Σάββατο 16 Ιουνίου 2018

Το αδιέξοδο και η λύση*

Με την ψήφιση του πολυνομοσχεδίου την περασμένη Τετάρτη η χώρα εισέρχεται σε έναν καινούργιο οικονομικό κύκλο που θα διαρκέσει περίπου έως το τέλος του 2023. Το κύριο χαρακτηριστικό του κύκλου αυτού θα είναι η συνέχιση της δημοσιονομικής προσαρμογής που ξεκίνησε το 2010, με έμφαση κατά κανόνα σε ακόμη μεγαλύτερη αύξηση της φορολογίας και σε ακόμη μεγαλύτερη μείωση της ζήτησης. Με περίπου 40 δισ. ευρώ επιπλέον δημόσιο χρέος (εσωτερικό και εξωτερικό), αποκλειστικά «Έργο Τσίπρα», είναι αυτονόητο ότι οι τόκοι του χρέους αγγίζουν το 3,5% του ΑΕΠ και σχεδόν εκμηδενίζουν το πρωτογενές πλεόνασμα.
Το αποτέλεσμα της αύξησης ή έστω της διατήρησης στα σημερινά επίπεδα της φορολογίας έχει ως συνέπεια την επιβάρυνση της οικονομίας (των ισολογισμών επιχειρήσεων και νοικοκυριών). Με τους φόρους και τις ασφαλιστικές εισφορές να αυξάνονται ‒σε αντίθεση με όλες τις άλλες χώρες του ΟΟΣΑ‒ το αποτέλεσμα θα είναι η περαιτέρω μείωση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας και η περαιτέρω συρρίκνωση της φορολογικής βάσης. Η τελευταία θα εκδηλωθεί ποικιλοτρόπως, με εκπατρισμό νέων επιστημόνων, εύρωστων επιχειρήσεων, με πτωχεύσεις των οριακών «παικτών» της αγοράς και με αύξηση των περιπτώσεων της φοροαποφυγής, της φοροδιαφυγής και της φορολογικής απάτης.
Ενόψει αυτών των κινδύνων η κυβέρνηση επιδιώκει στη διαπραγμάτευση με τους Θεσμούς με κάθε τρόπο και ως απόλυτη προτεραιότητα την ελάφρυνση του δημοσίου χρέους. Για μια ακόμη φορά η κυβέρνηση δεν επιθυμεί να κατανοήσει ότι το κρίσιμο ζητούμενο για την ελληνική οικονομία είναι η ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας και της παραγωγικής δυναμικότητας της ελληνικής οικονομίας. Οι επενδυτές αποφεύγουν την Ελλάδα όχι γιατί έχει υψηλό δημόσιο χρέος, αλλά επειδή δεν έχουν εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση ότι θα υλοποιήσει ένα πακέτο μεταρρυθμίσεων που θα αυξήσουν επενδύσεις και εξαγωγές. Η ελάφρυνση του χρέους χωρίς μεταρρυθμίσεις, και με αριστερούς λαϊκιστές στο τιμόνι του κράτους, θα ήταν καταστροφική καθώς θα οδηγούσε εκ νέου σε πελατειακές διευκολύνσεις διαφόρων συντεχνιών και προσοδοθηρικών ομάδων, ψηφοθηρικές παροχές και αργά ή γρήγορα σε νέα ελλείμματα. Αντιθέτως, η ελάφρυνση του χρέους θα ήταν επιθυμητή μόνο εάν συνδυαζόταν με μεταρρυθμίσεις που στοχεύουν στο άνοιγμα των αγορών, σε μείωση του κράτους, σε άρση των κανονιστικών εμποδίων της οικονομίας και σε ιδιωτικοποιήσεις. Όλα όσα δηλαδή έχει η κυβέρνηση δεσμευθεί να υλοποιήσει σύμφωνα με το τρέχον πρόγραμμα και δεν πράξει ακόμη.
Για να καταστεί η ελληνική οικονομία ανταγωνιστική και για να αποκτήσει την παραγωγική βάση που θα επιτρέψει την παραγωγή διεθνώς εμπορεύσιμων προϊόντων χρειάζεται:
‒ λιγότερους φόρους, περισσότερους πόρους δηλαδή για την παραγωγική και όχι την παρασιτική οικονομία.
‒ μικρότερη γραφειοκρατία, άρα καλύτερες υπηρεσίες και μικρότερο κόστος σε χρόνο και χρήμα για την επιχειρηματική δραστηριότητα και τη ζωή των πολιτών.

‒ ιδιωτικοποιήσεις, οι οποίες θα μειώσουν τις κρατικές δαπάνες διευκολύνοντας τη δημοσιονομική προσαρμογή και θα επιταχύνουν την ανάπτυξη με την εντονότερη δραστηριοποίηση του ιδιωτικού τομέα και τη δημιουργία συνθηκών ανταγωνισμού στην οικονομία.

*Δημοσιεύθηκε στον Φιλελεύθερο στις 15 Ιουνίου 2018.

Παρασκευή 8 Ιουνίου 2018

Ασφαλιστικό: Πρόβλημα ή ευκαιρία;*

Ήταν Νοέμβριος του 2004 όταν ο Μίμης Ανδρουλάκης εξέδωσε το βιβλίο «Βαμπίρ και κανίβαλοι». Σαν «βαμπίρ» στο βιβλίο παρουσιάζονται οι συνταξιούχοι και σαν «κανίβαλοι» οι γενιές που βρίσκονται στην παραγωγή. Η σύγκρουση θα επισυμβεί όταν το κράτος αναγκαστεί για να αντιμετωπίσει τις άμεσες ανάγκες του να αθετήσει τις πλουσιοπάροχες και πελατειακές υποσχέσεις που έδωσε δεκαετίες πριν σε όλους τους ασφαλισμένους και να περικόψει συντάξεις. Είναι αναπόφευκτη, όπως πιστεύει ο συγγραφέας και πολλοί ακόμη έγκριτοι συγγραφείς, η σύγκρουση των γενεών λόγω των προβλημάτων διαγενεαλογικής αδικίας των ασφαλιστικών συστημάτων;
Ας δούμε συνοπτικά τα στοιχεία:
‒ Το ελληνικό κράτος, με σοβαρή παρούσα και μελλοντική αδυναμία πληρωμών των υποχρεώσεών του πληρώνει περίπου τα 3/5 των συντάξεων από τον κρατικό προϋπολογισμό. Γύρω στο 10% του προϋπολογισμού είναι η ετήσια επιδότηση του κράτους για να καλυφθούν τα ελλείμματα του ασφαλιστικού συστήματος. Η επιδότηση αυτή στερεί πολύτιμα κεφάλαια από την οικονομία αφού προέρχεται από φόρους και περιορισμό του προγράμματος των δημοσίων επενδύσεων.
‒ Τα υπόλοιπα 2/5 των συντάξεων προέρχονται από τις υπέρογκες εισφορές που πληρώνουν εργαζόμενοι και επιχειρήσεις σε μια διαρκώς συρρικνούμενη οικονομία.
Δεν χρειάζονται πολλές γνώσεις οικονομικών για να αντιληφθεί κανείς ότι το σημερινό ασφαλιστικό σύστημα είναι μια από τις βασικές αιτίες –αν όχι η βασικότερη‒ της οικονομικής ύφεσης και εκείνο που με τη σειρά του επηρεάζεται περισσότερο από την κρίση που το ίδιο προκαλεί.
Στα παραπάνω επισημαίνω:
‒ Οι συνταξιούχοι σήμερα είναι περίπου το 24,5% του πληθυσμού της χώρας. Οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα, μαζί με τους αυτοαπασχολούμενους και τους ελεύθερους επαγγελματίες, δεν ξεπερνούν το 25% του πληθυσμού της χώρας. Η αναλογία συνταξιούχων - εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα είναι σχεδόν 1 προς 1,07.
‒ Η παρούσα αξία των υποχρεώσεων του ασφαλιστικού συστήματος στους σημερινούς συνταξιούχους υπερβαίνει με μετριοπαθείς υπολογισμούς το 150% του ΑΕΠ.
Εξαιτίας του ασφαλιστικού τα βάρη που συσσωρεύονται στην οικονομία είναι περισσότερη φορολογία (φόροι και εισφορές), περισσότερη γραφειοκρατία, αποθάρρυνση επενδυτικού κλίματος, υπονόμευση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας, εισφοροδιαφυγή.
Η μεταρρύθμιση Κατρούγκαλου για λόγους που δεν υπάρχει χώρος να αναπτυχθούν εδώ, απέτυχε πλήρως στο να βελτιώσει το ασφαλιστικό, καθώς δεν άλλαξε ούτε στο ελάχιστο την αρχιτεκτονική του παλιού συστήματος. Αυτό παρέμεινε δημόσιο και αναδιανεμητικό, με την αρχιτεκτονική του όμοια με το αρχικό σχέδιο της δεκαετίας του 1950. «Επέτυχε» βεβαίως να αυξήσει την εισφοροδιαφυγή επιχειρώντας τη διεύρυνση της βάσης των εισφορών μετατρέποντας τους πάντες σε μισθωτούς.
Στο αρχικό ερώτημα λοιπόν, η απάντηση με βάση τα στοιχεία που αναφέραμε, είναι ότι εάν το ασφαλιστικό δεν μεταρρυθμισθεί ριζικά, η σύγκρουση των γενεών είναι αναπόφευκτη και αυτή θα συμπαρασύρει οτιδήποτε άλλο έχει μείνει όρθιο στην οικονομία και στην κοινωνία. 
Πώς μπορεί το ασφαλιστικό από μείζον πρόβλημα να γίνει το εφαλτήριο της οικονομικής ανάπτυξης της χώρας; Η απάντηση είναι καταφατική, υπό την προϋπόθεση να εγκαταλείψουμε το ξεπερασμένο μοντέλο που οδηγεί ταυτόχρονα στον βυθό της χρεοκοπίας ασφαλιστικά ταμεία και οικονομία.
Το νέο σύστημα θα πρέπει να είναι αντιγραφειοκρατικό και ευέλικτο, στηριγμένο στους εξής πυλώνες:
‒ Πρώτος πυλώνας, βασική εθνική σύνταξη για όλους όσους κατοικούν στην Ελλάδα για 25 χρόνια και έχουν συμπληρώσει το 67ο έτος της ηλικίας τους. Η σύνταξη θα καταβάλλεται αυτόματα χωρίς γραφειοκρατικές εμπλοκές τον επόμενο μήνα από τα εξηκοστά έβδομα γενέθλια του δικαιούχου. Η βασική εθνική σύνταξη θα πρέπει να είναι ίση τουλάχιστον με τον κατώτατο μισθό.
‒ Δεύτερος πυλώνας, ιδιωτικά ασφαλιστικά ταμεία, στα οποία η συμμετοχή θα είναι προαιρετική και οι εισφορές που θα κατατίθενται σ’ αυτά θα αποτελούν περιουσία του ασφαλισμένου (κεφαλαιοποιητικό σύστημα). Ο ασφαλισμένος θα μπορεί οποτεδήποτε να μεταπηδήσει σε άλλο ταμείο μεταφέροντας στο καινούργιο τις εισφορές που μέχρι τη στιγμή εκείνη έχει καταβάλει. Ο ασφαλισμένος δεν επιτρέπεται να αναλάβει τις εισφορές του πριν συμπληρώσει ένα ηλικιακό όριο. Υπάρχει υποχρεωτική αντασφάλιση των ιδιωτικών ταμείων, τα οποία τελούν υπό κρατική εποπτεία. Οι εισφορές στα ταμεία μέχρις ενός καθορισμένου ορίου εκπίπτουν από το φορολογητέο εισόδημα του ασφαλισμένου.
‒ Τρίτος πυλώνας, η αμιγώς ιδιωτική ασφάλιση. Οι εισφορές είναι επίσης προαιρετικές, αλλά η συμμετοχή σ’ αυτόν έχει περισσότερο επενδυτικό χαρακτήρα από τον δεύτερο.
Είναι εύκολη η μετάβαση στο νέο σύστημα; Κάθε άλλο, καθώς στην περίπτωση αυτή θα δημιουργηθεί ένα «κόστος κληρονομιάς», στο οποίο περιλαμβάνονται οι υποχρεώσεις του σημερινού συστήματος προς τους σημερινούς συνταξιούχους. Το κόστος αυτό πρέπει να αντιμετωπισθεί με σειρά μέτρων εντός μιας σύντομης μεταβατικής περιόδου που δεν θα θίγουν την αρχιτεκτονική του νέου ασφαλιστικού συστήματος και θα αντιμετωπίζουν τις δυσμενείς πλην όμως αναγκαίες επιπτώσεις της μεταρρύθμισης.
Τα μέτρα αυτά θα μπορούσαν να είναι:
‒ σταδιακή κατάργηση των εισφορών κατά τη μεταβατική περίοδο,
‒ μείωση των μεγάλων συντάξεων κατά το ποσό που δεν αντιστοιχεί σε εισφορές που πληρώθηκαν,
‒ αξιοποίηση περιουσίας και διαθεσίμων των ασφαλιστικών ταμείων και του ΑΚΑΓΕ,
‒ κατάργηση των έμμεσων πελατειακών επιδοτήσεων του κράτους σε ασφαλιστικά ταμεία (λ.χ. ΤΑΠ ΔΕΗ, ΤΑΠ ΟΤΕ),
‒ επιστροφή στην εργασία, όσων συνταξιοδοτήθηκαν πρόωρα και δεν έχουν συμπληρώσει το 60ό έτος,
‒ εξοικονόμηση πόρων από την κατάργηση του συνταξιοδοτικού κλάδου των ασφαλιστικών ταμείων και
‒ μέρος εσόδων από ιδιωτικοποιήσεις και μείωση του κράτους.
 Τι σημαίνουν όλα αυτά;
Α. Η βασική εθνική σύνταξη χρηματοδοτείται μόνο από τον προϋπολογισμό και οι ασφαλιστικές εισφορές στον πρώτο πυλώνα σταδιακά καταργούνται.
Β. Η οικονομία με την κατάργηση των εισφορών παίρνει μια βαθιά ανάσα ρευστότητας, καθώς περιορίζεται σημαντικά το μη μισθολογικό κόστος που επηρεάζει το κόστος εργασίας και το κόστος παραγωγής. Είναι πλέον δυνατή η αύξηση των κερδών των επιχειρήσεων και των μισθών των εργαζομένων.
Γ. Καταργείται πλήρως η ασφαλιστική γραφειοκρατία, καταργούνται οι ελεγκτικοί μηχανισμοί, τα πρόστιμα, οι ποινικές και διοικητικές κυρώσεις, η ασφαλιστική ενημερότητα κ.ο.κ.

* Το άρθρο αυτό αποτελεί συνένωση δύο άρθρων που δημοσιεύθηκαν στον Φιλελεύθερο την 1η Ιουνίου 2018 και την 8η Ιουνίου 2018 με τίτλους "Ο φαύλος κύκλος του ασφαλιστικού" και "Ασφαλιστικό: Από πρόβλημα ευκαιρία" αντίστοιχα.



Παρασκευή 25 Μαΐου 2018

Kέρδος και Εκπαίδευση*

Την προηγούμενη Τετάρτη παρουσιάστηκε το συλλογικό έργο «Το κίνητρο του κέρδους στην εκπαίδευση» σε επιμέλεια James B. Stanfield (εκδ. Παπαδόπουλος, ΚεΦιΜ). Οι συγγραφείς του, όλοι έγκριτοι επιστήμονες, ανατρέπουν με επιχειρήματα και αποδείξεις την εδραιωμένη για πολλές δεκαετίες πεποίθηση-ταμπού ότι το κέρδος και οι εκπαίδευση είναι έννοιες εκ διαμέτρου αντίθετες.
Η ιδεολογική «καταγγελία» της επιδίωξης του κέρδους στην εκπαίδευση και η πεποίθηση για την ορθότητά της ήταν τόσο μεγάλες μέχρι και το πρόσφατο παρελθόν, ώστε ακόμη και επιχειρηματίες της εκπαίδευσης να αισθάνονται δυσάρεστα να παραδεχθούν ανοιχτά ότι το κίνητρό τους είναι το κέρδος. Κι όμως η επιδίωξη του κέρδους στην εκπαίδευση είναι τόσο σημαντική όσο και σε οποιαδήποτε άλλη ανθρώπινη δραστηριότητα. Ίσως στην εκπαίδευση να είναι μάλιστα περισσότερο απαραίτητη από οπουδήποτε αλλού.
Είναι αναντίρρητο γεγονός ότι η γνώση στις μέρες μας αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους συντελεστές παραγωγής πόρων. Η εκπαίδευση είναι ο κυριότερος παραγωγός γνωστικού κεφαλαίου. Το κίνητρο του κέρδους με τη σειρά του κινητοποιεί τα άτομα να επιτελούν λειτουργίες, ενισχύει τον ανταγωνισμό και την καινοτομία, διαδίδει τη γνώση και κατευθύνει τους πόρους στις πλέον παραγωγικές χρήσεις.
Μια βασική αντίρρηση στα παραπάνω είναι πως το κέρδος στην εκπαίδευση δεν το απολαμβάνουν όλοι αλλά πολύ λίγοι. Οι περισσότεροι είναι τάχα οι χαμένοι. Αυτή η μηδενικού αθροίσματος αντίληψη είναι εσφαλμένη. Ο επιχειρηματίας υπηρεσιών εκπαίδευσης θα πρέπει σε περιβάλλον ανταγωνισμού να προσελκύσει όσο το δυνατόν περισσότερους καταναλωτές. Πρέπει συνεπώς να τους προσφέρει καλύτερες υπηρεσίες από τους ανταγωνιστές του. Στην οικονομία της αγοράς όμως, όποιος δεν ενδιαφέρεται για τους πελάτες του εξαφανίζεται. Η επιδίωξη του κέρδους και όχι ο νεφελώδης αλτρουισμός είναι αυτό που κάνει τον επιχειρηματία να ενδιαφερθεί για το συμφέρον του πελάτη του.
Η επόμενη αντίρρηση είναι ότι η επιδίωξη του κέρδους στην εκπαίδευση δημιουργεί μεν εξαιρετικά αποτελέσματα αλλά ταυτοχρόνως δημιουργεί και κοινωνικές ανισότητες. Στο βιβλίο αποδεικνύεται ότι οι περισσότερο κερδισμένοι από την εφαρμογή του περίφημου κουπονιού εκπαίδευσης και της ελεύθερης επιλογής σχολείου (δημόσιου, ιδιωτικού κερδοσκοπικού ή μη) είναι οι μαθητές και φοιτητές με χαμηλότερο οικονομικό και κοινωνικό υπόβαθρο. Όπως υποστήριζε ο νομπελίστας οικονομολόγος Γκάρυ Μπέκερ, για το σύστημα των κουπονιών εκπαίδευσης, «τα παιδιά που μειονεκτούν κοινωνικά, είναι εκείνα ακριβώς που θα ωφεληθούν περισσότερο από τη φοίτησή τους σε ένα ιδιωτικό σχολείο» και όχι βεβαίως οι πλούσιοι.
Παρ’ όλα αυτά, όπως αποδεικνύουν οι συγγραφείς και πλήθος άλλων εξειδικευμένων μελετών, η εισαγωγή του κινήτρου του κέρδους στην εκπαίδευση δεν είναι κάτι εχθρικό με τη δημόσια παιδεία αλλά με τον κρατισμό που επιβάλλει τον υπερσυγκεντρωτισμό και καλλιεργεί τη λογική του «καρμπόν» στην εκπαίδευση. Μπορείς να έχεις λ.χ. δημόσια σχολεία, αλλά το κράτος να παραχωρεί τη διοίκησή τους σε κερδοσκοπικές επιχειρήσεις εκπαίδευσης που διαθέτουν την κατάλληλη τεχνογνωσία. Εταιρείες τέτοιου τύπου, όπως είναι σήμερα στις ΗΠΑ οι National Heritage Academies, η Mosaica και η Leona, διασφαλίζουν την ποιότητα των εκπαιδευτικών υπηρεσιών, την ασφάλεια στο σχολικό περιβάλλον, τη λογοδοσία των εκπαιδευτικών, ενώ περιορίζουν σημαντικά το διοικητικό κόστος και βελτιώνουν τις μαθητικές επιδόσεις.

* Δημοσιεύθηκε στον Φιλελεύθερο στις 25 Μαΐου 2018.

Οι δύο κανόνες

                              Από τα διδάγματα της ιστορίας μπορούμε να κατανοήσουμε τη σημασία που έχουν τα καλά δημόσια οικονομικά για την...