Τρίτη 4 Ιουλίου 2017

Κύπρος και Ελλάδα βίοι αντίθετοι και στη ναυτική εκπαίδευση*


Στις μέρες μας η διεύρυνση της εκπαιδευτικής αγοράς είναι εντυπωσιακή. Πολλές φορές έχω αναφερθεί στις εξαγωγικές δυνατότητες της εκπαίδευσης και στο πετυχημένο παράδειγμα της Κύπρου. Αντιθέτως το ελληνικό γραφειοκρατικό και συγκεντρωτικό εκπαιδευτικό μοντέλο απομονώνει διεθνώς τη χώρα και υπονομεύει ευθέως την οικονομική ανάπτυξη. Η ναυτική εκπαίδευση είναι χαρακτηριστική απόδειξη της ελληνικής εκπαιδευτικής ιδιαιτερότητας, στερώντας από την οικονομία κρίσιμο για την ανάπτυξή της ανθρώπινο κεφάλαιο.
Η υπερπόντια ναυτιλία είναι ίσως ο μοναδικός τομέας που μας κάνει περήφανους σαν Έλληνες. Κι αυτό γιατί αποτελεί μια οικονομική δραστηριότητα εξωστρεφή, όπου τα περιθώρια παρέμβασης του κράτους για να την υπονομεύσει είναι μικρά. Στους ωκεανούς και στις θάλασσες συναντάς μιαν άλλη Ελλάδα, την απαλλαγμένη από τα δεσμά του αναποτελεσματικού ελληνικού κράτους Ελλάδα της δημιουργίας και της προόδου, πρωταγωνίστρια και ισχυρή στο παγκόσμιο οικονομικό περιβάλλον, χωρίς καμιά κρατική συνδρομή ή επιδότηση.
Σε περίοδο παγκόσμιας κρίσης της εμπορικής ναυτιλίας ο ελληνικός στόλος το 2016 αριθμούσε 5.211 πλοία συνολικής χωρητικότητας 195,9 εκατ. τόνων, παραμένοντας για μια ακόμη χρονιά πρώτος στον κόσμο, αυξάνοντας τη διαφορά του από τον δεύτερο Ιαπωνικό. Τόσο στη ναυπήγηση νέων πλοίων όσο και στις αγοραπωλησίες παλιών οι Έλληνες εφοπλιστές καταλαμβάνουν παγκοσμίως την πρώτη θέση.
Περισσότερο από το 7% του ΑΕΠ της χώρας προέρχεται από τη ναυτιλία μας, ενώ η συνεισφορά των ναυτιλιακών επιχειρήσεων ελληνικών συμφερόντων στο ΑΕΠ της Ε.Ε. ξεπερνά τα 70 δισ. ευρώ. Η ελληνική ναυτιλία έχει δημιουργήσει 200.000 θέσεις εργασίας στην Ελλάδα και περίπου 2,4 εκατ. στην Ε.Ε. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του ΙΟΒΕ, η ναυτιλία μπορεί να συνεισφέρει στο ΑΕΠ ακόμη 2,5% με 3%, αρκεί να αφεθεί ελεύθερη από τα δεσμά του κράτους, να απελευθερωθεί η αγορά εργασίας των ελλήνων ναυτικών και να επανδρώσουν τα ελληνικά πλοία Έλληνες ναυτικοί.
Ωστόσο οι ναυτικές ακαδημίες της χώρας αδυνατούν να τροφοδοτήσουν την ποντοπόρο ναυτιλία (ελληνική και ξένη) με ικανούς για την επάνδρωση των πλοίων της αποφοίτους. Βασική αιτία το απαγορευτικό θεσμικό πλαίσιο που δημιούργησε η μυωπική, ιδεοληπτική και συμπλεγματική στάση των κυβερνήσεων, των κομμάτων και των ποικιλώνυμων συνδικάτων της ναυτιλίας έναντι των Ελλήνων εφοπλιστών.  Ένας τομέας που θα μπορούσε να συμβάλλει θετικά στην οικονομία παρακμάζει εξαιτίας ενός συνδυασμού ανικανότητας, ιδεοληψίας και αβάσιμων συντεχνιακών διεκδικήσεων.
Σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στην Ελλάδα και στον τομέα της ναυτικής εκπαίδευσης, η Κύπρος λειτουργεί ως κανονική χώρα που αναζητά ενεργό ρόλο σε μια διεθνοποιημένη οικονομία. Στη χώρα αυτή συνειδητοποίησαν εγκαίρως τα δυνητικά πλεονεκτήματα τα οποία στην Ελλάδα δεν αξιοποιούνται, κυρίως το μέγεθος του ελληνόκτητου στόλου και την προτίμηση των πλοιοκτητών σε έλληνες αξιωματικούς (καταστρώματος, μηχανικούς, ασυρματιστές).
Από τον Σεπτέμβριο στην Κύπρο θα λειτουργήσει ιδιωτική ναυτική ακαδημία για αξιωματικούς του εμπορικού ναυτικού σε πλήρη σύνδεση με τη ναυτιλιακή αγορά. Προηγήθηκαν επίσημες συμφωνίες της ακαδημίας με έλληνες και ξένους εφοπλιστές, οι οποίες εκτός των άλλων περιλαμβάνουν:

‒ Τη χρηματοδότηση μεγάλου μέρους των διδάκτρων των σπουδαστών από ναυτιλιακές επιχειρήσεις. Το ποσοστό της χρηματοδότησης υπερβαίνει το 50% των διδάκτρων.
‒ Η χρηματοδότηση είναι άτοκη και εξοφλείται μακροχρόνια από τμήμα του μισθού των σπουδαστών, όταν αυτοί ολοκληρώσουν τις σπουδές τους και μπουν στην αγορά εργασίας.
‒ Ο σπουδαστής δεν προσφέρει καμία εμπράγματη εξασφάλιση για τη χρηματοδότησή του.
‒ Στις συμφωνίες περιλαμβάνονται λεπτομερείς όροι για τα εκπαιδευτικά ταξίδια των σπουδαστών.
‒ Οι πλοιοκτήτριες εταιρείες αναλαμβάνουν την πλήρη ασφαλιστική κάλυψη των σπουδαστών που πραγματοποιούν εκπαιδευτικά ταξίδια.
‒ Την πρόσληψη των αποφοίτων της ακαδημίας.

Σε αντίθεση με την Ελλάδα, στην Κύπρο σε συνδυασμό με τα υπερσύγχρονα προγράμματα σπουδών και την άριστη υλικοτεχνική υποδομή (ύπαρξη simulations, μηχανών κ.τ.λ.) θα ακολουθηθεί το αγγλικό μοντέλο της ναυτικής εκπαίδευσης με πειθαρχία και αυστηρότητα, κάτι που είναι απολύτως απαραίτητο για την ύπαρξη ιδιαίτερης προσήλωσης στην ναυσιπλοΐα και τους κινδύνους που αυτή περιλαμβάνει. Επίσης η επιλογή των σπουδαστών θα γίνει σύμφωνα με τις προηγούμενες επιδόσεις τους και με απολύτως αξιοκρατικά κριτήρια.
Σε αντίθεση επίσης με την Ελλάδα, στην Κύπρο πριν ακόμη λειτουργήσει η ναυτική ακαδημία έχουν ήδη υπογραφεί συμφωνίες για την ύπαρξη των αναγκαίων συνεργειών με σχολές ή τμήματα Πανεπιστημίων (λ.χ. μηχανικών - ναυτιλιακών σπουδών κ.ο.κ.).

Σε κάθε οικονομική δραστηριότητα εκτός από το χρησιμοποιούμενο από την οικονομία κεφάλαιο υπάρχει πάντοτε κι ένα κεφάλαιο που παραμένει αγνοημένο κι ανενεργό. Οι χώρες που ανακαλύπτουν αυτό το κεφάλαιο προοδεύουν και ευημερούν. Στον τομέα της ναυτικής εκπαίδευσης η Κύπρος μάς δείχνει το δρόμο.

* Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Shipping (Τεύχος Μαΐου 2017).

Δευτέρα 3 Ιουλίου 2017

Aγορά καθαριότητας ή δημόσιος παραλογισμός*

To 2012 η «Καθημερινή» φιλοξένησε άρθρο μου με τίτλο «Ιδιωτικοποιήστε τώρα την καθαριότητα». Επανέρχομαι στο θέμα γιατί συντρέχει άμεση ανάγκη να τελειώσει επιτέλους αυτή η φαρσοκωμωδία.
Δεν είναι λίγες οι χώρες στις οποίες γίνονται εισαγωγές οργανικών και άλλων αποβλήτων από άλλες χώρες. Οι πολίτες αυτών των χωρών έχουν τη δυνατότητα εμπορίας ή αξιοποίησης των αποβλήτων τους. Μια ολόκληρη κερδοφόρα αγορά απορριμμάτων έχει αναπτυχθεί σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο και οι πόλεις ως οργανωμένες οντότητες διαχειρίζονται με επιτυχία τα πάσης φύσεως απόβλητά τους που μόνο «σκουπίδια» δεν θα θεωρούν. Στην Ελλάδα της κρατικιστικής μιζέριας πρωταγωνιστές εις βάρος της τσέπης και της υγείας των πολιτών αναδεικνύονται οι διάφοροι «αγανακτισμένοι» συνδικαλιστές της καθαριότητας και της τοπικής αυτοδιοίκησης.
Η πρότασή μου είναι απλή. Κάθε πολίτης μεμονωμένα ή σε συνεργασία με άλλους (οι ένοικοι μιας πολυκατοικίας, ενώσεις προσώπων σε γειτονιές ή οικοδομικά τετράγωνα κ.ο.κ.) έχει δικαίωμα να αποφασίσει για το πώς θα διαθέσει τα απόβλητά του, τα οποία συλλέγουν, αξιοποιούν και επεξεργάζονται ιδιωτικές εταιρείες αποκομιδής απορριμμάτων, πιστοποιημένες από ανεξάρτητους ιδιωτικούς φορείς πιστοποίησης. Τα ποσά που δαπανά για τη διάθεση των οργανικών αποβλήτων του τιμολογούνται και συμψηφίζονται με τα δημοτικά τέλη. Κάθε χρόνο λαμβάνει από την εταιρεία με την οποία συνεργάζεται βεβαίωση για τον όγκο και το βάρος των απορριμμάτων που διέθεσε.
Οι εταιρείες αποκομιδής τροφοδοτούν βάσεις δεδομένων που επιτρέπουν να δημιουργηθεί ένα αξιόπιστο Μητρώο Απορριμμάτων απαραίτητο για την ανάπτυξη και λειτουργία μιας αγοράς δικαιωμάτων ρύπανσης για κάθε μεγαλούπολη ή περιφέρεια. Έτσι παύουμε να συζητάμε για «σκουπίδια». Μιλάμε για εμπορεύσιμα απόβλητα και ταυτοχρόνως για ουσιαστική προστασία του περιβάλλοντος.
Παραθέτω ξανά τα στοιχεία που παρέθεσα πέντε χρόνια πριν, επικαιροποιημένα βεβαίως. Τα παρακάτω στοιχεία του Δήμου της Αθήνας, αποδεικνύουν ότι μέσα σε μια πενταετία η κατάσταση επιδεινώθηκε αντί να βελτιωθεί:
Στη Διεύθυνση Καθαριότητας του Δήμου της Αθήνας απασχολούνται σήμερα 1.840 υπάλληλοι, μόνιμοι και με συμβάσεις αορίστου χρόνου (το 2012 ήταν 2.146), και περίπου 220 υπάλληλοι με συμβάσεις ορισμένου χρόνου (250 το 2012). Το 2016 οι Αθηναίοι πλήρωσαν στον Δήμο για την καθαριότητα ανταποδοτικά (;) τέλη σχεδόν 110 εκατομμύρια ευρώ (το ίδιο περίπου ποσό πλήρωσαν και το 2012). Το κόστος μισθοδοσίας των μονίμων και αορίστου χρόνου υπαλλήλων της καθαριότητας ανήλθε σε 55 εκατ. ευρώ, ποσό στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και οι εισφορές προς τα ασφαλιστικά ταμεία και οι πληρωμές υπερωριών έναντι περίπου 49 εκατ. το 2012. Ο μέσος ετήσιος μισθός του μόνιμου και αορίστου χρόνου υπαλλήλου της Διεύθυνσης Καθαριότητας του Δήμου Αθηναίων το 2016 (συμπεριλαμβανομένων ασφαλιστικών εισφορών και υπερωριακής αμοιβής) ανερχόταν στο ποσό των 29.891 ευρώ ή 2.491 ευρώ μηνιαίως (το 2012 ήταν 23.595 ευρώ ή 1.966 ευρώ το μήνα). Ο Δήμος της Αθήνας δαπάνησε για να υποστηρίξει διοικητικά την καθαριότητα το 2016 άλλα 29 εκατ. ευρώ. Δηλαδή το συνολικό κόστος (fully loaded cost) για τον πολίτη της Αθήνας κάθε απασχολούμενου της καθαριότητας, ανεξάρτητα από τη σχέση εργασίας του, ανέρχεται στο ποσό των 40.796 ευρώ ετησίως! Κι όμως η Αθήνα είναι μια πολύ βρόμικη πόλη τουλάχιστον την τελευταία δεκαετία.
Σύμφωνα με τα δημοσιευμένα στοιχεία της Διεύθυνσης Καθαριότητας του Δήμου Αθηναίων το 2016 συλλέχθηκαν περίπου 300.000 τόνοι οργανικών αποβλήτων. Αυτό σημαίνει ότι οι Αθηναίοι πολίτες για κάθε τόνο απορριμμάτων που συλλέχθηκε το 2016 στην πόλη τους κατέβαλαν το υπερβολικό ποσό των 367 ευρώ (το 2012 πλήρωναν 343 ευρώ ανά τόνο). Αρκεί να αναφέρουμε ότι η τιμή του καθαρού σιδήρου σήμερα στην ελεύθερη αγορά κυμαίνεται από 150 έως 190 ευρώ ανά τόνο.
Η μόνη πραγματικά αναπτυξιακή λύση είναι η πραγματική ιδιωτικοποίηση της καθαριότητας σε συνδυασμό με την απελευθέρωση της αγοράς απορριμμάτων και την τόνωση του ανταγωνισμού.

* Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή της Κυριακής στις 2/7/2017

Παρασκευή 30 Ιουνίου 2017

ΦΟΡΟΙ ΜΕΧΡΙ ΤΕΛΙΚΗΣ ΧΡΕΟΚΟΠΙΑΣ*

Η μελέτη του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών Μάρκος Δραγούμης για την Ημέρα Φορολογικής Ελευθερίας είναι αποκαλυπτική του προβλήματος που αντιμετωπίζει η ελληνική οικονομία εξαιτίας των φόρων. Ο μέσος έλληνας φορολογούμενος εργάζεται μέχρι και τις 23 Ιουλίου αποκλειστικά για να πληρώνει φόρους και ασφαλιστικές εισφορές. Η Ελλάδα κατατάσσεται στις χώρες με τη μεγαλύτερη συνολική φορολογική επιβάρυνση των πολιτών της, χωρίς να υπάρχει η στοιχειώδης ανταποδοτικότητα του κράτους προς αυτούς. 
Οι δυσβάστακτοι φόροι επηρεάζουν όμως αρνητικά τα κίνητρα των ατόμων για οικονομική δραστηριοποίηση. Η φορολογία αποτελεί τμήμα του κόστους μιας οικονομίας. Οι υψηλοί φορολογικοί συντελεστές μιας χώρας είναι ένα από τα σημαντικά εμπόδια στην προσέλκυση ξένων επενδύσεων και η καλύτερη επιδότηση της οικονομίας μιας άλλης χώρας που επιλέγει τη χαμηλή φορολογία.
Τι δείχνουν τα στοιχεία; Δέκα χρόνια πριν (2007) το ΑΕΠ της χώρας ήταν 223,2 δισ. ευρώ. Το σύνολο των φόρων που εισέπραξε τότε το κράτος ανήλθε σε 48,6 δισ. ευρώ. Ως ποσοστό του ΑΕΠ τα φορολογικά έσοδα κυμαίνονταν στο 21,7%.
Το 2017 το ΑΕΠ εκτιμάται ότι θα κυμανθεί περίπου στα 178 δισ. ευρώ. Το σύνολο των φόρων που πρόκειται να εισπράξει το κράτος εκτιμάται σε 51 δισ. ευρώ. Δηλαδή, ως ποσοστό του ΑΕΠ θα είναι στο 28,65%. 
Ετσι το 2017 οι φορολογούμενοι θα πληρώσουν 2,5 δισ. ευρώ περισσότερους φόρους από όσους πλήρωσαν το 2007, όταν το ΑΕΠ της χώρας σε σύγκριση με τη χρονιά εκείνη έχει μειωθεί σήμερα κατά 45,2 δισ. ευρώ.
Την ίδια στιγμή ο βασικός υπεύθυνος για την οικονομική χρεοκοπία της χώρας, ο δημόσιος τομέας μεγαλώνει. Oι πρωτογενείς δαπάνες της γενικής κυβέρνησης, ως ποσοστό του ΑΕΠ, το 2016 παρουσίασαν αύξηση σε σχέση με το 2015 (55% από 51,8%). 
Το συμπέρασμα είναι ότι ο μόχθος και το υστέρημα κάθε φορολογούμενου, αντί να διοχετεύεται στην παραγωγή και να τροφοδοτεί την ανάπτυξη, καταληστεύεται από το αδηφάγο κράτος για να συντηρείται ένα ξεπερασμένο μοντέλο κρατικής οργάνωσης και λειτουργίας.

Ομως με την αφαίρεση πόρων από την παραγωγική οικονοµία για να συντηρηθεί η αντιπαραγωγική και απαρχαιωμένη κρατική μηχανή δεν παράγεται τίποτε, επενδύσεις δεν γίνονται και οι θέσεις εργασίας θα συνεχίσουν να χάνονται. Ταυτόχρονα οι τράπεζες συνεχίζουν να αποστερούνται καταθέσεις που χρειάζονται για να χρηματοδοτήσουν την πραγματική οικονομία αφού αυτές χρησιμοποιούνται πλέον για την πληρωμή των φόρων, ενώ λίγοι αντιλαμβάνονται ότι ένα μεγάλο ιδιωτικό χρέος μέρα με την ημέρα δημιουργείται όταν οι πολίτες και οι επιχειρήσεις αναγκάζονται να δανείζονται με εξοντωτικά επιτόκια για να πληρώσουν τις υποχρεώσεις τους στο κράτος.
Οσο δεν μειώνονται δραστικά το κράτος και η φορολογία, η ανάπτυξη θα παραμένει όνειρο απατηλό και η οικονομία θα παραμένει εγκλωβισμένη στον φαύλο κύκλο της ύφεσης, που προκαλείται από την εξοντωτική φορολογία όσων ακόμη παράγουν.Η μελέτη του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών Μάρκος Δραγούμης για την Ημέρα Φορολογικής Ελευθερίας είναι αποκαλυπτική του προβλήματος που αντιμετωπίζει η ελληνική οικονομία εξαιτίας των φόρων. Ο μέσος έλληνας φορολογούμενος εργάζεται μέχρι και τις 23 Ιουλίου αποκλειστικά για να πληρώνει φόρους και ασφαλιστικές εισφορές. Η Ελλάδα κατατάσσεται στις χώρες με τη μεγαλύτερη συνολική φορολογική επιβάρυνση των πολιτών της, χωρίς να υπάρχει η στοιχειώδης ανταποδοτικότητα του κράτους προς αυτούς. 
Οι δυσβάστακτοι φόροι επηρεάζουν όμως αρνητικά τα κίνητρα των ατόμων για οικονομική δραστηριοποίηση. Η φορολογία αποτελεί τμήμα του κόστους μιας οικονομίας. Οι υψηλοί φορολογικοί συντελεστές μιας χώρας είναι ένα από τα σημαντικά εμπόδια στην προσέλκυση ξένων επενδύσεων και η καλύτερη επιδότηση της οικονομίας μιας άλλης χώρας που επιλέγει τη χαμηλή φορολογία.
Τι δείχνουν τα στοιχεία; Δέκα χρόνια πριν (2007) το ΑΕΠ της χώρας ήταν 223,2 δισ. ευρώ. Το σύνολο των φόρων που εισέπραξε τότε το κράτος ανήλθε σε 48,6 δισ. ευρώ. Ως ποσοστό του ΑΕΠ τα φορολογικά έσοδα κυμαίνονταν στο 21,7%.
Το 2017 το ΑΕΠ εκτιμάται ότι θα κυμανθεί περίπου στα 178 δισ. ευρώ. Το σύνολο των φόρων που πρόκειται να εισπράξει το κράτος εκτιμάται σε 51 δισ. ευρώ. Δηλαδή, ως ποσοστό του ΑΕΠ θα είναι στο 28,65%. 
Ετσι το 2017 οι φορολογούμενοι θα πληρώσουν 2,5 δισ. ευρώ περισσότερους φόρους από όσους πλήρωσαν το 2007, όταν το ΑΕΠ της χώρας σε σύγκριση με τη χρονιά εκείνη έχει μειωθεί σήμερα κατά 45,2 δισ. ευρώ.
Την ίδια στιγμή ο βασικός υπεύθυνος για την οικονομική χρεοκοπία της χώρας, ο δημόσιος τομέας μεγαλώνει. Oι πρωτογενείς δαπάνες της γενικής κυβέρνησης, ως ποσοστό του ΑΕΠ, το 2016 παρουσίασαν αύξηση σε σχέση με το 2015 (55% από 51,8%). 
Το συμπέρασμα είναι ότι ο μόχθος και το υστέρημα κάθε φορολογούμενου, αντί να διοχετεύεται στην παραγωγή και να τροφοδοτεί την ανάπτυξη, καταληστεύεται από το αδηφάγο κράτος για να συντηρείται ένα ξεπερασμένο μοντέλο κρατικής οργάνωσης και λειτουργίας.

Ομως με την αφαίρεση πόρων από την παραγωγική οικονοµία για να συντηρηθεί η αντιπαραγωγική και απαρχαιωμένη κρατική μηχανή δεν παράγεται τίποτε, επενδύσεις δεν γίνονται και οι θέσεις εργασίας θα συνεχίσουν να χάνονται. Ταυτόχρονα οι τράπεζες συνεχίζουν να αποστερούνται καταθέσεις που χρειάζονται για να χρηματοδοτήσουν την πραγματική οικονομία αφού αυτές χρησιμοποιούνται πλέον για την πληρωμή των φόρων, ενώ λίγοι αντιλαμβάνονται ότι ένα μεγάλο ιδιωτικό χρέος μέρα με την ημέρα δημιουργείται όταν οι πολίτες και οι επιχειρήσεις αναγκάζονται να δανείζονται με εξοντωτικά επιτόκια για να πληρώσουν τις υποχρεώσεις τους στο κράτος.
Οσο δεν μειώνονται δραστικά το κράτος και η φορολογία, η ανάπτυξη θα παραμένει όνειρο απατηλό και η οικονομία θα παραμένει εγκλωβισμένη στον φαύλο κύκλο της ύφεσης, που προκαλείται από την εξοντωτική φορολογία όσων ακόμη παράγουν.

* Δημοσιεύθηκε στα ΝΕΑ στις 29.6.2017 
http://www.tanea.gr/opinions/all-opinions/article/5456021/foroi-mexri-telikhs-xreokopias/ 

Ευρωπαϊκή άνοιξη ελευθερίας με γαλλικό άρωμα*

Το αποτέλεσμα των γαλλικών βουλευτικών εκλογών σε συνδυασμό με τη νίκη Μακρόν στις προεδρικές εκλογές είναι ιδιαίτερα σημαντικό για το μέλλον της Γαλλίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με τον δεύτερο γύρο των βουλευτικών εκλογών στη Γαλλία ολοκληρώθηκε μια σειρά εκλογικών αναμετρήσεων σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες που ξεκίνησε πριν από ένα περίπου χρόνο. Σε όλες αυτές τις εκλογικές αναμετρήσεις οι αντιευρωπαϊκές –όχι απλώς ευρωσκεπτικιστικές‒ πολιτικές δυνάμεις φάνταζαν προεκλογικά αρκετά ισχυρές να διεκδικήσουν την εξουσία με κυβερνητικό πρόγραμμα που αμφισβητούσε ευθέως τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.

Το αποτέλεσμα του βρετανικού δημοψηφίσματος εισήγαγε την Ευρωπαϊκή Ένωση σε μια νέα εποχή αβεβαιότητας και ενίσχυσε ακόμη περισσότερο την πολιτική νομιμοποίηση ακραίων κομμάτων της δεξιάς και αριστεράς σε όλη την Ε.Ε. Είχε ωστόσο κι ένα θετικό αποτέλεσμα. Ο κίνδυνος διάλυσης της Ε.Ε. αφύπνισε ένα ετερόκλητο ‒σε κάθε περίπτωση‒ πανευρωπαϊκό ρεύμα φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων που για πρώτη φορά μετά το δημοψήφισμα στο Ηνωμένο Βασίλειο συναισθάνθηκαν ότι η ενωμένη Ευρώπη δεν είναι δεδομένη κι ότι ο εφιάλτης του μεσοπολέμου με την επικράτηση του ολοκληρωτισμού στην πλειονότητα των ευρωπαϊκών χωρών θα μπορούσε να επιστρέψει. Η εκλογή Τραμπ στις ΗΠΑ έστειλε μια ακόμη προειδοποίηση στους ευρωπαίους πολίτες για το μέλλον της Ένωσης. Η Ευρώπη μόνο ενωμένη μπορεί να αντιμετωπίσει τις οικονομικές προκλήσεις του διεθνούς ανταγωνισμού και τους κινδύνους που απειλούν τη δημοκρατία.

Τα αποτελέσματα των εκλογών στην Ισπανία, την Ολλανδία και την Αυστρία έδειξαν ότι οι ευρωπαίοι ψηφοφόροι έλαβαν σοβαρά υπόψη τους την προειδοποίηση και εξακολουθούν να εμπιστεύονται την ευρωπαϊκή ιδέα και τα θεμέλιά της, την ελεύθερη οικονομία, τα δικαιώματα του ατόμου και τους δημοκρατικούς θεσμούς. Η μεγάλη ελπίδα των αντιευρωπαϊκών κομμάτων των άκρων και του λαϊκισμού για τη «μεγάλη ανατροπή» παρέμεναν πλέον οι εκλογές στη Γαλλία, κυρίως οι προεδρικές της άνοιξης. Και δυνατά πουλέν οι Μελανσόν και Λεπέν, με ιδανικό σενάριο για τον πρώτο να περάσει μαζί με τη Λεπέν στον δεύτερο γύρο, κάτι που θα του εξασφάλιζε με μαθηματική βεβαιότητα και την εκλογή.

Πράγματι στις διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις για πρόεδρο και κοινοβούλιο στη Γαλλία συντελέστηκε ιστορική ανατροπή, αλλά όχι αυτή που ανέμεναν οι δυνάμεις του αριστερού και δεξιού λαϊκισμού. Υπήρξε πραγματική ανατροπή του πολιτικού σκηνικού το οποίο διαμορφώθηκε στη χώρα από το Μάη του 1968 μέχρι σήμερα, περίοδο που σημαδεύτηκε από την σχεδόν απόλυτη κυριαρχία σε πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο των ιδεών του σοσιαλκρατισμού και της σοσιαλμανίας.
Η επικράτηση του κινήματος Μακρόν και η αξιοπρεπής εμφάνιση των κομμάτων της κεντροδεξιάς δημιουργεί τις στέρεες βάσεις για την εφαρμογή ενός μετριοπαθούς μεταρρυθμιστικού προγράμματος που δίνει έμφαση μεταξύ άλλων στην οικονομική ελευθερία, τη διεύρυνση των ευρωπαϊκών θεσμών, την άρση των αναχρονιστικών κανονιστικών ρυθμίσεων που ταλανίζουν δεκαετίες τη Γαλλική οικονομία, τη μείωση των φόρων και τον περιορισμό του κράτους. Δεν είναι τυχαίο ότι το κόμμα του Μακρόν εντάχθηκε αμέσως στην ευρωπαϊκή συμμαχία φιλελεύθερων και δημοκρατών (ΑLDE). Είναι νωρίς και επιπόλαιο βεβαίως να ισχυριστούμε ότι η Γαλλία του Μακρόν θα επιστρέψει στην ατομοκεντρική και αντικρατικιστική γαλλική παράδοση του Διαφωτισμού. Ωστόσο η συνεργασία των δυνάμεων του μεταρρυθμιστικού κέντρου, των φιλελεύθερων και της ευρωπαϊκής δεξιάς είναι το πρώτο και αποφασιστικό βήμα για κάτι τέτοιο.

Οι δυσκολίες που θα συναντήσει το κίνημα Μακρόν και ο ίδιος είναι πολλές. Κατεστημένες νοοτροπίες και κυρίαρχοι μύθοι δεκαετιών, ισχυρά συντεχνιακά συμφέροντα, μια καλά οργανωμένη γραφειοκρατία, τα κόμματα, οι πολιτικοί, ου μην αλλά και οι κρατικοδίαιτοι Γάλλοι επιχειρηματίες, συνθέτουν το αντιδραστικό μέτωπο –κάτι μας θυμίζει στην Ελλάδα‒ εναντίον των μεγάλων αλλαγών που χρειάζεται η Γαλλία για να μπορέσει να πρωταγωνιστήσει με εξωστρέφεια στην Ευρώπη. Δεν είναι άλλωστε λίγοι αυτοί που ταυτίζουν τη Γαλλία με την πιο κρατικιστική και παρωχημένη εκδοχή δυτικής δημοκρατίας. Αυτή είναι αναντιρρήτως η μία όψη της γαλλικής πραγματικότητας. Δεν είναι όμως η μόνη. Η δυναμική του μετώπου που υποστηρίζει –ή ίσως ανέχεται‒ τον Μακρόν έχει βαθιές ρίζες στη γαλλική κοινωνία κι εκφράζεται σήμερα από τα πιο δυναμικά και εξωστρεφή στρώματά της. Μη μας διαφεύγει ότι ο φιλελευθερισμός ακόμη κι αν δεν γεννήθηκε στη Γαλλία, στη χώρα αυτή μεγαλούργησε.

Στη Γαλλία από την εποχή των μεγάλων διαφωτιστών διανοουμένων, των εγκυκλοπαιδιστών, του Κοντορσέ, των μεγάλων φυσιοκρατών οικονομολόγων Γκουρναί, Κενέ, Νεμούρ, Τυργκό, Βογέρ κ.ά., του Μπενζαμίν Κονστάν και της Ζερμαίν Ζαέλ, του Τοκβίλ, του Μπαστιά, του Ζαν Μπατίστ Σέυ, του Ζακ Ρυφ, του Εντμόν Μαλενβώ, του Ραϋμόν Αρόν, του Μπερτράν ντε Ζουβενέλ, του Φρανσουά Ρεβέλ, του Γκυ Σορμάν, του Ραϋμόν Μπαρ και πολλών ακόμη, συναντάς μια φιλελεύθερη ‒οικονομική και πολιτική‒ παράδοση που ποτέ δεν έχει διακοπεί μέχρι σήμερα, ακόμη και τις πιο σκοτεινές περιόδους του σοσιαλκρατισμού. Οι Γάλλοι φιλελεύθεροι άντεξαν στη διάρκεια του 20ού αιώνα την ιδεολογική και πολιτική πίεση που άσκησαν στη χώρα του Αστερίξ οι ιδέες του αριστερού και δεξιού απολυταρχισμού και του κρατισμού και κράτησαν αναμμένο το φως της ελευθερίας.

Ας μην ξεχνάμε ότι στη δεκαετία του 1930, όταν οι ολοκληρωτικές ιδέες κυριαρχούσαν ‒με εκλογές ή πραξικοπήματα‒ στις περισσότερες χώρες της ευρωπαϊκής ηπείρου, η Γαλλία ήταν μια από τις ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις χωρών που εκλογικά αποδοκίμασαν με σταθερότητα τον φασισμό και τον κομμουνισμό και κατάφερε να παραμείνει ανοιχτή κοινωνία. Και στη δεκαετία του ’70 ήταν οι γάλλοι νέοι φιλόσοφοι Μπερνάρ Ανρί Λεβύ, Αντρέ Γκλυσκμάν, Ζαν Πωλ Ντολέ, Κριστιάν Ζαμπέ κ.ά. που αποδόμησαν σε θεωρητικό επίπεδο όσο κανείς άλλος τον μαρξισμό, προερχόμενοι μάλιστα όλοι από την αριστερά.
Στους Γάλλους πολίτες συναντάς μια έστω και ενδόμυχη προτίμηση προς την ελευθερία, ένα ισχυρό ηθικό συναίσθημα κατά των ολοκληρωτικών θεωριών και των πολιτικών άκρων.

Τα αποτελέσματα των γαλλικών εκλογών επιβεβαίωσαν τη νέα στροφή της Γαλλίας προς τη φιλελεύθερη δημοκρατία και διέψευσαν εκκωφαντικά τους μόνιμους προφήτες-αναλυτές της «μεγάλης ανατροπής» που πρόκειται από δεκαετία σε δεκαετία να ...συμβεί και του επερχόμενου αναπόφευκτα μαρξιστικού παραδείσου.

Προς απόδειξη παραθέτω τα αποτελέσματα του πρώτου γύρου των προεδρικών εκλογών στη Γαλλία από το 1974 μέχρι σήμερα και αφήνω τα συμπεράσματα στους αναγνώστες:

Το 1974 ο συνασπισμός σοσιαλιστών-κομμουνιστών με ηγέτη το Μιτεράν συγκέντρωσε 43,25% και μαζί με άλλα μικρά αριστερά σχήματα η αριστερά κάθε εκδοχής έφθασε το 47,9%.
Το 1981 όλα τα αριστερά κόμματα συγκέντρωσαν 24,8% και οι σοσιαλιστές του Μιτεράν 25,85%. Σύνολο 50,5%.
Το 1988 όλα τα αριστερά σχήματα συγκέντρωσαν 15% και οι σοσιαλιστές του Μιτεράν 34,1%. Σύνολο 49,1%
Το 1995 όλα τα αριστερά σχήματα συγκέντρωσαν 14% και οι σοσιαλιστές του Ζοσπέν 23,3%. Σύνολο 37,3%
Το 2002 όλα τα αριστερά σχήματα συγκέντρωσαν 21,3% και οι σοσιαλιστές του Ζοσπέν 16,18%. Σύνολο 37,5%
Το 2007 όλα τα αριστερά σχήματα συγκέντρωσαν 10,3% και οι σοσιαλιστές της Ροαγιάλ 25,87%. Σύνολο 36,2%
Το 2012 όλα τα αριστερά σχήματα συγκέντρωσαν 15,1% και οι σοσιαλιστές του Ολάντ 28,63%. Σύνολο 43,8%
Το 2017 όλα τα αριστερά σχήματα συγκέντρωσαν 21,3% και οι σοσιαλιστές του Αμόν 6,4%. Σύνολο 27,7%.
Ποιες ήταν αντιστοίχως οι επιδόσεις της κεντροδεξιάς; Παραδοσιακά στη Γαλλία, ανεξάρτητα από την ονομασία, υπήρχαν δύο ισχυρά αστικά κόμματα, ένα κεντροδεξιό κι ένα συντηρητικό, το γκωλικό κόμμα. Στις προεδρικές εκλογές συμμετείχαν σχεδόν πάντα και κάποιοι ακόμα ανεξάρτητοι υποψήφιοι προερχόμενοι από την κεντροδεξιά ή την γκωλική δεξιά. Το σκηνικό επαναλήφθηκε και στις τελευταίες εκλογές. Τους κεντρώους εκπροσώπησε ο Μακρόν και τους συντηρητικούς δεξιούς ο Φιγιόν.

Το 1974, ο Ζισκάρ Ντ’ Εστέν εκπροσωπούσε τους κεντρώους και ο Ζακ Ντελμάς τους γκωλικούς. Έλαβαν αντίστοιχα 32,6% και 15,11% και μαζί με τον Ρογέρ 48,9%.

Το 1981, ο Ζισκάρ Ντ’ Εστέν έλαβε 28,3% και ο Ζακ Σιράκ 18%. Συνολικά οι τέσσερις κεντροδεξιοί και γκωλικοί συγκέντρωσαν 49,3%.
Το 1988, ο Ζακ Σιράκ έλαβε 19,94% και ο Ραϋμόν Μπαρ 16,55%. Συνολικά 36,5%.
Το 1995, ο Ζακ Σιράκ έλαβε 20,4% και ο Μπαλαντύρ 18,58%. Συνολικά οι τρεις κεντροδεξιοί και γκωλικοί συγκέντρωσαν 44,1%.
Το 2002, ο Ζακ Σιράκ έλαβε 19,88% και ο Μπαϋρού 6,8%. Συνολικά οι κεντροδεξιοί και γκωλικοί υποψήφιοι μαζί με τον εξαίρετο Αλαίν Μαντλέν συγκέντρωσαν 34%.
Το 2007, ο Σαρκοζύ έλαβε 31,2% και ο Μπαϋρού 18,57%. Συνολικά οι κεντροδεξιοί και συντηρητικοί συγκέντρωσαν το 52%.
Το 2012, ο Σαρκοζύ έλαβε 27,2% και ο Μπαϋρού 9,3%. Συνολικά οι κεντροδεξιοί και συντηρητικοί συγκέντρωσαν το 38,1%.
Το 2017 ο Μακρόν έλαβε 24% και ο Φιγιόν 20%. Συνολικά μαζί με τον Ντυπόν συγκέντρωσαν 48,7%.
Στις βουλευτικές εκλογές ο κεντρώος συνασπισμός των Μακρόν - Μπαϋρού έλαβε 32,33% και τα τρία δεξιά κόμματα 21,56%. Συνολικά 53,89%. Οι σοσιαλιστές και άλλα κόμματα της μετριοπαθούς ευρωπαϊκής αριστεράς 9,51%, το κόμμα του Μελανσόν μαζί με το ΓΚΚ 13,75% και η άκρα δεξιά 13,20%.
Από τα παραπάνω καθίσταται εμφανές ότι οι κεντρώες, φιλελεύθερες και κεντροδεξιές δυνάμεις αύξησαν τα ποσοστά τους τόσο στις προεδρικές όσο και στις βουλευτικές εκλογές, ενώ η αριστερά στο σύνολό της (Σοσιαλιστές, μετριοπαθής και οικολογική αριστερά, αντιευρωπαϊκή αριστερά και κομμουνιστές) συγκέντρωσε το μικρότερο ποσοστό περίπου των τελευταίων πενήντα (50) ετών.

Οι Γάλλοι, πιστοί στις ρίζες και στις παραδόσεις τους ψήφισαν τόσο για το καλό της Γαλλίας, όσο και για το καλό της ενωμένης Ευρώπης και της ελευθερίας.

* Δημοσιεύθηκε στις 26.6.2017στο liberal.gr. 
http://www.liberal.gr/arthro/147166/apopsi/arthra/europaiki-anoixi-eleutherias-me-galliko-aroma-.html

Η αλήθεια για τους συμβασιούχους: Το πελατειακό κράτος που όλοι αγαπούν*

Η ίδρυση του ΑΣΕΠ από τον Αναστάσιο Πεπονή με τον ν. 2190/1994 αποτελεί κορυφαία μεταρρυθμιστική επιλογή για τη μεταπολιτευτική Ελλάδα στη δημόσια διοίκηση. Αντικείμενο της ανεξάρτητης αρχής ορίστηκε η διενέργεια αδιάβλητων διαδικασιών για την πρόσληψη μονίμου προσωπικού και προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Κι ο καλύτερος νόμος έχει πάντοτε ελλείψεις κι αδύνατα σημεία. Έτσι και ο νόμος Πεπονή αρχικώς εξαιρούσε από την εφαρμογή του τις συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και τις συμβάσεις έργου που συνάπτονταν με το Δημόσιο ή τον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Αυτό το τρωτό σημείο του νόμου ανακάλυψαν τα πανίσχυρα πελατειακά δίκτυα των κομμάτων και ξεκίνησαν τη φάμπρικα της επαναλαμβανόμενης κατάρτισης συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή συμβάσεων έργου με τα ίδια πρόσωπα-τρόφιμους των κομματικών ή πολιτικών γραφείων για να τον παρακάμψουν. Οι συμβασιούχοι κατέληγαν να εργάζονται και να καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, μολονότι η φύση των σχέσεων με τις οποίες είχαν προσληφθεί προσιδίαζε σε προσωρινές ή ειδικές ανάγκες των φορέων τους. Το πελατειακό-κομματικό σύστημα με αγαστή σύμπνοια, ξεπερνώντας τα κομματικά σύνορα και βάζοντας στην μπάντα τους κομματικούς ανταγωνισμούς, στο θέμα αυτό ομονοούσε και έσπευδε κατά καιρούς ενταφιάζοντας την αξιοκρατία με ειδικές διατάξεις να μετατρέψει τις επαναλαμβανόμενες αυτές συμβάσεις σε ενιαία σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ενδεικτικά αναφέρω το άρθρο 17 του ν. 2839/2000).
Η παράκαμψη της αρχής της αξιοκρατίας, με τον παραπάνω ωμό και προκλητικό τρόπο και οι συνεχείς αυστηρές παρατηρήσεις από τους ευρωπαίους εταίρους μας ενόψει και της 1999/70/ΕΚ Οδηγίας, οδήγησε τον συνταγματικό νομοθέτη στην αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος. Η αναθεώρηση ανύψωσε το ΑΣΕΠ σε συνταγματικώς προβλεπόμενη ανεξάρτητη αρχή και απαγόρευσε τη μετατροπή συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή συμβάσεων έργου σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Ο σεβασμός της αξιοκρατίας και η γενναιότητα όμως έλειπαν πάντοτε από τα πολιτικά κόμματα που συμφώνησαν όλα ‒δεξιά, κεντρώα κι αριστερά‒ κουτοπόνηρα να προσθέσουν στην αναθεώρηση μια μεταβατική διάταξη στο Σύνταγμα που έδινε τη δυνατότητα για μια τελευταία μονιμοποίηση συμβασιούχων με επίχρισμα νομιμότητας. Μόνο που αυτή η τελευταία μονιμοποίηση αφορούσε 70.000 με 80.000 χιλιάδες συμβασιούχους! Τέτοιο διακομματικό συλλογικό ρουσφέτι με μια «πιστολιά» δεν ξαναγνώρισε η χώρα. Η τελευταία διάταξη που μετέτρεψε, νομοθετικά, συμβάσεις ορισμένου χρόνου σε αορίστου ήταν το άρθρο 11 του π.δ. 164/2004 (νόμος Παυλόπουλου), το οποίο εφάρμοσε τη μεταβατική διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 118 του Συντάγματος.
Το πολιτικό μας σύστημα όμως και με αυτό το συλλογικό έγκλημα δεν εκόρεσε τη δίψα του να παρακάμπτει την αξιοκρατία και να διορίζει κατά χιλιάδες στο Δημόσιο τα παιδιά του κομματικού σωλήνα. Αυτοί ήταν ο στρατός του και η ασπίδα του σε κάθε παρανομία του, χωρίς αυτούς θα έχανε τη δύναμή του. Έτσι η πρόσληψη προσωπικού με επαναλαμβανόμενες συμβάσεις ορισμένου χρόνου και μετά την έκδοση του νόμου Παυλόπουλου συνεχίστηκε παρά την εκ νέου θεσμοθέτηση περιορισμών (α. 6 ν. 2527/1997). Μόνο μετά τη θέση σε ισχύ του ν. 3812/2009, με τον οποίο υπήχθησαν στη διαδικασία του ΑΣΕΠ και οι προσλήψεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και με σύμβαση έργου, σταμάτησε το φαινόμενο των επαναλαμβανόμενων προσλήψεων. Μεγάλο μέρος του προσωπικού που είχε προσληφθεί κατά τον τρόπο αυτόν, ιδίως μετά την έκδοση του π.δ. 164/2004, έχοντας κατά νου τις προηγούμενες μονιμοποιήσεις και παρακινούμενο από τους πολιτικούς και επιτήδειους δικηγόρους άσκησε αγωγές, ζητώντας να αναγνωρισθεί ότι η σχέση που εξ υπαρχής τους συνέδεε με τους αντίστοιχους φορείς του Δημοσίου ή του δημόσιου τομέα ήταν σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, δηλαδή ζητώντας στην πραγματικότητα την μετατροπή των συμβάσεών τους κατά παράκαμψη της σχετικής συνταγματικής απαγορεύσεως. Αλλά για κακή τύχη των ηθικών αυτουργών των αγωγών και των εναγόντων οι περισσότερες αγωγές απορρίφθηκαν από τα δικαστήρια, καθώς ασκήθηκαν μετά τη θέση σε ισχύ του ν. 3812/2009, σύμφωνα με τον οποίο δεν θα ήταν δυνατή η νεότερη πρόσληψή τους κατά παράκαμψη των διαδικασιών του ΑΣΕΠ και η μετατροπή συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή συμβάσεων έργου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου κατά παράβαση του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος (Άρειος Πάγος, Ολομ. 19/2007).
Παρ’ όλα αυτά το οργανωμένο έγκλημα –και τέτοιο είναι αυτό που παρακάμπτει το ΑΣΕΠ και την αρχή της αξιοκρατίας για να βολέψει τα δικά του παιδιά έναντι όσων ικανότερων δεν έχουν, ή η αξιοπρέπειά τους δεν τους επιτρέπει, να έχουν πρόσβαση στα πολιτικά γραφεία‒ συνέχισε να αναζητά μεθοδεύσεις για να παραβιάσει τον νόμο και το Σύνταγμα. Έτσι φορείς κυρίως της τοπικής αυτοδιοίκησης σε στενή συνεργασία με δικηγόρους των αντιδίκων τους προκειμένου να αποφύγουν να εκδικαστούν οι υποθέσεις τους από ανώτερα δικαστήρια ή τον Άρειο Πάγο κι αφού είχαν προηγουμένως παρακάμψει την τοπική αρμοδιότητα δικαστηρίων προκειμένου να βρουν βολικούς δικαστές, ανακάλυψαν το κόλπο να αποφασίζουν τα αρμόδια όργανα τους (Οικονομικές επιτροπές) την μη άσκηση ή την παραίτηση από ένδικα μέσα που είχαν υποχρέωση από τον νόμο να ασκήσουν κατά των παράνομων δικαστικών αποφάσεων. Οι μόνοι που προσπάθησαν να αντιδράσουν στις μεθοδεύσεις αυτής της οιονεί «εγκληματικής οργάνωσης» ήταν ο πρώην γενικός επιθεωρητής δημόσιας διοίκησης Λέανδρος Ρακιντζής και ο τότε υπουργός διοικητικής μεταρρύθμισης Κυριάκος Μητσοτάκης, ο οποίος επιχείρησε να υπερασπιστεί το Σύνταγμα και την αξιοκρατία με νομοθετική πρωτοβουλία που έδινε τη δυνατότητα ανατροπής όλων των παράνομων αποφάσεων των φορέων της τοπικής αυτοδιοίκησης. Δυστυχώς τα πράγματα άλλαξαν μόλις ανέλαβε την εξουσία η κυβέρνηση Τσίπρα, άλλως του «ηθικού πλεονεκτήματος» της αριστεράς. Ο παμπόνηρος υπουργός Κατρούγκαλος φρόντισε χωρίς χρονοτριβή να αμνηστεύσει τους εγκληματίες αιρετούς –κομματικούς‒ εκπροσώπους των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, τους υπαλλήλους των υπηρεσιών δημοσιονομικού ελέγχου και τους ηθικούς αυτουργούς τους με τη φωτογραφική διάταξη του άρθρου 39 του ν. 4325/2015.
Η κυβέρνηση Τσίπρα όμως δεν αρκέστηκε μόνο στην αμνήστευση του παραπάνω συλλογικού σκανδάλου, στο οποίο ούτως ή άλλως είχε ως κόμμα ο ΣΥΡΙΖΑ συμπράξει. Σκέφθηκε ότι θα ήταν καλό να το επαναλάβει ξανά –ακόμα χειρότερα‒ δια της νομοθετικής οδού. Με το άρθρο 16 του ν. 4429/2016 η κυβέρνηση Τσίπρα παρέτεινε τη διάρκεια των συμβάσεων ορισμένου χρόνου (οκταμήνων) εργαζομένων στους δήμους. Εμπόδιο στις αντισυνταγματικές μεθοδεύσεις της κυβέρνησης στάθηκε όμως το Ελεγκτικό Συνέδριο, το οποίο με την πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειάς του έκρινε, όπως άλλωστε και η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ότι οι παρατάσεις των συμβάσεων προσκρούουν στο Σύνταγμα και στον νόμο, καθώς επίσης ότι είναι άκυρη και η πρόβλεψη του άρθρου 25 του ν. 4456/2017 για την πληρωμή των συμβασιούχων.
Έτσι σήμερα μετά και την απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου το διαχρονικό πρόβλημα της παράκαμψης των διαδικασιών του ΑΣΕΠ υπέρ των ευνοούμενων των πελατειακών-κομματικών δικτύων έχει λυθεί αμετάκλητα υπέρ της νομιμότητας. Αρκεί και το πολιτικό σύστημα να το συνειδητοποιήσει εγκαίρως για το καλό του Συντάγματος, της αξιοκρατίας αλλά και το δικό του.

* Δημοσιεύθηκε στις 23/6/2017 στο liberal.gr 

Οι δύο κανόνες

                              Από τα διδάγματα της ιστορίας μπορούμε να κατανοήσουμε τη σημασία που έχουν τα καλά δημόσια οικονομικά για την...