Παρασκευή 1 Δεκεμβρίου 2017

ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ: Η καμπύλη της ανάπτυξης*

Το 1974, ο καθηγητής των οικονομικών Άρθουρ Λάφερ στη διάρκεια ενός δείπνου με τους στενούς συνεργάτες του προέδρου Φορντ, Ντόναλντ Ράμσφελντ και Ντικ Τσένι, σε μια χαρτοπετσέτα εξήγησε στους ομοτράπεζούς του, με κατανοητό για την περίσταση τρόπο, την ομώνυμη καμπύλη του, αναπαριστώντας τη σχέση μεταξύ φορολογικών συντελεστών και φορολογικών εσόδων. Όταν το κράτος αυξάνει τους φορολογικούς συντελεστές του ‒από κάποιο ποσοστό και πάνω‒ δεν αποκομίζει αντίστοιχα έσοδα. Τουναντίον τα έσοδά του μειώνονται. Οι περισσότεροι φορολογούμενοι (φυσικά πρόσωπα και επιχειρήσεις) δεν έχουν κίνητρο ν’ αυξήσουν το εισόδημά τους και τις παραγωγικές επενδύσεις τους, όσοι έχουν τη δυνατότητα αλλάζουν φορολογική έδρα, κι άλλοι αναζητούν νόμιμους τρόπους να μην πληρώνουν φόρους και κάποιοι απλώς φοροδιαφεύγουν. Αντιθέτως, η μείωση των φόρων ενισχύει τα κίνητρα των ατόμων να εντείνουν την επαγγελματική τους προσπάθεια με αποτέλεσμα να αυξάνονται το εγχώριο προϊόν, η ιδιωτική αποταμίευση και τα δημόσια έσοδα.
Η συνέχεια δικαίωσε το Λάφερ. Από τους πρώτους μήνες της προεδρίας Ρήγκαν οι ΗΠΑ μείωσαν τον ανώτατο φορολογικό συντελεστή από 70% σε 28%. Ο ανώτατος φορολογικός συντελεστής εφαρμοζόταν το 1980 σε εισοδήματα άνω των διακοσίων χιλιάδων δολαρίων. Τον πρώτο χρόνο οι αντιδράσεις των υποστηρικτών των υψηλών φορολογικών συντελεστών ήταν έντονες. Στο τέλος της θητείας του πιο επιτυχημένου προέδρου της σύγχρονης ιστορίας των ΗΠΑ, ο αριθμός των φορολογουμένων που δήλωναν εισόδημα άνω των διακοσίων χιλιάδων είχε επταπλασιασθεί και τα φορολογικά έσοδα αντιστοίχως από 19 δισ. δολάρια το 1980 έφθασαν τα 100 δισ. δολάρια το 1988. Σήμερα στις ΗΠΑ θα θεωρούνταν τρελός κάποιος που θα ζητούσε αύξηση του ανώτατου συντελεστή της φορολογίας στα επίπεδα του 1980. Μάλιστα ο νέος υπουργός Οικονομικών Στίβεν Μνούσιν, με σκοπό την τόνωση της μικρομεσαίας και ατομικής επιχειρηματικότητας, προωθεί τη δραστική μείωση του ανώτατου συντελεστή από 39,6% στο μικρότερο κατά το δημοσιονομικά δυνατόν ποσοστό.

Από τη δεκαετία του ’80 μέχρι σήμερα η πολιτική της χαμηλής φορολογίας έχει ακολουθηθεί από τις περισσότερες χώρες, όταν έγινε πλέον συνείδηση, ότι η αυξημένη φορολογία αφαιμάσσει την οικονομία από τα κεφάλαια που χρειάζεται για να αναπτυχθεί, αποτελεί εμπόδιο στην προσέλκυση ξένων επενδύσεων και λειτουργεί ως έμμεση επιδότηση της οικονομίας εκείνων των χωρών που επιλέγουν μειωμένους φορολογικούς συντελεστές.

*Δημοσιεύθηκε στο Φιλελεύθερο στις 30 Νοεμβρίου 2017

Πέμπτη 30 Νοεμβρίου 2017

ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ: Η σκοτεινή πλευρά της δημοκρατίας*

Ο πρωθυπουργός συνόψισε με τη φράση του «Η δημοκρατία είναι εργαλείο επιβολής της θέλησης των πολλών» όλη τη μέχρι σήμερα πορεία της κυβέρνησής του και ξεκαθάρισε τις προθέσεις του για το μέλλον. Στις προθέσεις του κ. Τσίπρα δεν υπάρχει το κράτος δικαίου ή με άλλα λόγια η διάκριση εξουσιών, η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου, η ελευθερία της έκφρασης και οι συνταγματικές δικλίδες ασφαλείας στον αυταρχισμό των ολοκληρωτικών πλειοψηφιών. Μια τέτοια διαπίστωση μπορεί να ακούγεται σκληρή, αλλά αποδεικνύεται από τις συστηματικές πλέον κυβερνητικές επιθέσεις στις αποφάσεις των ανωτάτων δικαστηρίων και την «αλλεργική συμπεριφορά» που επιδεικνύουν οι περισσότεροι υπουργοί της κυβέρνησης σε ζητήματα νομιμότητας, ανεξάρτητων αρχών, ελευθερίας του τύπου κ.ο.κ. Η ανανεωτική αριστερά στην Ελλάδα υπήρξε για δεκαετίες υπέρμαχος της συνταγματικής προστασίας των δικαιωμάτων του ατόμου. Αυτή την παράδοση διακόπτει η κυβερνώσα αριστερά, που θα πρέπει να θυμίσω ότι είχε υποσχεθεί στους πολίτες ότι θα ήταν κάθε λέξη του Συντάγματος κι έφθασε στο σημείο κάθε φορά που νομοθετεί να αναζητεί λεξικό συνταγματικών όρων...
Επί της ουσίας. Υπάρχουν πράγματι πολλές μορφές δημοκρατίας. Η δημοκρατία ως πολίτευμα έχει κι αυτή ελαττώματα. Ιδίως όταν λειτουργεί χωρίς κανόνες που θέτουν περιορισμούς στην αυθαιρεσία της πλειοψηφίας. Μια τέτοια δημοκρατία χωρίς θεσμικούς περιορισμούς πολύ γρήγορα μπορεί να εξελιχθεί στη χειρότερη μορφή τυραννίας. Ο λόγος έχει να κάνει με την άγνοια των εκβάσεων του πολιτικού ανταγωνισμού. Η δημοκρατία είναι φύσει ευάλωτο πολίτευμα. Χωρίς ασφαλιστικές δικλίδες επιτρέπει στους αντιπάλους της να την καταργήσουν. Οι αυξημένης τυπικής ισχύος κανόνες του Συντάγματος υπάρχουν για να αποτρέψουν την κατάλυση της δημοκρατίας από μια πρόσκαιρη αυταρχική πλειοψηφία. Το σημαντικότερο, οι συνταγματικοί κανόνες θωρακίζουν και μεγιστοποιούν το ποσοστό της ελευθερίας του ατόμου. Δεν οδηγούν στη «γη της επαγγελίας» και προτάσσουν αντί της ακαθόριστης «λαϊκής βούλησης» τα πληθυντικά εγώ.
Θα ήταν χρήσιμο να υπενθυμίσουμε στον πρωθυπουργό το επιχείρημα του Ελευθερίου Βενιζέλου στις αντιδράσεις για την ίδρυση του Συμβουλίου της Επικρατείας: «(...) Και δεν σας πτοεί ακριβώς το εντελώς απεριόριστον μιας κυβερνήσεως συρούσης όπισθεν αυτής κραταιάν πλειονοψηφίαν και μη εχούσης τίποτ’ αντίρροπον, δεν σας πτοεί ότι εντεύθεν δύναται να καταπατή τα δικαιώματα των πολιτών και τα συμφέροντα αυτών;».

* Δημοσιεύθηκε στο Φιλελεύθερο στις 29 Νοεμβρίου 2017.

Τετάρτη 29 Νοεμβρίου 2017

ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ: Kαι την πίτα (του φορολογουμένου) ολόκληρη και το σκύλο (κράτος) χορτάτο*

Η προοδευτική φορολογία έχει αποτύχει παντού. Ακόμη κι εκεί που οι φορολογικοί συντελεστές δεν είναι τόσο υψηλοί. Τα κράτη της Δύσης προσπαθούν τρεις δεκαετίες τώρα να κρατήσουν «άταφο το πτώμα της» για να μην παραδεχθούν επί της αρχής την αποτυχία του συστήματος. Αναβάλλουν το τέλος με συνεχείς μειώσεις των φορολογικών συντελεστών και του αριθμού τους. Αλλά το κύριο πρόβλημα της προοδευτικής φορολογίας δεν είναι τόσο το ύψος ή ο αριθμός των συντελεστών της, αλλά η αδικία που ενυπάρχει στην αντίληψη ότι: χρησιμοποιώ τη φορολογία για να τιμωρήσω όσους πολίτες είναι αποδοτικότεροι και συνεισφέρουν περισσότερο στην παραγωγή του εθνικού προϊόντος από τους άλλους. Αυτή τη θεσμοθετημένη ληστεία, η οποία εκτός των άλλων καταστρέφει κάθε κίνητρο δημιουργίας και προόδου, την ονομάζουν κατ’ ευφημισμόν «αναδιανομή μέσω των φόρων υπέρ των απορότερων στρωμάτων».
Όμως η δημόσια οικονομία και το φορολογικό σύστημα θα πρέπει να επιβραβεύουν κατά τον Άνταμ Σμιθ την «ενιαία, καθαρή και αδιάκοπη προσπάθεια κάθε ανθρώπου να βελτιώσει την κατάστασή του».
Η θέσπιση ενιαίου φορολογικού συντελεστή στη φορολογία εισοδήματος φυσικών προσώπων έχει επιτύχει αυτό το σκοπό. Κατάφερε, όπου εφαρμόστηκε, επιβραβεύοντας στην πράξη τους πιο παραγωγικούς πολίτες να ενθαρρύνει τη νόμιμη απόκτηση πλούτου και την αποταμίευσή του. Για την οικονομία αυτό είχε ως αποτέλεσμα αύξηση του εγχωρίου προϊόντος, επενδύσεις, αποτελεσματικότερη είσπραξη του φόρου εισοδήματος και αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής.
Κάθε χρόνο αυξάνεται ο αριθμός των χωρών που υιοθετούν αναλογική φορολογία στη θέση της προοδευτικής. Χαρακτηριστικά παραδείγματα: η Εσθονία με 21%, η Ουγγαρία με 16%, η Λιθουανία με 15%, η FYROM με 10%, το Καζακστάν με 10%, η Ρωσία με 13%, η Ουκρανία με 15%, η Λετονία με 25%, η Βουλγαρία με 10% κ.ο.κ. Επίσης στις ΗΠΑ η ιδέα της αναλογικής φορολογίας κερδίζει συνεχώς έδαφος και εφαρμόζεται ήδη σε αρκετές Πολιτείες, όπως το Κολοράντο, το Μίσιγκαν, η Αλμπέρτα, το Ιλινόις κ.λπ.
Η καθιέρωση ενιαίου φορολογικού συντελεστή θα συνιστούσε για την Ελλάδα επαναστατική μεταρρύθμιση με ανυπολόγιστα οφέλη, στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, στη δημοσιονομική εξυγίανση κ.ο.κ. Η κυριότερη επίπτωση όμως θα ήταν η αλλαγή της ιδεολογικής ισορροπίας από τη δημόσια οικονομία του φθόνου σ’ αυτή της ατομικής δημιουργίας.

* Δημοσιεύθηκε στο Φιλελεύθερο στις 28 Νοεμβρίου 2017.

Τρίτη 28 Νοεμβρίου 2017

ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ: Πρώτα σας φτωχοποιούμε κι ύστερα σας επιδοτούμε*

O σοσιαλισμός μπορεί να συνοψισθεί στο εξής: «Ό,τι κινείται στην οικονομία φορολογήστε το. Εάν εξακολουθεί να κινείται θεσπίστε πρόσθετες ρυθμίσεις και φορολογήστε το επιπλέον. Εάν παύσει να κινείται επιδοτήστε το».
Αυτό το απόφθεγμα μου θυμίζει η πρόθεση της κυβέρνησης να διανείμει από το «υπερπλεόνασμα» που θα προκύψει, κοινωνικό μέρισμα 1,4 δισ. ευρώ σε ευπαθείς οικονομικά ομάδες.
Η θλιβερή διαπίστωση είναι ότι μοιράζουν λεφτά από ένα πλεόνασμα που δεν προέκυψε από την ανάκαμψη της οικονομίας αλλά από τρεις κυρίως αιτίες:
Α)        Την εξοντωτική υπερφορολόγηση των πολιτών και των επιχειρήσεων.
Β)        Την μη καταβολή συντάξεων που εκκρεμούν πλέον των δύο ετών.
Γ)         Την μη πληρωμή υποχρεώσεων του κράτους.
Ειδικότερα:
Α.        Για να γίνει κατανοητό το μέγεθος της υπερφορολόγησης το 2017, με ΑΕΠ μικρότερο από 180 δισ. ευρώ οι φορολογούμενοι θα πληρώσουν 2,5 δισ. ευρώ περισσότερους φόρους από το 2007 όταν το ΑΕΠ της χώρας ήταν 223,2 δισ. ευρώ. Την ίδια στιγμή το εισόδημα των φορολογουμένων το 2016, όπως προκύπτει από τα επίσημα στοιχεία του Υπουργείου Οικονομικών μειώθηκε κατά 1,8 δισ. ευρώ. Για το 2017 η μείωση των εισοδημάτων αναμένεται μεγαλύτερη.
Β.        Η κυβέρνηση καθυστερεί εδώ και δύο χρόνια την έγκριση συντάξεων που συνολικά αγγίζουν τα 3 δισ. ευρώ. Με τη μέθοδο αυτή διογκώνεται πλασματικά το πρωτογενές πλεόνασμα τουλάχιστον κατά 1,5 δισ. ευρώ (το ποσό που οφείλει για τις κύριες συντάξεις).

Γ.         Το κράτος οφείλει περισσότερα από 5 δισ. ευρώ στον ιδιωτικό τομέα. Στο ποσό αυτό πρέπει να προστεθούν και 1,9 δισ. ευρώ μη λογιστικοποιημένο χρέος του Δημοσίου προς την αγορά σύμφωνα με επίσημες ανακοινώσεις της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων. 

Η κυβέρνηση με πλασματικό πλεόνασμα τουλάχιστον κατά 3,4 δισ. ευρώ, διανέμει χρήματα που δεν έχει, ενώ την ίδια στιγμή οφείλει 10 δισ. ευρώ, σε συνταξιούχους που πένονται, σε φορολογούμενους που έχουν προ πολλού εξαντληθεί, σε επιχειρήσεις που οδηγούνται από το κράτος-μπαταχτσή σε κλείσιμο και οι εργαζόμενοί τους στην ανεργία. Πρώτα φτωχοποιούμε κι ύστερα επιδοτούμε.

Και μια τελική υπενθύμιση, οι οικονομολόγοι του 19ου αιώνα επικρίνοντας τις άστοχες κοινωνικές δαπάνες κάποιων «φιλολαϊκών» κυβερνήσεων, παρατηρούσαν ότι «βρίσκει κανείς όσους φτωχούς επιθυμεί, αρκεί να τους πληρώνει».

* Δημοσιεύθηκε στο Φιλελεύθερο στις 24 Νοεμβρίου 2017

Οι δύο κανόνες

                              Από τα διδάγματα της ιστορίας μπορούμε να κατανοήσουμε τη σημασία που έχουν τα καλά δημόσια οικονομικά για την...