Παρασκευή 24 Νοεμβρίου 2017

ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ: Ιδιωτικοποιήσεις: ακόμα το σκεφτόμαστε;*

Έχουν περάσει εννέα χρόνια από τότε που ενέσκηψε η οικονομική κρίση και αμφιβάλλω εάν έχουμε συνειδητοποιήσει γιατί φθάσαμε ως εδώ.
Η αιτία του κακού υπήρξε το μεγάλο αντιπαραγωγικό κράτος σε όλες τις εκφάνσεις του: Κλειστά επαγγέλματα, φόροι υπέρ τρίτων, γραφειοκρατία, υψηλή φορολογία, αδιανόητες ρυθμίσεις στην αγορά εργασίας και αλλού, πολυδάπανες κρατικές επιχειρήσεις κ.λπ. Το περίεργο λοιπόν είναι ότι οι πολιτικοί που δημιούργησαν ή υποστήριξαν το μεγάλο κράτος ακόμη και σήμερα αρνούνται να κατανοήσουν το πρόβλημα.
Η λύση του προβλήματος είναι η άμεση απαγκίστρωση του κράτους από τις περισσότερες αντιπαραγωγικές ασχολίες του, οι οποίες όχι μόνο δεν δημιουργούν προστιθέμενη αξία στην οικονομία αλλά αποτελούν και το μεγαλύτερο βαρίδι για την ανάπτυξή της.
Οι ιδιωτικοποιήσεις είναι η μόνη πολιτική, η οποία εάν υιοθετηθεί θα επιτύχει ταυτοχρόνως τη δημοσιονομική εξυγίανση και την πολυπόθητη διατηρήσιμη ανάπτυξη. Δεν πρόκειται βεβαίως για δογματική διαπίστωση αλλά για παρατήρηση που επιβεβαιώνεται από την οικονομική επιστήμη και τεκμηριώνεται από τα εντυπωσιακά αποτελέσματα των ιδιωτικοποιήσεων τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες.
Με τις ιδιωτικοποιήσεις μειώνονται δραστικά οι κρατικές δαπάνες διευκολύνοντας τη δημοσιονομική σταθεροποίηση και παράλληλα επιταχύνεται η ανάπτυξη με την εντονότερη δραστηριοποίηση του ιδιωτικού τομέα στην οικονομία.
Το σημαντικότερο είναι ότι εκεί που ο κεντρικός σχεδιασμός αποτυγχάνει επειδή ακριβώς κατευθύνεται από ένα και μοναδικό δυσκίνητο γραφειοκρατικό κέντρο, που δεν είναι σε θέση να γνωρίζει ούτε το οικονομικό περιβάλλον ούτε τις επιλογές και προτιμήσεις των πολιτών και των επιχειρήσεων, οι ιδιωτικοποιήσεις επιτρέπουν στην οικονομία να προγραμματίζεται από εκατομμύρια κέντρα λήψης αποφάσεων χωρίς να χρειάζεται κάποια προηγούμενη συνεννόηση μεταξύ τους.
Ο λόγος είναι ότι σε μια ευρεία οικονομία η επιδίωξη κοινών σκοπών είναι κατά κανόνα αδύνατη στους περισσότερους τομείς της κοινωνικής οργάνωσης (εξαιρούνται ασφαλώς η άμυνα, η δημόσια τάξη, η δικαιοσύνη, η τήρηση του ανταγωνισμού, όπου δικαιολογείται η παρουσία του κράτους).

Σύμφωνα με την εύστοχη επισήμανση του Χάγεκ: «Η συμφωνία των ανθρώπων ότι πρέπει να υπάρχει κεντρικός προγραμματισμός, χωρίς να υπάρχει συμφωνία επί των στόχων που θα επιδιώξει αυτός, μοιάζει με μια ομάδα που συμφωνούν να κάνουν όλοι μαζί ένα ταξίδι, χωρίς όμως να έχουν συμφωνήσει πού θέλουν να πάνε».

* Δημοσιεύθηκε στο Φιλελεύθερο στις 23 Νοεμβρίου 2017.

Πέμπτη 23 Νοεμβρίου 2017

ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ: Το μεγάλο λάθος*

Ένα από τα προσφιλή συνθήματα των υποστηρικτών του κρατικού παρεμβατισμού διακόσια χρόνια τώρα είναι ότι δεν μπορεί να υπάρχει φτωχό κράτος και ταυτοχρόνως να ευημερούν οι πολίτες του. Με τη βοήθεια πολιτικών ομοϊδεατών τους έπεισαν τις κυβερνήσεις των δυτικών χωρών να επαυξήσουν το κράτος, είτε δημιουργώντας τον έναν κρατικό φορέα μετά τον άλλο είτε επεκτείνοντας την ενέργεια του κράτους σε τομείς που προηγουμένως ανήκαν στον κύκλο της ιδιωτικής οικονομίας. Οι κρατικοί φορείς δια της διαρκώς αυξανόμενης φορολογίας γιγαντώθηκαν συσσωρεύοντας δαπάνες επί δαπανών.
Οι προειδοποιήσεις συνετών οικονομολόγων, οι οποίοι προειδοποιούσαν τους πολιτικούς για τους κινδύνους που δημιουργεί η κρατική ελεφαντίαση τόσο για την ελευθερία των πολιτών όσο και για την ανεξαρτησία των κρατών, έμοιαζαν τραγικά παράταιρες μέσα στη γενική ευφορία που δημιουργούσε η διανομή στους πολλούς του πλούτου που παρήγαγαν οι ...άλλοι.
Από την οικονομική ιστορία προκύπτει όμως ότι το κράτος όσο κι αν μεγάλωσε δεν μπόρεσε ποτέ να ικανοποιήσει την ακόρεστη δίψα του για ακόμη μεγαλύτερη επέκταση. Και τούτο διότι η με το χρόνο αυξανόμενη κρατική γιγάντωση αφαιρούσε όλο και περισσότερους πόρους από την οικονομία καθώς αυξάνονταν οι αντιπαραγωγικοί φορείς του Δημοσίου και άνοιγε περισσότερο η όρεξη όσων συντηρούνταν απ’ αυτό.
Με την αύξηση του αριθμού των υπαλλήλων του κράτους βελτιώθηκε ‒δια της αφαιμάξεως της οικονομίας‒ και η οικονομική τους κατάσταση, ισχυροποιήθηκαν και οργανώθηκαν σε παντοδύναμες συντεχνίες επιβάλλοντας τις αξιώσεις τους στις εξαρτώμενες από αυτούς κυβερνήσεις. Τα κοινοβούλια με τη σειρά τους μεταβλήθηκαν σε απλούς διεκπεραιωτές των αξιώσεων των οργανωμένων συντεχνιών του Δημοσίου ψηφίζοντας φόρους επί φόρων για να καλυφθούν οι συνεχώς αυξανόμενες δημόσιες δαπάνες.
Τα αποτελέσματα του κρατικού πλουτισμού υπήρξαν παντού και πάντοτε το ίδιο ολέθρια:
‒ Παραγωγικά άτομα μεταβλήθηκαν σε μη παραγωγικούς κρατικούς υπαλλήλους,
‒ Ο έλεγχος από το κράτος όλο και μεγαλύτερου τμήματος της οικονομίας κατέστησε το τμήμα αυτό μη παραγωγικό και για τους πολίτες και για το κράτος,
‒ Αυξήθηκε υπέρμετρα ο δανεισμός των κρατών, καθώς ο διαρκώς συρρικνούμενος ιδιωτικός τομέας δεν επαρκούσε πλέον για να καλύψει τις αυξημένες ανάγκες του παρασιτικού κρατικού τομέα.

Αλλά και η λύση του προβλήματος υπήρξε παντού και πάντοτε η ίδια: Δραστική μείωση του κράτους.

* Δημοσιεύθηκε στο Φιλελεύθερο στις 22 Νοεμβρίου 2017

Τετάρτη 22 Νοεμβρίου 2017

ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ: Ο πραγματικός κίνδυνος για τη δημοκρατία *

Η αχίλλειος πτέρνα της δημοκρατίας είναι τα δημόσια οικονομικά. Οι πολιτικοί, οι οποίοι στην ιστορία των δημοκρατικών πολιτευμάτων αποδεδειγμένα ωφέλησαν τις χώρες τους, ήσαν όσοι αντιμετώπισαν με σκεπτικισμό κάθε νέα δημόσια δαπάνη και επιδίωξαν με κάθε δυνατό τρόπο τον περιορισμό των εξόδων του κράτους.
Είναι ανεξαίρετος κανόνας ότι μόνο με ισοσκελισμένο προϋπολογισμό η οικονομία μιας χώρας μπορεί να δώσει αληθινό πλεόνασμα, το οποίο με τη σειρά του είναι απαραίτητο ώστε:
‒ Να μειωθεί η φορολογία που απομυζά και καθιστά λιγότερο ανταγωνιστική την οικονομία.
‒ Να απελευθερωθούν περισσότερα κεφάλαια για την αύξηση της παραγωγής.
Στα δημοκρατικά ωστόσο πολιτεύματα, όπου οι φόροι επιβάλλονται με τυπικό νόμο που ψηφίζεται από την πλειοψηφία του εκλογικού σώματος ‒δια των αντιπροσώπων του βουλευτών‒ ο πειρασμός της επιβολής φορολογικών βαρών για την εκάστοτε κυβέρνηση εις βάρος της μειοψηφίας των πολιτών είναι μεγάλος καθώς έτσι διευρύνεται ο αριθμός των ευνοουμένων πελατών-ψηφοφόρων τους. Η δημόσια σπατάλη γίνεται υπέρ της πλειοψηφίας και πληρώνεται με τη χρήση του εξαναγκαστικού μηχανισμού του κράτους από τη μειοψηφία. Ο Τζον Στιούαρτ Μιλ έγραφε ότι «Ο λαός που ασκεί την εξουσία δεν είναι πάντα ο λαός επί του οποίου ασκείται αυτή η εξουσία.». Έχει επισημανθεί, ότι την αυλή των βασιλέων στις δημοκρατίες τείνουν να διαδεχθούν χιλιάδες μικρές αυλές ευνοουμένων ομάδων. O Αλέξης Ντε Τοκβίλ στο μνημειώδες έργο του «Η Δημοκρατία στην Αμερική» ήδη από τον 19ο αιώνα επισημαίνει ως μείζονα κίνδυνο για τη δημοκρατία τη σπατάλη του κράτους που υποδαυλίζουν κυρίως οι κοινωνικές τάξεις, τα κόμματα και οι προσοδοθηρικές ομάδες που κινούνται γύρω από αυτό.
Αντί τα κοινοβούλια να ελέγχουν τις δημόσιες δαπάνες και να αντιστέκονται στην αύξηση όσων είναι περιττές, εξωθούνται από τις κυβερνήσεις στο να εγκρίνουν ακόμη μεγαλύτερη σπατάλη. Η στατιστική  δείχνει ότι οι δημόσιες δαπάνες αυξάνονται όσο πλησιάζουν οι εκλογές, οπότε κι οι πλέον νουνεχείς των πολιτικών υποκύπτουν στην Κίρκη της αύξησης των δαπανών, άρα στην αύξηση των φόρων. Αυτό που αγνοούν όμως τόσο οι πολιτικοί όσο και οι πολυπληθείς πελάτες τους είναι ότι τα δημόσια οικονομικά έχουν ένα τρομερό τρόπο να εκδικούνται αργά ή γρήγορα όσους τα αγνοούν.

Η κατάσταση αυτή υπονομεύει το δημοκρατικό πολίτευμα.

* Δημοσιεύθηκε στο Φιλελεύθερο στις 21.11.2017

Οι δύο κανόνες

                              Από τα διδάγματα της ιστορίας μπορούμε να κατανοήσουμε τη σημασία που έχουν τα καλά δημόσια οικονομικά για την...