Παρασκευή 22 Δεκεμβρίου 2017

ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ: ΠΟΙΟΣ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΕΙ ΤΟΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟ*

Πώς θα σας φαινόταν αν η κυβέρνηση αύριο το πρωί αποφάσιζε ν’ αυξήσει τις τιμές όλων των αγαθών για να στηρίξει τις ελληνικές επιχειρήσεις; Ή εάν διατηρούσε μεν τις τιμές αλλά μας υποχρέωνε να αγοράζουμε βάσει κάποιου «φωτισμένου» κρατικού σχεδίου συγκεκριμένες ποσότητες αγαθών και υπηρεσιών;
Όλοι θα απαντήσουν με ένα στόμα: ‒ Παράλογο! Η κερδοφορία των επιχειρήσεων δεν μπορεί να επιτευχθεί με την αναγκαστική διατίμηση, την υποχρεωτική αύξηση της ζήτησης και άλλα τέτοιου είδους αναγκαστικά μέτρα χωρίς τρομερές συνέπειες στην οικονομία.
Δεν θα πάρουμε όμως την ίδια κατηγορηματική απάντηση στην περίπτωση των προστατευτικών ρυθμίσεων της αγοράς εργασίας. Εδώ θα υπάρξουν αρκετοί που θα υποστηρίξουν τον κατώτατο μισθό και ημερομίσθιο, τις ρυθμίσεις που καθιστούν εξαιρετικά δυσχερή την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, τις υψηλές αποζημιώσεις απόλυσης και τόσες άλλες ρυθμίσεις που αυξάνουν υπέρογκα το κόστος παραγωγής χωρίς όμως να αυξάνουν την παραγωγικότητα των εργαζομένων. Τουναντίον.
Στην Ελλάδα οι εργοδότες αναλαμβάνουν τις περισσότερες και πλέον δυσβάστακτες εργασιακές δεσμεύσεις σε σχέση με όλες τις άλλες προηγμένες χώρες. Η ελληνική εργατική νομοθεσία θεωρεί τον εργαζόμενο δικαιοπρακτικά περιορισμένης ικανότητας άτομο, που δεν είναι σε θέση να διαπραγματευτεί ο ίδιος τους όρους της εργασίας του και χρειάζεται το κράτος-πατερούλη να τον προστατεύσει. Όσο όμως περισσότερο επιχειρεί το κράτος να τον προστατεύσει τόσο οι αρχικά αόρατες ‒στα μάτια των πολλών‒ συνέπειες αρχίζουν να γίνονται επώδυνα ορατές, επιδρούν στην παραγωγικότητα και οδηγούν σε αύξηση της ανεργίας. Η «προστατευτική» νομοθεσία έχει ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα τη μακροχρόνια ανεργία. Η εξήγηση είναι απλή για κάποιον ο οποίος τουλάχιστον έχει εργαστεί ή γνωρίζει πολιτική οικονομία. Ο προστατευτισμός και οι ευνοϊκές ρυθμίσεις της εργατικής νομοθεσίας σε συνδυασμό με την υπέρμετρη φορολογική και ασφαλιστική επιβάρυνση καθιστούν:
Α) την πρόσληψη εργαζομένου υπερβολικά ακριβή για την επιχείρηση. Ας μην ξεχνάμε ότι στην πραγματική οικονομία το εισόδημα κάποιου αποτελεί κόστος για κάποιον άλλον.
Β) Την απόλυση του εργαζομένου εξαιρετικά δύσκολη και ιδιαίτερα δαπανηρή ειδικά για τη μικρομεσαία επιχείρηση.
Η υπερπροστατευτική εργατική νομοθεσία έχει λοιπόν ως συνέπεια, η οικονομία να λειτουργεί σήμερα με λιγότερους εργαζομένους από όσους πραγματικά χρειάζεται. Αντιθέτως, ένα καθεστώς ελευθερίας στην αγορά εργασίας θα οδηγούσε σε περιορισμό των κινδύνων για τις επιχειρήσεις και αύξηση των προσλήψεων.

* Δημοσιεύθηκε στο Φιλελεύθερο στις 21 Δεκεμβρίου 2017.


ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ:«Για τον εργαζόμενο» χωρίς τον εργαζόμενο;*

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία η ανεργία κινείται κοντά στο 21,5%. Η κυβέρνηση πανηγυρίζει για τη μείωση της ανεργίας μολονότι το ποσοστό της παραμένει υπερδιπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Η μείωση της ανεργίας δεν οφείλεται στην οικονομική πολιτική της κυβέρνησης αλλά κατά κύριο λόγο στη μαζική μετανάστευση των νέων επιστημόνων και στη στροφή των επιχειρήσεων προς ευέλικτες μορφές εργασίας και τις επιχειρησιακές συμβάσεις.
Ας σταθούμε στο τελευταίο. Υπενθυμίζω ότι με τις νομοθετικές αλλαγές που επέφερε το πρώτο Μνημόνιο υπερισχύουν οι όροι της συμφωνίας της επιχείρησης με τους εργαζομένους της σε περίπτωση που αυτοί συγκρούονται με τους όρους άλλων κλαδικών ή ομοιοεπαγγελματικών συμβάσεων. Η αυτονομία των επιχειρησιακών συμβάσεων οδήγησε επιχειρήσεις και εργαζόμενους σε χειραφέτηση έναντι των αναγκαστικών συλλογικών συμβάσεων. Την τελευταία εξαετία το 94,2% των συλλογικών συμβάσεων είναι επιχειρησιακές. Ωστόσο δεν είναι λίγοι εκείνοι που ζητούν την επαναφορά της πατρωνίας των κομματικά ελεγχόμενων συνδικαλιστικών δικτύων επί των εργαζομένων.
Γιατί όμως θα πρέπει οι εργαζόμενοι να καταστούν ξανά όμηροι στα χέρια των επαγγελματιών συνδικαλιστών. Γιατί δεν μπορούν να αποφασίζουν οι ίδιοι για το εργασιακό τους μέλλον; Μα η προστασία είναι τάχα για το «καλό» των εργαζομένων, το οποίο η Αριστερά, τα συνδικάτα και οι διανοούμενοι του κρατικισμού διατείνονται ότι γνωρίζουν καλύτερα από τους ίδιους τους εργαζόμενους.
Το δυσάρεστο για όσους επιμένουν στην επιστροφή της πατρωνίας των εργαζομένων από τους επαγγελματίες συνδικαλιστές είναι η ...πραγματικότητα. Σε όλες τις προηγμένες χώρες οι επιχειρησιακές συμβάσεις υπερισχύουν των άλλων ειδών συλλογικών συμβάσεων για τους εξής κυρίως λόγους:
‒ Βοηθούν την καινοτομία και την επιχειρηματική δημιουργικότητα, επιτρέπουν την ταχύτατη προσαρμογή της επιχείρησης στις ανάγκες της παραγωγής·
‒ Κάνουν πιο ανθεκτικές τις επιχειρήσεις στον ανταγωνισμό και στις εξωτερικές μεταβολές (οικονομικές συνθήκες, μείωση ζήτησης κ.ο.κ.)·
‒ Αυξάνουν τις θέσεις εργασίας και βοηθούν στη μείωση της ανεργίας· και
‒ Σε αντίθεση με τους συνδικαλιστικούς μύθους διευκολύνουν την οργάνωση των εργαζομένων και είναι ανταγωνιστικές των ατομικών συμβάσεων καθώς η σύναψή τους προϋποθέτει τη λειτουργία επιχειρησιακού σωματείου.


«Η πιο φιλεργατική πολιτική είναι αυτή που τείνει στην αύξηση της παραγωγικότητας και στην ανάπτυξη της οικονομίας». Αυτό δήλωσε σε μια σπάνια κρίση ειλικρίνειας ο Ανδρέας Παπανδρέου το μακρινό 1982.

*Δημοσιεύθηκε στο Φιλελεύθερο στις 20 Δεκεμβρίου 2017.

Τετάρτη 20 Δεκεμβρίου 2017

ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ: Τα μαμούθ δεν αγαπούν τον ανταγωνισμό *

Το 1889 δύο Γερμανοί μετανάστες ίδρυσαν στη Νέα Υόρκη την εταιρεία Keuffel & Esser, πιο γνωστή ως K & E. Η εταιρεία παρήγαγε όργανα σχεδίου για σχεδιαστές, μηχανικούς και αρχιτέκτονες, διαστημόμετρα, διαβήτες, έπιπλα κ.ο.κ. Φημισμένες ήταν ακόμη οι μηχανές χάραξης διαφανειών της K & E και κάτι πρωτοποριακές για την εποχή τους μηχανές, με τις οποίες μπορούσες να βρεις την τετραγωνική ρίζα, να κάνεις πολλαπλασιασμούς κ.λπ. Αυτές οι μηχανές είναι σήμερα συλλεκτικές. Το ιστορικό κτίριο γραφείων της εταιρείας στον αριθμό 27 της οδού Φούλτον στο Μανχάταν αποτελεί ένα από τα μνημεία της Νέας Υόρκης. Στα τέλη της δεκαετίας του ’60 η εταιρεία κατείχε το μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς. Τότε δημοσίευσε μια μελέτη που επιχειρούσε να προβλέψει πώς θα ήταν ο κόσμος εκατό χρόνια μετά. Δεν κατάφερε όμως να προβλέψει την εφεύρεση της ηλεκτρονικής αριθμομηχανής στις αρχές της δεκαετίας του ’70, η οποία έβαλε στο «χρονοντούλαπο της ιστορίας» τα πολυδιαφημισμένα και καταπληκτικά ‒κατά τα άλλα‒ προϊόντα της εταιρείας. Η K & E έκλεισε στα μέσα της δεκαετίας του ’70.
Η ιστορία της K & E και τόσων άλλων επιχειρηματικών μαμούθ της εποχής τους διδάσκει ότι κανείς παραγωγός, όσο μεγάλος κι αν είναι δεν μπορεί να κοιμάται ήσυχος στην ελεύθερη αγορά. Πρέπει διαρκώς να καινοτομεί και να βρίσκει συνεχώς τρόπους να κρατά ευχαριστημένους τους καταναλωτές. Το κέρδος του παραγωγού είναι η ανταμοιβή του για την ικανοποίηση των προτιμήσεων και των επιθυμιών των καταναλωτών του. Εάν ήταν να επιλέξουν οι καταναλωτές μεταξύ των προϊόντων δύο παραγωγών, όπου ο πρώτος διακήρυσσε τον αλτρουισμό, την αγάπη και την «εταιρική κοινωνική ευθύνη» και ο δεύτερος αγωνιούσε μήπως μειωθούν οι πωλήσεις του, η κατά κανόνα καλύτερη και ασφαλέστερη επιλογή για τους καταναλωτές είναι να εμπιστευτούν τα προϊόντα του δεύτερου. Γιατί ο δεύτερος θα προσφέρει καλύτερα προϊόντα σε χαμηλότερες τιμές στους καταναλωτές για να τον προτιμήσουν. Μπορεί κι αυτός να είναι αλτρουιστής και να αγαπά τους συνανθρώπους του. Αλλά η δύναμη της αγοράς σημαίνει ότι ο παραγωγός δεν χρειάζεται να σε αγαπά για να σε υπηρετεί και να σου προσφέρει ό,τι επιθυμείς. Το κέρδος του είναι απλά η απόδειξη ότι το πέτυχε.

* Δημοσιεύθηκε στο Φιλελεύθερο στις 19 Δεκεμβρίου 2017.


Οι δύο κανόνες

                              Από τα διδάγματα της ιστορίας μπορούμε να κατανοήσουμε τη σημασία που έχουν τα καλά δημόσια οικονομικά για την...