Τρίτη 28 Νοεμβρίου 2017

ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ: Ο κ. Προκομμένος και ο κ. Αργόσχογλου*

Η επιτυχία μιας φορολογικής πολιτικής εξαρτάται από τα κίνητρα για παραγωγική εργασία που δημιουργεί. Μολονότι ο φόρος εισοδήματος φυσικών προσώπων θεωρείται στις μέρες μας το πρότυπο έσοδο του κράτους και η κορωνίδα των αμέσων φόρων, εντούτοις κατά το μεγαλύτερο μέρος του (περίπου 70%) επιβάλλεται σε ένα μικρό μόνο αριθμό φορολογουμένων (8%). Στον φόρο εισοδήματος παρουσιάζεται και το μεγαλύτερο μέρος φαινομένων φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής.
Ο λόγος είναι απλός: με την προοδευτική κλίμακα φορολογίας δημιουργούνται μεγάλες αδικίες για τους πιο παραγωγικούς πολίτες και εισάγονται αρνητικά κίνητρα στην επαγγελματική και επιχειρηματική δράση.
Το παράδειγμα που ακολουθεί είναι ενδεικτικό της τεράστιας αδικίας που υπάρχει στον πυρήνα του φορολογικού μας συστήματος: 
Με το ισχύον σύστημα ο ελεύθερος επαγγελματίας κ. Προκομμένος με εισόδημα 100.000 ευρώ το χρόνο θα πληρώσει το 2017 φόρο εισοδήματος 44.351 ευρώ. Ο μισθωτός κ. Αργόσχογλου με εισόδημα 10.000 ευρώ το χρόνο και αφορολόγητο όριο 8.500 ευρώ, θα πληρώσει φόρο εισοδήματος 330 ευρώ. Δηλαδή ο Προκομμένος για εισόδημα 10 φορές μεγαλύτερο θα πληρώσει 134 φορές μεγαλύτερο φόρο από τον Αργόσχογλου.
Εάν αντιθέτως ίσχυε για όλα τα εισοδήματα και όλες τις κατηγορίες φορολογουμένων ένας ενιαίος φορολογικός συντελεστής, έστω 15% με ένα αφορολόγητο όριο για όλους τις 8.000 ευρώ, στο παραπάνω παράδειγμά μας ο μεν Προκομμένος θα πλήρωνε φόρο 14.250 ευρώ και ο Αργόσχογλου μόλις 300 ευρώ. Και πάλι ο Προκομμένος θα είχε πληρώσει 47,5 φορές μεγαλύτερο φόρο από τον Αργόσχογλου παρά το γεγονός ότι το εισόδημά του είναι μόλις 10 φορές μεγαλύτερο.
Ισχυρίζονται οι υποστηρικτές της προοδευτικής φορολογίας ότι με τον τρόπο αυτό επανορθώνεται η άνιση κατανομή του πλούτου. Αλλά στην πραγματικότητα η εξόφθαλμη αυτή αδικία λειτουργεί εις βάρος κάθε κινήτρου για παραγωγή και εργασία, εμποδίζει τη φορολογική συμμόρφωση και αποτρέπει ‒ειδικά τις πιο άπορες τάξεις‒ από την αποταμίευση.
Θα πρέπει να αποφασίσουμε, εάν θέλουμε ένα κράτος με πρότυπο τον Προκομμένο ή με πρότυπο τον Αργόσχογλου.
Οι αμείλικτοι οικονομικοί νόμοι αποδεικνύουν ότι χώρες που επιβαρύνουν δυσβάστακτα στο όνομα μιας μεταφυσικής κοινωνικής αναδιανομής τα άτομα που εισφέρουν περισσότερο από άλλα στο εγχώριο προϊόν, στο τέλος οδηγούν τους πιο παραγωγικούς πολίτες είτε στη μετανάστευση είτε στη φοροδιαφυγή.

* Δημοσιεύθηκε στο Φιλελεύθερο στις 27 Νοεμβρίου 2017


Παρασκευή 24 Νοεμβρίου 2017

ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ: Ιδιωτικοποιήσεις: ακόμα το σκεφτόμαστε;*

Έχουν περάσει εννέα χρόνια από τότε που ενέσκηψε η οικονομική κρίση και αμφιβάλλω εάν έχουμε συνειδητοποιήσει γιατί φθάσαμε ως εδώ.
Η αιτία του κακού υπήρξε το μεγάλο αντιπαραγωγικό κράτος σε όλες τις εκφάνσεις του: Κλειστά επαγγέλματα, φόροι υπέρ τρίτων, γραφειοκρατία, υψηλή φορολογία, αδιανόητες ρυθμίσεις στην αγορά εργασίας και αλλού, πολυδάπανες κρατικές επιχειρήσεις κ.λπ. Το περίεργο λοιπόν είναι ότι οι πολιτικοί που δημιούργησαν ή υποστήριξαν το μεγάλο κράτος ακόμη και σήμερα αρνούνται να κατανοήσουν το πρόβλημα.
Η λύση του προβλήματος είναι η άμεση απαγκίστρωση του κράτους από τις περισσότερες αντιπαραγωγικές ασχολίες του, οι οποίες όχι μόνο δεν δημιουργούν προστιθέμενη αξία στην οικονομία αλλά αποτελούν και το μεγαλύτερο βαρίδι για την ανάπτυξή της.
Οι ιδιωτικοποιήσεις είναι η μόνη πολιτική, η οποία εάν υιοθετηθεί θα επιτύχει ταυτοχρόνως τη δημοσιονομική εξυγίανση και την πολυπόθητη διατηρήσιμη ανάπτυξη. Δεν πρόκειται βεβαίως για δογματική διαπίστωση αλλά για παρατήρηση που επιβεβαιώνεται από την οικονομική επιστήμη και τεκμηριώνεται από τα εντυπωσιακά αποτελέσματα των ιδιωτικοποιήσεων τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες.
Με τις ιδιωτικοποιήσεις μειώνονται δραστικά οι κρατικές δαπάνες διευκολύνοντας τη δημοσιονομική σταθεροποίηση και παράλληλα επιταχύνεται η ανάπτυξη με την εντονότερη δραστηριοποίηση του ιδιωτικού τομέα στην οικονομία.
Το σημαντικότερο είναι ότι εκεί που ο κεντρικός σχεδιασμός αποτυγχάνει επειδή ακριβώς κατευθύνεται από ένα και μοναδικό δυσκίνητο γραφειοκρατικό κέντρο, που δεν είναι σε θέση να γνωρίζει ούτε το οικονομικό περιβάλλον ούτε τις επιλογές και προτιμήσεις των πολιτών και των επιχειρήσεων, οι ιδιωτικοποιήσεις επιτρέπουν στην οικονομία να προγραμματίζεται από εκατομμύρια κέντρα λήψης αποφάσεων χωρίς να χρειάζεται κάποια προηγούμενη συνεννόηση μεταξύ τους.
Ο λόγος είναι ότι σε μια ευρεία οικονομία η επιδίωξη κοινών σκοπών είναι κατά κανόνα αδύνατη στους περισσότερους τομείς της κοινωνικής οργάνωσης (εξαιρούνται ασφαλώς η άμυνα, η δημόσια τάξη, η δικαιοσύνη, η τήρηση του ανταγωνισμού, όπου δικαιολογείται η παρουσία του κράτους).

Σύμφωνα με την εύστοχη επισήμανση του Χάγεκ: «Η συμφωνία των ανθρώπων ότι πρέπει να υπάρχει κεντρικός προγραμματισμός, χωρίς να υπάρχει συμφωνία επί των στόχων που θα επιδιώξει αυτός, μοιάζει με μια ομάδα που συμφωνούν να κάνουν όλοι μαζί ένα ταξίδι, χωρίς όμως να έχουν συμφωνήσει πού θέλουν να πάνε».

* Δημοσιεύθηκε στο Φιλελεύθερο στις 23 Νοεμβρίου 2017.

Πέμπτη 23 Νοεμβρίου 2017

ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ: Το μεγάλο λάθος*

Ένα από τα προσφιλή συνθήματα των υποστηρικτών του κρατικού παρεμβατισμού διακόσια χρόνια τώρα είναι ότι δεν μπορεί να υπάρχει φτωχό κράτος και ταυτοχρόνως να ευημερούν οι πολίτες του. Με τη βοήθεια πολιτικών ομοϊδεατών τους έπεισαν τις κυβερνήσεις των δυτικών χωρών να επαυξήσουν το κράτος, είτε δημιουργώντας τον έναν κρατικό φορέα μετά τον άλλο είτε επεκτείνοντας την ενέργεια του κράτους σε τομείς που προηγουμένως ανήκαν στον κύκλο της ιδιωτικής οικονομίας. Οι κρατικοί φορείς δια της διαρκώς αυξανόμενης φορολογίας γιγαντώθηκαν συσσωρεύοντας δαπάνες επί δαπανών.
Οι προειδοποιήσεις συνετών οικονομολόγων, οι οποίοι προειδοποιούσαν τους πολιτικούς για τους κινδύνους που δημιουργεί η κρατική ελεφαντίαση τόσο για την ελευθερία των πολιτών όσο και για την ανεξαρτησία των κρατών, έμοιαζαν τραγικά παράταιρες μέσα στη γενική ευφορία που δημιουργούσε η διανομή στους πολλούς του πλούτου που παρήγαγαν οι ...άλλοι.
Από την οικονομική ιστορία προκύπτει όμως ότι το κράτος όσο κι αν μεγάλωσε δεν μπόρεσε ποτέ να ικανοποιήσει την ακόρεστη δίψα του για ακόμη μεγαλύτερη επέκταση. Και τούτο διότι η με το χρόνο αυξανόμενη κρατική γιγάντωση αφαιρούσε όλο και περισσότερους πόρους από την οικονομία καθώς αυξάνονταν οι αντιπαραγωγικοί φορείς του Δημοσίου και άνοιγε περισσότερο η όρεξη όσων συντηρούνταν απ’ αυτό.
Με την αύξηση του αριθμού των υπαλλήλων του κράτους βελτιώθηκε ‒δια της αφαιμάξεως της οικονομίας‒ και η οικονομική τους κατάσταση, ισχυροποιήθηκαν και οργανώθηκαν σε παντοδύναμες συντεχνίες επιβάλλοντας τις αξιώσεις τους στις εξαρτώμενες από αυτούς κυβερνήσεις. Τα κοινοβούλια με τη σειρά τους μεταβλήθηκαν σε απλούς διεκπεραιωτές των αξιώσεων των οργανωμένων συντεχνιών του Δημοσίου ψηφίζοντας φόρους επί φόρων για να καλυφθούν οι συνεχώς αυξανόμενες δημόσιες δαπάνες.
Τα αποτελέσματα του κρατικού πλουτισμού υπήρξαν παντού και πάντοτε το ίδιο ολέθρια:
‒ Παραγωγικά άτομα μεταβλήθηκαν σε μη παραγωγικούς κρατικούς υπαλλήλους,
‒ Ο έλεγχος από το κράτος όλο και μεγαλύτερου τμήματος της οικονομίας κατέστησε το τμήμα αυτό μη παραγωγικό και για τους πολίτες και για το κράτος,
‒ Αυξήθηκε υπέρμετρα ο δανεισμός των κρατών, καθώς ο διαρκώς συρρικνούμενος ιδιωτικός τομέας δεν επαρκούσε πλέον για να καλύψει τις αυξημένες ανάγκες του παρασιτικού κρατικού τομέα.

Αλλά και η λύση του προβλήματος υπήρξε παντού και πάντοτε η ίδια: Δραστική μείωση του κράτους.

* Δημοσιεύθηκε στο Φιλελεύθερο στις 22 Νοεμβρίου 2017

Οι δύο κανόνες

                              Από τα διδάγματα της ιστορίας μπορούμε να κατανοήσουμε τη σημασία που έχουν τα καλά δημόσια οικονομικά για την...