Παρασκευή 20 Ιουλίου 2018

Φόροι, η αλήθεια των αριθμών*

Από την προσεκτική μελέτη και ανάλυση του σκέλους των δαπανών των προϋπολογισμών των τριών τελευταίων ετών 2015-2017 συγκριτικά με την πολιτική δαπανών των δέκα πιο επιτυχημένων ιδιωτικών επιχειρήσεων της χώρας καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι αν η διαχείριση του Ελληνικού Δημοσίου ακολουθούσε τους κανόνες που διέπουν την πολιτική δαπανών που ισχύει στις επιχειρήσεις και περιόριζε την αλόγιστη σπατάλη του (ενδεικτικά και μόνο εφαρμογή σε όλο του Δημόσιο του ενιαίου μισθολογίου, κλείσιμο άχρηστων οργανισμών χωρίς προσωπικό, κατάργηση σκανδαλωδών επιδοτήσεων, περιορισμός της γραφειοκρατίας, παροχή δημοσίων υπηρεσιών από ιδιωτικό τομέα με ευθύνη του κράτους), τότε το ελληνικό κράτος θα εξοικονομούσε αμέσως ένα 5% του ΑΕΠ. Δηλαδή σε αριθμούς κάτι περισσότερο από όσα προσδοκά να εισπράξει από το σύνολο του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων.
Η οικονομική επιστήμη έχει αποδείξει ότι η φορολογία επηρεάζει σημαντικά τα κίνητρα των πολιτών για παραγωγή. Σε περιόδους οικονομικής ύφεσης οι σοβαροί οικονομολόγοι συστήνουν περιορισμό των δαπανών του κράτους και μείωση των φόρων. Στην Ελλάδα ακολουθήσαμε μια διαφορετική συνταγή. Το Μάρτιο του 2010 η σοσιαλιστική κυβέρνηση Παπανδρέου προχώρησε σε μεγάλες αυξήσεις στη φορολογία. Η τότε κυβέρνηση δικαιολόγησε την αύξηση των φόρων επικαλούμενη, αφενός μεν την σοσιαλιστική ιδεολογία της, αφετέρου δε την ανάγκη κάλυψης του θηριώδους πράγματι δημοσιονομικού ελλείμματος. Εκείνη η αύξηση των φόρων προκάλεσε βαθύτατη ύφεση, η οποία οδήγησε σε σημαντική μείωση του εγχώριου προϊόντος, με αποτέλεσμα το χρέος από 127% του ΑΕΠ το 2009 να ανέβει στο 148% το 2010 και να εκτιναχθεί στο 170% του ΑΕΠ το 2011. Οι δυσβάστακτοι φόροι και η περιορισμένη μείωση των δαπανών επηρέασαν όμως και το δημοσιονομικό έλλειμμα, που από 9,4% το 2010 αυξήθηκε στο 10% το 2012.
Ακόμη πιο χρήσιμα συμπεράσματα για τις δυσμενείς επιπτώσεις που προκάλεσε στην οικονομία η ραγδαία αύξηση των φόρων το 2010 μας παρέχουν τα δημοσιευμένα στοιχεία από τις εκκαθαρίσεις των φορολογικών δηλώσεων για τα έτη 2010 έως 2015 (δυστυχώς δεν έχουν ακόμη δημοσιευθεί στοιχεία για το 2016):
‒ το φορολογούμενο εισόδημα μειώθηκε το 2015 σε σχέση με το 2010 περίπου κατά 20%,
‒ το δηλωθέν εισόδημα κατά την ίδια περίοδο μειώθηκε κατά 23,2% και
‒ ο αριθμός των φορολογουμένων με ατομικό φορολογητέο εισόδημα μεγαλύτερο των 42.000 ευρώ μειώθηκε το 2015 σε σχέση με το 2010 κατά 45% περίπου (από 213.639 σε 117.455).

Από τα στοιχεία αυτά και πλήθος άλλων προκύπτει ότι η αύξηση των φόρων και η προοδευτικότητα του φορολογικού συστήματος δημιουργούν δικαιολογημένο αίσθημα αδικίας στους κερδοφόρους εργαζομένους, ενώ ταυτοχρόνως καθιστούν συμφέρουσα τη φοροδιαφυγή. Ας μη γελιόμαστε, δεν υπάρχει καμιά οικονομική λογική στην προοδευτική φορολογία. Η μόνη λογική εξήγηση είναι ο φθόνος εναντίον των παραγωγικών και επιτυχημένων πολιτών. Λησμονούμε όμως ότι το εισόδημα ενός εργαζομένου δεν είναι τίποτε άλλο παρά η αμοιβή του ανθρώπινου κεφαλαίου που έχει δημιουργήσει με σκληρή προσπάθεια.

* Δημοσιεύθηκε στον Φιλελεύθερο στις 13 Ιουλίου 2018.

Δευτέρα 9 Ιουλίου 2018

Το ασφαλιστικό της ΔΕΗ*

Αφορμή για το σημερινό άρθρο υπήρξε επιστολή διαμαρτυρίας που μου εστάλη από συνταξιούχο της ΔΕΗ, με την οποία διαμαρτύρεται για όσα υποστήριξα πρόσφατα στην τηλεόραση για τη σκανδαλώδη κατά τη γνώμη μου χρηματοδότηση του Ταμείου Ασφάλισης Προσωπικού της ΔΕΗ (ΤΑΠ ΔΕΗ). Μου γράφει μεταξύ άλλων: «(...) η ΔΕΗ είχε Κλάδο Ασφάλισης και οι ασφαλισμένοι πληρώναμε κανονικά τις εισφορές μας, για σύνταξη κυρία, επικουρική και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Όταν εισήχθη στο χρηματιστήριο επί Βενιζέλου τα αποθεματικά και η περιουσία του μείνανε στη ΔΕΗ. Ιδρύθηκε ο ΟΑΠ και το κράτος εγγυήθηκε τη χρηματοδότησή του για την κάλυψη των αναγκών του». Μολονότι σε πρόσφατο άρθρο μου στον Φιλελεύθερο έχω απαντήσει στους ισχυρισμούς αυτούς θα επιχειρήσω σήμερα να δώσω μια πιο αναλυτική απάντηση:
Πράγματι ο νόμος Βενιζέλου (2773/1999), όταν η ΔΕΗ εισήλθε το 1999 στο Χρηματιστήριο και τις ασφαλιστικές υποχρεώσεις της ανέλαβε ο νέος ασφαλιστικός φορέας (τότε ΟΑΠ ΔΕΗ) ‒καθώς η ΔΕΗ δεν θα μπορούσε πλέον νομικά να είναι και ασφαλιστικός φορέας των εργαζομένων της‒ προέβλεψε στο άρθρο 34, ότι μέρος της περιουσίας της που σχηματίστηκε από τις εισφορές των εργαζομένων της τα προηγούμενα χρόνια θα μεταφερθεί στον νέο φορέα. Έτσι με το κεφάλαιο αυτό θα μπορούσαν να αποπληρώνονται οι ασφαλιστικές υποχρεώσεις του. Αλλά ποιο είναι άραγε το ύψος αυτής της «αμύθητης» περιουσίας που προήλθε τάχα από τις εισφορές των εργαζομένων της ΔΕΗ μέχρι το 1999 και είχε υποχρέωση το κράτος να επιστρέψει; Ουδείς γνωρίζει πραγματικά. Το μόνο γνωστό δεδομένο για να αντιληφθεί κανείς πόσο εξωφρενικό ακούγεται, είναι ότι μέχρι σήμερα η επιχορήγηση του κρατικού προϋπολογισμού στον νέο φορέα έχει αγγίξει τα 10 δισ. ευρώ, σχεδόν όση ήταν η κεφαλαιοποίηση ολόκληρης της επιχείρησης τις πιο λαμπρές ημέρες του Χρηματιστηρίου (στις αρχές της εβδομάδας ήταν μόλις 420 εκατομμύρια ευρώ)!
Ωστόσο το ενδιαφέρον είναι ότι η αστήρικτη σε όλα της τα σημεία επιχειρηματολογία των συνδικαλιστών της ΔΕΗ φαίνεται να υποστηρίζει την πάγια θέση ημών των φιλελευθέρων για μεταρρύθμιση του σημερινού αναδιανεμητικού συστήματος σε κεφαλαιοποιητικό, στο οποίο οι εργαζόμενοι θα είναι ιδιοκτήτες των εισφορών τους. Για κακή τους τύχη όμως το ασφαλιστικό μας σύστημα μέχρι σήμερα ήταν κρατικό και αναδιανεμητικό. Επομένως οι εισφορές των εργαζομένων της ΔΕΗ δεν ήταν δική τους περιουσία αλλά περιουσία της ΔΕΗ, όπως καθόριζε ξεκάθαρα ο νόμος 4491/1966. Ούτε δημιουργήθηκε ποτέ κάποιο επικουρικό ή επαγγελματικό ταμείο που να δικαιολογεί κάτι άλλο. Ο νόμος 4491/1966 προέβλεπε επίσης ξεκάθαρα ότι η σύνταξη των ασφαλισμένων της ΔΕΗ δεν υπολογιζόταν με βάση τις όποιες εισφορές είχαν πληρώσει, αλλά αποκλειστικά βάσει του ύψους του μισθού του τελευταίου χρόνου απασχόλησής τους στη ΔΕΗ. Ωστόσο η βάση υπολογισμού των συντάξεων μπορεί να μεταβληθεί οποτεδήποτε ανάλογα με τις δυνατότητες του ασφαλιστικού φορέα. Έτσι μειώθηκαν οι συντάξεις στο ΙΚΑ, στο Δημόσιο, στα ταμεία των ελεύθερων επαγγελματιών. Πώς μπορεί ακόμα να εξαιρείται το ΤΑΠ ΔΕΗ;

* Δημοσιεύθηκε στον Φιλελεύθερο στις 6 Ιουλίου 201


Δευτέρα 2 Ιουλίου 2018

Ημέρα Ελευθερίας*

Την περασμένη Δευτέρα παρουσιάστηκε η ετήσια μελέτη του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών «Μάρκος Δραγούμης» με τίτλο «Ημέρα Φορολογικής Ελευθερίας». Η μελέτη βασισμένη στα επίσημα κρατικά στοιχεία (Προϋπολογισμός, ΕΛΣΤΑΤ κ.ο.κ.) υπολογίζει την ημερομηνία που οι φορολογούμενοι σταματούν να εργάζονται για το κράτος και εργάζονται πλέον για να καλύψουν τις υπόλοιπες υποχρεώσεις τους ή να ικανοποιήσουν τις δικές τους επιθυμίες. Για το 2018 η «ημέρα φορολογικής ελευθερίας» είναι η 18η Ιουλίου. Η αντίστοιχη ημέρα πέρυσι ήταν η 6η Ιουλίου. Το 2007 ήταν η 28η Μαΐου. Ορθότερα, το ζήτημα που τίθεται λοιπόν είναι ζήτημα ελευθερίας χωρίς κανέναν επιθετικό προσδιορισμό.
Μέσα σε δέκα μόλις χρόνια οι πολίτες είναι υποχρεωμένοι να εργάζονται δύο μήνες το χρόνο παραπάνω για το κράτος. Επίσης, από τα ευρήματα και τις διαπιστώσεις της μελέτης, συνδυαστικά με άλλες αξιόπιστες μελέτες που είδαν το φως της δημοσιότητας πρόσφατα (διαΝΕΟσις), προκύπτει ότι για τους πλέον παραγωγικούς και ικανούς πολίτες η ημέρα απελευθέρωσης από τα δεσμά της δυσβάστακτης φορολογίας παρατείνεται μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου, καθώς οι πάσης φύσεως φόροι και ασφαλιστικές εισφορές απορροφούν περίπου το 75% του εισοδήματός τους.
Οι φόροι όμως δεν είναι κάτι καλό. Όπως αποδεικνύει η οικονομική ιστορία και η οικονομική θεωρία, από ένα ποσοστό και πάνω δημιουργούν ύφεση. Ως μέρος του κόστους της οικονομίας μιας χώρας:
‒ Περιορίζουν την παραγωγικότητα των συντελεστών της και οδηγούν σε έξοδο από την οικονομία τους οριακούς παραγωγούς (κλείσιμο, αλλαγή εθνικότητας, πτώχευση κ.ά.).
‒ Μειώνουν τα κίνητρα της δημιουργίας ατόμων και επιχειρήσεων.
‒ Υπονομεύουν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, και
‒ Αφαιρούν πολύτιμα κεφάλαια από το παραγωγικό ιδιωτικό τομέα της οικονομίας, εκείνον δηλαδή που δημιουργεί πλούτο και θέσεις εργασίας, για να συντηρήσουν τον αντιπαραγωγικό δημόσιο τομέα, εκείνον που υποθάλπει τη διαφθορά, τη σπατάλη ‒των χρημάτων του πρώτου‒ και τις πελατειακές σχέσεις.
Για όσους υποτιμούν τους κινδύνους που εγκυμονεί για την ελευθερία μας αυτή η ληστρική φοροαρπαγή, θα θέσω το θέμα διαφορετικά. Κάθε εργαζόμενος και κάθε ελληνική επιχείρηση οποιασδήποτε νομικής μορφής (από ατομική επιχείρηση μέχρι ανώνυμη εταιρεία), ανάλογα με το εάν παρουσιάζουν ζημίες ή κέρδη, ανήκουν στο κράτος κατά 40% έως 80% (φόρος εισοδήματος, φόρος μερισμάτων, εισφορά αλληλεγγύης, ασφαλιστικές εισφορές, φόροι υπέρ τρίτων κ.ο.κ.). Από κάθε ευρώ που παράγουμε, άτομα και επιχειρήσεις, το κράτος μάς αρπάζει τα 80 λεπτά. Αυτονόητο είναι επίσης ότι η συμμετοχή του κράτους είναι συμμετοχή μόνο στα κέρδη, όχι και στις ζημιές της οικονομικής μας δραστηριότητας. Συνεπώς, χωρίς να το καταλάβουμε, αργά αλλά σταθερά η παραγωγή στη χώρα μας κατέληξε να είναι κρατικοποιημένη κατά το μεγαλύτερο ποσοστό της. Έχουμε συνειδητοποιήσει ότι κινούμαστε στην εντελώς λάθος κατεύθυνση;
Η παλινόρθωση της ελευθερίας και η διατηρήσιμη ανάπτυξη της οικονομίας μας περνά υποχρεωτικά από τη δραστική μείωση των φόρων και την ριζική απλοποίηση του φορολογικού μας συστήματος.
* Δημοσιεύθηκε στον Φιλελεύθερο στις 29 Ιουνίου 2018.

Παρασκευή 22 Ιουνίου 2018

Ο παράνομος ΕΝΦΙΑ*

Το ζήτημα των αντικειμενικών αξιών απασχόλησε πολλές φορές το Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο έκρινε με απόφαση της Ολομελείας του παράνομη την παράλειψη του Ελληνικού Δημοσίου να αναπροσαρμόσει τις τιμές ζώνης ώστε να είναι κοντά στις πραγματικές αξίες των ακινήτων.
Με τις νέες τιμές ζώνης που ανακοίνωσε πρόσφατα το Υπουργείο Οικονομικών επιμένει στην παρανομία περιφρονώντας τις αποφάσεις του ανωτάτου ακυρωτικού Δικαστηρίου. Οι νέες τιμές ζώνης δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με την πραγματικότητα. Είχε υποχρέωση το Υπουργείο Οικονομικών να συμμορφωθεί με το Σύνταγμα, τις δεσμεύσεις που ανέλαβε από το δεύτερο και τρίτο Μνημόνιο και αποτελούν νόμο του κράτους, καθώς και τις διαδοχικές αποφάσεις του ΣτΕ επί του θέματος. Έπρεπε δηλαδή το Υπουργείο Οικονομικών να κάνει επιτόπια έρευνα για κάθε ζώνη, ώστε να καθορισθεί με την καλύτερη δυνατή προσέγγιση η τιμή που αντιστοιχεί στα ακίνητα της κάθε περιοχής. Θα έπρεπε να προχωρήσει στην αναζήτηση των αγοραπωλητηρίων συμβολαίων που έχουν γίνει, των μισθωτηρίων συμβολαίων, των μικρών αγγελιών, των ειδικών στοιχείων από τους πλειστηριασμούς, από τις τράπεζες και τους κτηματομεσίτες και κάθε άλλης σχετικής πληροφορίας που θα επέτρεπε τη διαπίστωση, έστω και κατά προσέγγιση, των τιμών των ακινήτων σε καθεμία περιοχή. Την έρευνα αυτή θα την έκαναν οι επιτροπές που προβλέπονται ήδη στη νομοθεσία. Άλλωστε το ίδιο το ΣτΕ είχε ήδη διατάξει τη διοίκηση να κάνει αυτή την απολύτως απαραίτητη και ουσιαστική έρευνα, τονίζοντας ότι οι πολίτες έχουν αξίωση να φορολογούνται με βάση την πραγματική αξία του ακινήτου τους.
Η κυβέρνηση όχι μόνο δεν έκανε, όπως είχε υποχρέωση, την έρευνα που απαιτείται, ώστε να ανταποκριθεί στη στοιχειώδη αξίωση των φορολογουμένων, για φορολόγηση αντίστοιχη της πραγματικής τιμής των ακινήτων, αλλά προχώρησε και σε αυθαίρετες ρυθμίσεις που καταλήγουν σε πλασματικές και ανεπίκαιρες τιμές, άρα σε εντελώς άδικη φορολόγηση των πολιτών. Όπου υπάρχουν μειώσεις είναι ελάχιστες και οπωσδήποτε δεν ανταποκρίνονται στις τεράστιες μειώσεις οι οποίες έχουν επισυμβεί τα τελευταία χρόνια. Όλοι γνωρίζουμε ότι η οικονομική κρίση και η δυσβάστακτη φορολογία της ακίνητης περιουσίας και της οικοδομικής δραστηριότητας γενικότερα συνετέλεσαν στη ραγδαία πτώση των τιμών των ακινήτων. Οι εκθέσεις του Διοικητού της Τραπέζης της Ελλάδος από το 2010 έως σήμερα προσδιορίζουν την συνολική πτώση των τιμών των ακινήτων σε ποσοστά που ξεπερνούν το 50%.
Ακούγεται το αντεπιχείρημα ότι πρέπει να εισπραχθεί ένα πολύ μεγάλο ποσό από τον ΕΝΦΙΑ. Όμως αυτό που ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι η νομιμότητα της φορολογίας στην ακίνητη περιουσία ή οι συντελεστές του φόρου.
Είναι δύο θεμελιώδεις αρχές για ένα κράτος δικαίου:
Πρώτον, η αρχή της νομιμότητας της διοικητικής δράσης. Το κράτος δεν μπορεί να επιβάλει ένα φορολογικό βάρος χωρίς να μπορεί να αιτιολογήσει το ύψος του και να έχει την αξίωση να φορολογεί στην τύχη, αγνοώντας την πραγματική αξία της φορολογούμενης περιουσίας, και
Δεύτερον, η αρχή της φορολογικής ισότητας. Παραβιάζεται κάθε έννοια φορολογικής ισότητας όταν το ποσόν της φορολόγησης είναι εντελώς άσχετο με τη φοροδοτική ικανότητα του φορολογουμένου.
Για τους λόγους αυτούς, ραντεβού ξανά στο ΣτΕ.


* Δημοσιεύθηκε στον Φιλελεύθερο στις 22/6/2018. 

Οι δύο κανόνες

                              Από τα διδάγματα της ιστορίας μπορούμε να κατανοήσουμε τη σημασία που έχουν τα καλά δημόσια οικονομικά για την...