος επικρατήσει θα είναι από βαρύ πλήγμα έως απόλυτη καταστροφή.

Ελπίζω σήμερα οι Γάλλοι, πιστοί στις ρίζες και στις παραδόσεις τους να επιλέξουν τους σωστούς υποψηφίους. Για το καλό της Γαλλίας, της ενωμένης Ευρώπης και της Ελευθερίας. 

Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2017

Ο ιός που μολύνει τη χώρα*

Εάν δεν συνειδητοποιήσουμε πολύ γρήγορα ότι το ασφαλιστικό μας σύστημα δεν είναι από οποιαδήποτε άποψη βιώσιμο η κατάρρευση της οικονομίας θα συμβεί ό,τι κι αν πράξει οποιαδήποτε κυβέρνηση. Τα δεδομένα του προβλήματος είναι αμείλικτα:
‒ Στο τέλος του 2016 ο αριθμός των συνταξιούχων άγγιξε τα 2.700.000. Οι συνταξιούχοι είναι περίπου το 24,5% του πληθυσμού της χώρας.
‒ Οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα, μαζί με τους αυτοαπασχολούμενους και τους ελεύθερους επαγγελματίες, δεν ξεπερνούν τα 2.800.000. Η αναλογία συνταξιούχων εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα είναι σχεδόν 1 προς 1,07.
‒ Οι συνταξιούχοι αποτελούν σήμερα το 28% περίπου του εκλογικού σώματος.
‒ To προσδόκιμο ζωής (ανδρών και γυναικών) στην Ελλάδα είναι το 79ο έτος της ηλικίας.
‒ Το 2015 καταβλήθηκαν συντάξεις συνολικής αξίας 28,2 δισ. ευρώ ή περίπου το 16% του ΑΕΠ. Το 2000 το ποσοστό ήταν 12,6%. Από το ποσοστό αυτό μόλις το 6% καλύπτεται από τους ασφαλιστικούς οργανισμούς. Το κράτος καλύπτει την υπόλοιπη δαπάνη. Το 2016, με συντηρητικούς υπολογισμούς, το κράτος εκταμίευσε φανερά ή κρυφά (λ.χ. επιδότηση στον ΟΑΠ ΔΕΗ 500 εκ. ευρώ κ.λπ.) περισσότερα από 17 δισ. ευρώ ή το 10% του ΑΕΠ για την καταβολή των συντάξεων από τα ασφαλιστικά ταμεία. Από το 2001 έως και το 2015 το κράτος χρηματοδότησε τα ασφαλιστικά ταμεία με το ποσό των 214 δισ. ευρώ ή με 14,2 δισ. ευρώ περίπου κατά μέσο όρο ετησίως.
‒ Το σύνολο των ασφαλιστικών εισφορών για τον μέσο ασφαλισμένο του ΙΚΑ αντιστοιχεί περίπου στο 41% του συνολικού μισθολογικού κόστους του. Δηλαδή για κάθε 100 ευρώ που πληρώνει ο εργοδότης ο εργαζόμενος εισπράττει μόλις 59 ευρώ.
‒ Το ύψος των συντάξεων που καταβάλλονται από τα ταμεία δεν έχει προκύψει από αντίστοιχες αναλογιστικές μελέτες που θα αποφαίνονταν για τη βιωσιμότητα των ταμείων που τις χορηγούν, αλλά από διαχρονική και συνεχιζόμενη και σήμερα συναλλαγή των διαφόρων κοινωνικών ομάδων με το πολιτικό σύστημα.
‒ Η παρούσα αξία των υποχρεώσεων του ασφαλιστικού συστήματος στους σημερινούς συνταξιούχους υπερβαίνει το 150% του ΑΕΠ.
‒ Η αύξηση της ανεργίας και η ύφεση που προκλήθηκε εξαιτίας των φόρων και του κρατικού γιγαντισμού δημιουργούν αναπόφευκτα πρόσθετες ανάγκες άμεσης χρηματοδότησης του συστήματος.
‒ Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Eurostat οι φόροι και οι ασφαλιστικές εισφορές στην Ελλάδα αγγίζουν το 40% του ΑΕΠ, ποσοστό που είναι μέσα στα υψηλότερα παγκοσμίως.
Τα δεδομένα αυτά αποκαλύπτουν την εντροπία του ασφαλιστικού συστήματος και την εξαιτίας της υπερθέρμανση της οικονομίας. Τα βάρη που συσσωρεύει το ασφαλιστικό πρόβλημα στην οικονομία είναι περισσότερη φορολογία, περισσότερη γραφειοκρατία, αποθάρρυνση επενδυτικού κλίματος, υπονόμευση της ανταγωνιστικότητας.
Μπροστά σ’ αυτή την εφιαλτική πραγματικότητα θλίψη προκαλούν οι αντιδράσεις σχεδόν του συνόλου του πολιτικού προσωπικού, των πανίσχυρων συντεχνιών και των πάσης φύσεως θεωρητικών του κρατισμού. Προτείνουν να χρηματοδοτήσουν το σύστημα από:
Α) τον προϋπολογισμό ή με άλλα λόγια με τα λεφτά των άλλων (δηλαδή των φορολογουμένων),
Β) από τις επιχειρήσεις με την περαιτέρω αύξηση των εργοδοτικών εισφορών ή με άλλα λόγια με τα λεφτά των άλλων (δηλαδή των επιχειρηματιών), καθώς και
Γ) από τους φόρους υπέρ τρίτων που κατ’ ευφημισμόν βαφτίζουν κοινωνικούς πόρους ή με άλλα λόγια με τα λεφτά των άλλων (δηλαδή των ανυποψίαστων καταναλωτών).
Οι παραπάνω λύσεις συνιστούν τις λεγόμενες «εύπεπτες» ή «εύκολες» λύσεις. Η ουσία είναι ότι καμιά «εύκολη λύση» δεν αποτελεί στ’ αλήθεια λύση. Το θέατρο των εύκολων λύσεων παρουσιάζει, όπως γράφει και ο Μπαστιά, στα μάτια των θεατών δύο ήρωες, ενώ στη σκηνή υπάρχουν τρεις. Ο τρίτος, ο αφανής ήρωας (κατά περίπτωση ο φορολογούμενος, ο επιχειρηματίας, ο εργαζόμενος, ο καταναλωτής), είναι ο χαμένος της αθέμιτης συναλλαγής των άλλων δύο εμφανών ηρώων. Αλλά ο τρίτος ήρωας είναι και ο μόνος αληθινός. Είναι εκείνος που παράγει τον πλούτο ή κινητοποιεί τις δυνάμεις του ανταγωνισμού. Την καταστροφή του τελευταίου οι άλλοι δύο την εμφανίζουν παραπλανητικά σαν θεμιτό κέρδος για τους ίδιους και ουδέτερη για την οικονομία.
Η λύση του προβλήματος του ασφαλιστικού πρέπει να είναι πραγματική και ουσιαστική. Όπως απέδειξαν ο Σουμπέτερ και άλλοι, κάθε σύστημα (οργανισμοί, επιχειρήσεις, κράτη κ.ο.κ.) έχει βιολογικούς κύκλους. Όταν ολοκληρωθεί ένας κύκλος εξελίσσεται και μεταβαίνει σε άλλον. Εάν δεν προσαρμοστεί στις αλλαγές καταστρέφεται.
Έτσι και στην περίπτωση του ασφαλιστικού, αυτό έχει ολοκληρώσει εδώ και καιρό τον κύκλο του. Παραμετρικές αλλαγές δεν μπορούν να λύσουν το πρόβλημα ούτε καν να το μεταθέσουν στο μέλλον. Εάν το ασφαλιστικό δεν αλλάξει εκ βάθρων, η κατάρρευσή του θα συμπαρασύρει και ό,τι άλλο έχει μείνει όρθιο στην οικονομία.
Η αλλαγή του συστήματος θα πρέπει να είναι δομική και αντιγραφειοκρατική. Θα πρέπει να δημιουργήσει ισχυρά κίνητρα στους εργαζόμενους, στις επιχειρήσεις και στις δυνάμεις της ασφαλιστικής αγοράς να παίξουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην ανάπτυξη του νέου συστήματος, ενώ το κράτος θα θέσει τους κανόνες και θα ελέγχει την αυστηρή τήρησή τους κατά τη λειτουργία του.
Η αρχιτεκτονική του νέου συστήματος θα πρέπει να υιοθετήσει ένα σύστημα τριών πυλώνων.
‒ Ο ρόλος του κράτους θα πρέπει να εξαντλείται μόνο στον πρώτο πυλώνα, ο οποίος θα εξασφαλίζει σε όλους, υπό την προϋπόθεση ότι ζουν στην Ελλάδα για κάποιο χρονικό διάστημα (20 ή 25 ετών), μια βασική εθνική σύνταξη, η οποία θα πρέπει να είναι ίση ή ποσοστό του εκάστοτε ισχύοντος κατώτατου μισθού. Οι ασφαλιστικές εισφορές στον πρώτο πυλώνα καταργούνται καθώς και όλη η γραφειοκρατία του σημερινού συστήματος (ασφαλιστικές ενημερότητες, πορτοκαλί βιβλία, ελεγκτές, μπλοκάκια κ.ο.κ.). Η καταβολή της εθνικής σύνταξης σε άνδρες και γυναίκες γίνεται αυτόματα με την συμπλήρωση του 67ου έτους της ηλικίας τους.
‒ Στον δεύτερο πυλώνα λειτουργούν ιδιωτικά ταμεία υπό κρατική εποπτεία με βάση το κεφαλαιοποιητικό σύστημα. Η συμμετοχή είναι προαιρετική και οι εισφορές που κατατίθενται σ’ αυτά αποτελούν περιουσιακό στοιχείο του ασφαλισμένου. Πριν από κάποιο χρονικό όριο ο ασφαλισμένος δεν μπορεί να αναλάβει τις εισφορές του, μπορεί όμως να αλλάξει ελεύθερα ταμείο. Τα ταμεία αυτά αντασφαλίζονται υποχρεωτικά. Παρέχεται κίνητρο να εκπίπτουν από το φορολογητέο εισόδημα οι εισφορές μέχρι κάποιο όριο στα ταμεία αυτά. Ενώ θεσπίζεται αφορολόγητο και στα ίδια τα ταμεία.
‒ Τρίτος πυλώνας είναι η ιδιωτική ασφάλιση. Οι εισφορές είναι επίσης προαιρετικές, αλλά η συμμετοχή σ’ αυτόν έχει περισσότερο επενδυτικό χαρακτήρα από τον δεύτερο.
Η μετάβαση στο νέο σύστημα δεν συνιστά απλή υπόθεση ακόμη κι αν μπορούσε να επιτευχθεί ευρεία συναίνεση. Πολλές φορές ο κληρονόμος καλείται να πληρώσει τα χρέη και τους φόρους της κληρονομιάς. Αυτό ακριβώς ισχύει και στην περίπτωσή μας. Στη μετάβαση στο νέο σύστημα θα δημιουργηθεί ένα κόστος κληρονομιάς (legacy cost). Στο κόστος αυτό συμπεριλαμβάνονται κυρίως οι τρέχουσες υποχρεώσεις του σημερινού συστήματος προς τους σημερινούς συνταξιούχους (για το ποσό που υπολείπεται από την εθνική σύνταξη, καθώς και εκείνους που δεν έχουν συμπληρώσει το 67ο έτος).
Το κόστος αυτό πρέπει να αντιμετωπισθεί με σειρά μέτρων που δεν θα θίγουν το νέο ασφαλιστικό σύστημα και εντός μιας σχετικά σύντομης μεταβατικής περιόδου. Τα μέτρα αυτά θα μπορούσαν να είναι:
‒ μείωση των μεγάλων συντάξεων που δεν αντιστοιχούν σε καταβληθείσες εισφορές,
‒ αξιοποίηση περιουσίας και διαθεσίμων των ασφαλιστικών οργανισμών,
‒ κατάργηση των έμμεσων πελατειακών επιδοτήσεων του κράτους σε ασφαλιστικά ταμεία των «ρετιρέ» των ΔΕΚΟ,
‒ επιστροφή στην εργασία όσων συνταξιοδοτήθηκαν πρόωρα από το 2012 και δεν έχουν συμπληρώσει το 60ό έτος,
‒ θέσπιση ειδικού τύπου ομολόγων ασφαλιστικού χρέους που θα εξαιρεθούν κατόπιν συμφωνίας από το σύνολο του δημοσίου χρέους,
‒ εξοικονόμηση πόρων από την κατάργηση των ασφαλιστικών ταμείων και
‒ μέρος εσόδων από ιδιωτικοποιήσεις και μείωση του κράτους.
«Η ζωή είναι επίλυση προβλημάτων», κατά τον Κάρλ Πόππερ, σε μια πορεία διαρκώς μεταβαλλόμενων συνθηκών. Το πρόβλημα του ασφαλιστικού θα λυθεί όταν αντιληφθούμε τόσο το όφελος της αλλαγής όσο και το καταστροφικό κόστος της απραξίας.

* Δημοσιεύθηκε στο liberal.gr
http://www.liberal.gr/arthro/113500/apopsi/arthra/o-ios-pou-molunei-ti-chora.html

Κρατισμός και υψηλή φορολογία, οι ασύλληπτοι δολοφόνοι της οικονομίας*

Οι φόροι ενός κράτους είναι συντελεστής του κόστους της οικονομίας του. Μείωση του κόστους σημαίνει αύξηση της παραγωγικότητας και της ελκυστικότητας της οικονομίας παρά τα όσα καινοφανή και κενά διακηρύσσει ο νέος υπουργός Δημ. Παπαδημητρίου. 
Οι «δολοφόνοι» της ελληνικής οικονομίας είναι γνωστοί και ακούνε στο όνομα κρατισμός και υψηλή φορολογία. Η ελληνική οικονομική κρίση οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στο μεγάλο υδροκέφαλο και αρμόδιο για τα πάντα κράτος και στον έκλυτο δημοσιονομικό βίο του για δεκαετίες. Αυτό δημιούργησε μια ανίερη συμμαχία, ισχυρές πελατειακές εξαρτήσεις μεταξύ του πολιτικού συστήματος, των κομμάτων και των ισχυρών συντεχνιακών ομάδων που διόγκωσαν τις δαπάνες του δημοσίου, οι οποίες συντηρούνταν μέχρι το 2009 από δύο κύριες πηγές: τους φόρους των πολιτών και τον δανεισμό του κράτους. Ο δανεισμός του Δημοσίου διογκώθηκε υπέρμετρα κατά την περίοδο 1981-1989, όταν το πρώτο μεγάλο κύμα λαϊκισμού προσέβαλε τη χώρα. Η δεύτερη μεγάλη διόγκωση του δανεισμού σημειώνεται την περίοδο 2002-2009 όταν το πολιτικό σύστημα μπροστά στην παγίδα των –λόγω ευρώ‒ φθηνών επιτοκίων ενέδωσε υπνωτισμένο στην Κίρκη των παροχών. Οι φόροι βεβαίως γίνονται αμέσως αντιληπτοί από τους φορολογουμένους καθώς το κράτος βάζει το χέρι του στην τσέπη μας και κλέβει το πορτοφόλι μας. Η περίπτωση των δανείων είναι διαφορετική, καθώς στην αρχή το προϊόν του δανείου γίνεται δεκτό με ευχαρίστηση απ’ όλους. Κάποτε παρομοίασαν εύστοχα τον δανεισμό με ναρκωτική ουσία, στην οποία η ευχαρίστηση συνοδεύεται από εθισμό. Όπως όμως η μη χορήγηση ενός ναρκωτικού δημιουργεί στερητικό σύνδρομο στον εθισμένο οργανισμό, έτσι και η μη χορήγηση νέου δανείου δημιουργεί αντίστοιχα οδυνηρά στερητικά σύνδρομα στα άτομα και στα κράτη.
Οι κυβερνήσεις της χώρας από τη μεταπολίτευση μέχρι το 2014 –με μοναδική εξαίρεση την κυβέρνηση Μητσοτάκη κι αυτή μόνο την περίοδο που ο Στέφανος Μάνος ήταν υπουργός Εθνικής Οικονομίας‒ ξόδευαν αλόγιστα περισσότερα από όσα η οικονομία παρήγαγε. Αυτή ήταν η βασική αιτία της ανάγκης του δανεισμού. Το 2009 η πηγή του δανεισμού που χρηματοδοτούσε το μεγαλύτερο μέρος των δαπανών του δημοσίου στέρεψε. Οι δημόσιες δαπάνες όμως δεν περιορίσθηκαν όσο θα έπρεπε. Η ανίερη συμμαχία του κρατισμού αντιστάθηκε σθεναρά στις σημαντικές διαρθρωτικές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις που θα οδηγούσαν τη χώρα σε έξοδο από την κρίση ή εμπόδισαν στην πράξη την υλοποίησή τους. Έτσι, η μόνη πλέον πηγή κάλυψης των δαπανών είναι οι φόροι. Οι περισσότεροι πολίτες θεωρούν ότι οι φόροι επιβαρύνουν το εισόδημά τους. Αυτό ασφαλώς και ισχύει, αλλά οι περισσότεροι ανοργάνωτοι πολίτες δυσκολεύονται να αντιληφθούν ότι ο λόγος της επιβολής της υψηλής φορολογίας είναι η κρατική διόγκωση. Το μέγεθος με άλλες κουβέντες που καθορίζει την επιβάρυνση των φορολογουμένων δεν είναι οι φόροι αλλά οι κρατικές δαπάνες. Οι κρατικές δαπάνες είναι η αιτία της υψηλής φορολογίας.
Οι φόροι όμως έχουν σοβαρές παρενέργειες τόσο στην οικονομική υγεία των ατόμων και των οικογενειών τους όσο και στην πορεία της οικονομίας της χώρας. Διαβάζοντας κανείς προσεκτικά τον προϋπολογισμό του 2017 και συγκρίνοντάς τον με τους προϋπολογισμούς των ετών 2012 και 2014 διαπιστώνει ότι οι φόροι ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξάνονται καθ’ όλη τη διάρκεια της πενταετίας. Πιο συγκεκριμένα: Το 2012 με ΑΕΠ 193,7 δισ. ευρώ το κράτος εισέπραξε 47 δισ. ευρώ φόρους. Το 2014 με ΑΕΠ 187 δισ. ευρώ εισέπραξε 46 δισ. ευρώ φόρους και το 2017 με ΑΕΠ 178 δισ. ευρώ πρόκειται να εισπράξει 51 δισ. ευρώ φόρους. Επομένως το 2012 οι φόροι ανήλθαν στο 24,3% του ΑΕΠ, το 2014 στο 24,5% του ΑΕΠ και το 2017 θα εκτοξευθούν στο 28,7% του ΑΕΠ, ενώ και ως απόλυτο μέγεθος το 2017 πρόκειται να αυξηθούν τόσο σε σχέση με το 2012 όσο και σε σχέση με το 2014 κατά 4 και 5 δισ. ευρώ αντίστοιχα. Η φορολογία το 2017 σε σχέση με το 2012 θα αυξηθεί κατά 18,5%. Η αύξηση επιπλέον των φορολογικών βαρών των πολιτών στηρίζεται, όπως ομολογεί το Υπουργείο Οικονομικών, στην αύξηση της φορολογίας και όχι στον περιορισμό της φοροδιαφυγής. Δυστυχώς η κυβέρνηση αδυνατεί να αντιληφθεί αυτό που επισημάνθηκε στην αρχή του άρθρου, ότι η φορολογία είναι ένας από τους συντελεστές του κόστους της οικονομίας. Όταν αυτή αυξάνεται τα κέρδη περιορίζονται, οι οριακοί παραγωγοί φεύγουν από την αγορά, η προσφορά των αγαθών μειώνεται και πλήττεται συνολικά η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Η υπέρμετρη φορολόγηση έχει ήδη καταστρέψει την οικονομία και πρόκειται να προκαλέσει και νέα ακόμη μεγαλύτερη οικονομική ύφεση, χωρίς να προσφέρει όφελος σε όσους πραγματικά έχουν ανάγκη και κάποια ανταπόδοση σε όσους είναι συνεπείς φορολογούμενοι. Η ύφεση θα οδηγήσει σε κλείσιμο επιχειρήσεων, ανεργία, μείωση των εισοδημάτων, μείωση των καταθέσεων στις τράπεζες, εκτεταμένη φοροδιαφυγή, σταθερά υψηλή διαφθορά του δημοσίου τομέα, ενώ θα έχει ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα και τη μείωση των φορολογικών εσόδων. Τότε θα απαιτηθούν νέοι φόροι και ο φαύλος κύκλος της ύφεσης θα συνεχιστεί.
Είπαμε όμως, με τους φόρους θα καλυφθεί το κονδύλι των δαπανών. Αλλά ποιες είναι άραγε οι δαπάνες του κράτους που δεν μπορούν να περικοπούν και η εξυπηρέτησή τους προϋποθέτει την αφαίμαξη και τον μαρασμό της οικονομίας της χώρας; Ουδείς στην πραγματικότητα γνωρίζει πέραν της καλά οργανωμένης γραφειοκρατίας κάθε υπουργείου που κρατά πολύ καλά κρυμμένα τα μυστικά των κονδυλίων με τα οποία επιβαρύνει τους φορολογουμένους. O Αλέκος Παπαδόπουλος αναφέρει στο βιβλίο του «Τα βήματα του Έστερναχ. Η Ελλάδα μετά το 2010», ότι το 1995 ως υπουργός Οικονομικών κατέθεσε στη Βουλή έναν τόμο με όλες τις κρατικές δαπάνες που ίσχυαν τότε. Ήταν τέτοιος ο σάλος που προκλήθηκε από τις εξοργιστικές και εντελώς αδικαιολόγητες δαπάνες του Δημοσίου, τις οποίες απολάμβανε ένας πολύ μεγάλος αριθμός ομάδων ειδικών συμφερόντων, δημοσίων υπαλλήλων, συνδικαλιστών, συντεχνιών κ.λπ., που ο νόμος που προέβλεπε την υποχρεωτική κατάθεση στη Βουλή των στοιχείων αυτών καταργήθηκε λίγο αργότερα.
Απροκάλυπτα, πολιτικοί, γραφειοκράτες, συνδικαλιστές και κρατικοδίαιτοι επιχειρηματίες, δηλαδή οι καλά οργανωμένες ελίτ του πελατειακού κράτους έβαζαν και βάζουν το χέρι τους στην τσέπη των φορολογουμένων, αφαιρούν μέσω της νομοθετικής οδού και των θεσμών που δημιουργούν (extractive) πόρους από όσους παράγουν, όχι για να ικανοποιήσουν το κοινωνικό σύνολο αλλά για να διατηρήσουν τα εξωφρενικά προνόμια όσων δεν παράγουν. Στην πραγματικότητα το μεγαλύτερο μέρος των φορολογικών εσόδων καταβροχθίζεται από την ανίερη αυτή συμμαχία των προσοδοθηρικών ομάδων που ελέγχουν το μεγαλύτερο τμήμα του πολιτικού συστήματος.
Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ακόμη ότι η παράλογη φορολογία οδηγεί σε άμεσο περιορισμό του ΑΕΠ μιας χώρας, αποτρέποντας επιχειρηματικές δραστηριότητες που θα μπορούσαν να αναπτυχθούν στο έδαφός της. Και, αντιστρόφως, η δημιουργία ανταγωνιστικού φορολογικού περιβάλλοντος είναι σε θέση να διευκολύνει τον επαναπατρισμό δραστηριοτήτων που συμβάλλουν άμεσα στην αύξηση της ανάπτυξης μιας χώρας.
Θα αναφέρουμε ένα και μόνο ενδεικτικό παράδειγμα. Το ελληνικό κράτος επιβάλλει φόρο επί των ασφαλίστρων με συντελεστή 15%. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι μεγάλες ναυτιλιακές εταιρείες ελληνικών συμφερόντων να συνάπτουν συμβάσεις ασφαλειών στο εξωτερικό και όχι στην Ελλάδα. Ο λόγος είναι προφανής, οι Έλληνες εφοπλιστές καταρτίζουν ασφαλιστικές συμβάσεις με ασφαλιστικές εταιρείες που εδρεύουν σε άλλες χώρες, όπου εκεί δεν φορολογούνται τα ασφάλιστρα. Περισσότερες από επτακόσιες (700) εφοπλιστικές εταιρείες ελληνικών συμφερόντων πληρώνουν κατ’ έτος περισσότερα από 5 δισ. δολάρια σε ασφαλιστικές επιχειρήσεις του εξωτερικού. Το ορατό όφελος για το ελληνικό κράτος από τη φορολογία αυτή δεν πρέπει να ξεπερνά λίγες εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ ετησίως. Όμως η αόρατη απώλεια για την ελληνική οικονομία είναι 5 δισ. δολάρια, μεταφραζόμενη εκτός των άλλων σε απώλεια εκατοντάδων θέσεων εργασίας και πολλαπλάσιων εσόδων από το φόρο εισοδήματος, απώλεια ΦΠΑ, ασφαλιστικών εισφορών κ.ο.κ. Το ΑΕΠ της χώρας χάνει κάθε χρόνο περίπου 5 δισ. δολάρια, επιβαρύνοντας εκτός των άλλων αρνητικών συνεπειών τη σχέση χρέους προς ΑΕΠ. Κι όλα αυτά εξαιτίας ενός και μόνο ανόητου φόρου που κάποιος μανδαρίνος γραφειοκράτης του Υπουργείου Οικονομικών έπεισε έναν άσχετο υπουργό Οικονομικών να επιβάλει προκειμένου να καλυφθεί μια δαπάνη του Δημοσίου ή να γεννηθεί μια νέα.
Ωστόσο δεν βρισκόμαστε μπροστά σε κάποιο πρόβλημα που δεν είναι δυνατόν να λυθεί. Η λύση του προβλήματος υπάρχει χωρίς να χρειάζεται κανείς να εφεύρει τον τροχό. Βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας, αρκεί να μελετήσει κάποιος τα διεθνώς επιτυχημένα παραδείγματα χωρών και τις βέλτιστες πρακτικές που έχουν αναπτυχθεί στο θέμα που μας απασχολεί. Η μοναδική λύση του προβλήματος είναι η δραστική μείωση των δαπανών του κράτους και της φορολογίας που αυτές προκαλούν, η κατάργηση κάθε παράλογου και κάθε αντισυνταγματικού φόρου. Η καθιέρωση ενός απλούστατου κατανοητού φορολογικού συστήματος και ενός ενιαίου φορολογικού συντελεστή όχι υψηλότερου από το 15% ή 20% του εισοδήματος φυσικών προσώπων και εταιρειών.
Η φορολογική επιβάρυνση από ένα σημείο και πέρα το οποίο στην Ελλάδα έχουμε κατά πολύ ξεπεράσει προ πολλού είναι αντιπαραγωγική. Καταργεί τα κίνητρα των ατόμων για παραγωγική εργασία και πλουτισμό, αδιαφορεί για την επιβράβευση της ατομικής προσπάθειας, μεταφέρει πόρους από την πραγματική οικονομία στον αντιπαραγωγικό δημόσιο τομέα και προκαλεί οικονομική ύφεση. Ο Φρανσουά Γκιζό προέτρεπε κάποτε τους Γάλλους «Πλουτίστε με την εργασία, την αποταμίευση και την τιμιότητα». Δεν έχουμε παρά να υιοθετήσουμε την προτροπή του.

* Δημοσιεύθηκε στο liberal.gr
http://www.liberal.gr/arthro/103921/apopsi/arthra/kratismos-kai-upsili-forologia-oi-asulliptoi-dolofonoi-tis-oikonomias-.html

Οι δύο κανόνες

                              Από τα διδάγματα της ιστορίας μπορούμε να κατανοήσουμε τη σημασία που έχουν τα καλά δημόσια οικονομικά για την...