Πέμπτη 2 Μαΐου 2013

Η οικονομική ελευθερία προϋπόθεση της δημοκρατίας* Tου Τάσου Ι. Αβραντίνη



  
Γεώργιος Κ. Μπήτρος, Αναστάσιος Δ. Καραγιάννης,[i] Δημιουργική κρίση σε δημοκρατία και οικονομία με παράδειγμα τη σύγχρονη Ελλάδα, Παπαζήση, Αθήνα 2011, σελ. 489

Από τον τίτλο του ανά χείρας βιβλίου, καθώς και τη διάταξη και κατανομή της ύλης προκύπτει ότι ο σκοπός των συγγραφέων είναι πολύ ευρύτερος από το να παρουσιάσουν μια μεθοδική απάντηση στο ερώτημα τι πήγε στραβά στην Ελλάδα και τι κάνουμε. Χωρίς αμφιβολία, η επιλογή της Ελλάδας ως πεδίου ελέγχου και επαλήθευσης της ερμηνείας των πορισμάτων που προκύπτουν από την έρευνά τους καθιστά το βιβλίο εξαιρετικά ενδιαφέρον και επίκαιρο, λόγω και της οικονομικής (και όχι μόνον) κρίσης της χώρας. Ωστόσο η κύρια συμβολή των συγγραφέων βρίσκεται στην επιτυχία με την οποία ανιχνεύουν τις μεταβολές που επήλθαν στη σχέση δημοκρατίας και οικονομίας διαχρονικά και στις προτάσεις που διατυπώνουν για την αντιμετώπιση της έντασης που παρατηρείται μεταξύ της πολιτικής και της οικονομικής οργάνωσης στις σύγχρονες δημοκρατίες. Το κύριο μέλημά τους είναι να φωτίσουν τις βασικές αρχές πάνω στις οποίες στηρίζεται η οργάνωση των χωρών κατά το σύστημα της δημοκρατίας, επειδή μόνον αυτό επιτρέπει τον σεβασμό στις ατομικές ελευθερίες και τα ατομικά δικαιώματα. Κατά συνέπεια, η ενασχόλησή τους με την περίπτωση της Ελλάδας έχει ως σκοπό την ανάδειξη των προβλημάτων που προκύπτουν στην πράξη, όταν οι κυβερνώντες με τον έναν ή τον άλλον τρόπο υποσκάπτουν τους θεσμούς στο πλαίσιο των οποίων λειτουργεί η δημοκρατία. Εξάλλου, τη βασιμότητα αυτών των διαπιστώσεων επιβεβαιώνει και η πρόσφατη έκδοση του βιβλίου στα αγγλικά από έναν εκδοτικό οίκο διεθνούς εμβέλειας.[ii]

Δημιουργική κρίση στη δημοκρατία και στην οικονομία
Στο πρώτο μέρος η έμφαση της παρουσίασης εστιάζεται στην τεκμηρίωση του ακόλουθου θεωρήματος (καθώς και μερικών εξαιρετικού ενδιαφέροντος λημμάτων που το συνοδεύουν): «Ενώ η οικονομική οργάνωση μιας χώρας κατά το σύστημα της ελεύθερης οικονομίας της αγοράς χωρίς δημοκρατία είναι εφικτή, το αντίστροφο αποκλείεται».[iii]
Για την τεκμηρίωση του παραπάνω θεωρήματος, στο πρώτο κεφάλαιο, γίνεται μια εκτεταμένη αναφορά στην αρχαία Αθήνα, όπου μετά από μια μακρά εξελικτική πορεία εφαρμόστηκε ο δημοκρατικός τρόπος διακυβέρνησης. Ειδικότερα, εξειδικεύονται τα όργανα τα οποία έφεραν το βάρος της λήψης των πολιτικών αποφάσεων, οι αρχές επί των οποίων βασιζόταν η λειτουργία τους, η ευθύνη που έφεραν οι πολίτες για τη σωστή λειτουργία των θεσμών της πολιτείας, κ.ο.κ. Καθώς η Αθηναϊκή Δημοκρατία ήταν άμεση, αυτοί που καρπούνταν τα οφέλη και έφεραν βεβαίως το κόστος για τις αποφάσεις που λαμβάνονταν ήταν οι ίδιοι οι πολίτες. Αλλά για να είναι οι πολίτες κυρίαρχοι (sovereign) και να απολαμβάνουν τις ατομικές ελευθερίες τους, η αθηναϊκή πολιτεία εγγυόταν με τους νόμους και τους θεσμούς που είχαν υιοθετηθεί το απαραβίαστο των περιουσιακών τους δικαιωμάτων. Σ’ αυτή τη διευθέτηση, δηλαδή της πλήρους και αδιαμφισβήτητης προστασίας των περιουσιακών δικαιωμάτων των πολιτών, βασιζόταν η οργάνωση της αρχαίας αθηναϊκής οικονομίας κατά το σύστημα της ελεύθερης οικονομίας της αγοράς. Με άλλα λόγια, η δημοκρατία κατέστη εφικτή γιατί βασίστηκε στην αναγνώριση και διασφάλιση των περιουσιακών δικαιωμάτων, η εκμετάλλευση των οποίων από τα άτομα, για το καλό των ιδίων και του συνόλου, προϋποθέτει περιβάλλον οικειοθελών ανταλλαγών.[iv]
Όταν κατά τον 18ο αιώνα υπό την επίδραση των ιδεών του Διαφωτισμού οι περισσότερες χώρες της Δύσης επέλεξαν τον δημοκρατικό τρόπο διακυβέρνησης, οι πρωτεργάτες αυτής της εξέλιξης γνώριζαν πολύ καλά την άρρηκτη σχέση μεταξύ δημοκρατίας και ελεύθερης οικονομίας. Οι μεγάλοι φιλόσοφοι της εποχής είχαν μελετήσει σε βάθος την αρχαία ελληνική γραμματεία (κυρίως την οικονομική σκέψη του Αριστοτέλη) και επιχείρησαν να οικοδομήσουν τις χώρες τους στα πρότυπα της Αθηναϊκής Δημοκρατίας και της ελεύθερης οικονομίας. Ομοίως, γίνεται αμέσως αντιληπτό στον εξοικειωμένο αναγνώστη ότι οι συγγραφείς μελέτησαν σε βάθος τον καταγεγραμμένο σε πληθώρα επιστολών προβληματισμό των «πατέρων» του αμερικανικού έθνους για το είδος και την ποιότητα των δημοκρατικών θεσμών. Από αυτές προκύπτει ότι οι «πατέρες» της αμερικανικής ανεξαρτησίας σαφώς προτιμούσαν το μοντέλο της άμεσης δημοκρατίας, αλλά λόγω του μεγέθους των εθνικών κρατών, των μεγάλων γεωγραφικών αποστάσεων και των τεχνολογικών περιορισμών που επικρατούσαν στην εποχή τους, αντί της άμεσης επέλεξαν τελικώς την έμμεση ή αντιπροσωπευτική δημοκρατία.

Το πρόβλημα «εντολέα - εντολοδόχου»
Το έναυσμα των συγγραφέων να καταπιαστούν με τη μελέτη της προαναφερθείσας σχέσης προήλθε, όπως αναφέρουν, από τη γενικευμένη διαπίστωση στην ογκώδη διεθνή βιβλιογραφία ότι η αντιπροσωπευτική δημοκρατία έχει παύσει να λειτουργεί ικανοποιητικά. Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία, κατά τους συγγραφείς, έχει ένα σημαντικό μειονέκτημα, το περίφημο πρόβλημα «του εντολέα-εντολοδόχου» («principal agent problem»), σύμφωνα με το οποίο ο εντολοδόχος, έχοντας καλύτερη και ακριβέστερη πληροφόρηση από τον ψηφοφόρο-εντολέα του, παραβιάζει το περιεχόμενο της εντολής εξυπηρετώντας κατά κανόνα το δικό του συμφέρον.
Για τους λόγους που αναλύουν λεπτομερώς, ακόμη και στις πιο ώριμες δημοκρατίες, οι αντιπρόσωποι, δηλαδή τα κόμματα και οι πολιτικοί που εκλέγονται για να κυβερνήσουν, έχουν αυτονομηθεί σε μεγάλο βαθμό από τον έλεγχο των πολιτών, με αποτέλεσμα να παρατηρείται μια διαρκής αναντιστοιχία μεταξύ του περιεχομένου της εντολής που λαμβάνουν από τους πολίτες και των ενεργειών στις οποίες επιδίδονται αφού εκλεγούν. Κατά το κοινώς λεγόμενο, παρατηρείται μια συστηματική ροπή των εκλεγμένων αντιπροσώπων-πολιτικών μετεκλογικά να μην τηρούν τις προεκλογικές τους υποσχέσεις προς τους «κυρίαρχους» πολίτες.
Η εν λόγω αναντιστοιχία δεν εμφανίστηκε στις ημέρες μας. Ενυπάρχει από καταβολής της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, γιατί, λόγω της ασυμμετρίας στην πληροφόρηση μεταξύ των πολιτών ως εντολέων και των κυβερνώντων ως αντιπροσώπων, το ελάττωμα αυτό είναι εγγενές. Από αυτό ανακύπτουν πλείστα όσα προβλήματα, όπως η τάση των κυβερνήσεων να αυτονομούνται από τον έλεγχο των πολιτών, η μεγέθυνση του δημόσιου τομέα, ο περιορισμός των περιουσιακών δικαιωμάτων, η γραφειοκρατία[v] κ.λπ., που νοθεύουν τη δημοκρατία, παραμορφώνουν την οικονομία της αγοράς και υποσκάπτουν τις ατομικές ελευθερίες.
Όλα αυτά τα θέματα αναλύονται στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου υπό το φως των απόψεων που διατύπωσαν μεγάλοι κλασικοί φιλόσοφοι και οικονομολόγοι, όπως οι Λοκ, Χιουμ, Σμιθ, Τζέφερσον, Μιλ κ.ά. Προκειμένου να περιγράψουν με ακρίβεια τη μορφή πολιτικής και οικονομικής οργάνωσης που καθιερώθηκε στις χώρες της Δύσης, οι συγγραφείς αναφέρονται στην κλασική αντιπροσωπευτική δημοκρατία με ελεύθερη οικονομία και κράτος-διαιτητή. Αυτή η οργάνωση αποσκοπούσε στον περιορισμό των παρενεργειών από το πρόβλημα «εντολέα-εντολοδόχου» και κυριάρχησε μέχρι το 1929. Αλλά ενώ πριν από τη μεγάλη οικονομική κρίση του 1929 οι θεσμοί ελέγχου της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας αντιμετώπιζαν ικανοποιητικά το πρόβλημα, από τότε, και ιδιαίτερα τις τελευταίες δεκαετίες, η αναντιστοιχία διευρύνθηκε σε τέτοιο βαθμό ώστε οι πολίτες στις δημοκρατίες να αισθάνονται ότι έχουν απολέσει πλήρως τον κυρίαρχο ρόλο τους και ότι έχουν μετατραπεί σε απλούς παρατηρητές καταπιεστικών και αδιαφανών κρατικών διαδικασιών.

Τα «κρίσιμα» ερωτήματα
Βασιζόμενοι σε αυτή τη διαπίστωση, οι συγγραφείς θέτουν και ερευνούν μια σειρά από θεμελιώδη ερωτήματα. Μερικά από αυτά είναι: α) Τι συνέβη μετά το 1929 και διευρύνθηκε η αναντιστοιχία στη σχέση της αντιπροσώπευσης; β) Υπήρξαν προσπάθειες αναστροφής της; Αν ναι, τι πέτυχαν; γ) Δεδομένου ότι η κρίση της δημοκρατίας συνεχίζεται, τι πρέπει και τι μπορεί να γίνει για να αποκτήσει και πάλι την ευρωστία της, και δ) υπάρχουν προοπτικές βελτίωσης της δημοκρατίας ώστε να ανταποκρίνεται καλύτερα στις προτιμήσεις και τις καθημερινές ανάγκες των πολιτών;
Θα επιχειρήσω να συνοψίσω τα συμπεράσματα των συγγραφέων. Αλλά προηγουμένως θεωρώ σκόπιμο να κάνω την εξής επισήμανση. Από τεχνικής απόψεως οι αναλύσεις από τις οποίες προκύπτουν οι απαντήσεις στα πιο πάνω και σε άλλα παρόμοιας φύσης μεγάλα ερωτήματα αναπτύσσονται σε ένα επίπεδο προσιτό για τον μέσο αναγνώστη. Όμως περισσότερο θα ωφεληθούν όσοι πολίτες, ενεργοί και υποψιασμένοι, όσον αφορά τις αρνητικές επιπτώσεις της μεγέθυνσης του κράτους στην ελευθερία τους, αναζητήσουν στο βιβλίο απαντήσεις και τεκμηρίωση για τους δικούς τους συναφείς προβληματισμούς.

1. Τι συνέβη μετά το 1929;
Η μεγάλη οικονομική κρίση που ενέσκηψε το 1929 προκλήθηκε σύμφωνα με τους συγγραφείς κυρίως από κακούς χειρισμούς της Ομοσπονδιακής Κεντρικής Τράπεζας στις ΗΠΑ.[vi] Επομένως ήταν κατά βάση πρόβλημα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και όχι της οικονομίας. Η οικονομική κρίση επέτρεψε να ανασυρθούν θεωρίες και προτάσεις από το παρελθόν και να εφαρμοστούν προκειμένου να αναστραφούν οι επώδυνες οικονομικές εξελίξεις. Ειδικότερα, ήρθαν στο προσκήνιο απόψεις οι οποίες, υπό τις προϋποθέσεις που είχε θέσει ο Μάλθους περίπου πριν από ένα αιώνα, ευνοούσαν μια μεγαλύτερη παρέμβαση του κράτους στην οικονομία. Αυτό που συνέβη είναι ότι, με αφορμή την οικονομική κρίση που ενέσκηψε τότε, οι κυβερνήσεις στις δημοκρατίες, ενθαρρυμένες κυρίως από τις υποδείξεις των ζηλωτών του Κέυνς, επεξέτειναν τις δραστηριότητες του κράτους σε τομείς οι οποίοι παραδοσιακά ανήκαν στην ιδιωτική οικονομία.
Οι συγγραφείς καταρρίπτουν μια μεγάλη παρανόηση στους κύκλους πολλών οικονομολόγων και πολιτικών, εκείνη που θεωρεί ότι υπεύθυνος για τον κρατικό επεκτατισμό υπήρξε ο Κέυνς και οι ιδέες του.[vii] Κατά τους συγγραφείς –παρά τη διαφωνία τους σε πολλά σημεία με το έργο του μεγάλου αυτού οικονομολόγου–, θεωρούν ότι με κανένα τρόπο ο ίδιος ο Κέυνς θα συμφωνούσε στην τεράστια επέκταση του κράτους, η οποία υλοποιήθηκε με τις υποδείξεις των δήθεν επιγόνων του και κυρίως των πολιτικών που έσπευσαν να εκμεταλλευθούν τις θεωρίες αυτές και να τις χρησιμοποιήσουν ως άλλοθι στην επιδίωξη μεταβίβασης σε αυτούς ισχύος από την αποδυνάμωση των θεσμών της ελεύθερης αγοράς.
Έτσι, κατά τη δεκαετία του 1970, στα ευρωπαϊκά κράτη αυτή η διείσδυση ξεπέρασε 50% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ), ενώ στις ΗΠΑ το αντίστοιχο ποσοστό κυμάνθηκε γύρω στο 22%. Αυτή η διείσδυση ενίσχυσε τις πελατειακές σχέσεις των κομμάτων με τις διάφορες μειοψηφίες, ενώ ταυτόχρονα διεύρυνε σε πολλαπλά επίπεδα το δημοκρατικό έλλειμμα. Η αναντιστοιχία στην αντιπροσώπευση μεγάλωσε, τα δημοσιονομικά ελλείμματα μονιμοποιήθηκαν, το δημόσιο χρέος συνέχισε να συσσωρεύεται απειλητικό για τις παρούσες αλλά κυρίως για τις μελλοντικές γενιές, κ.λπ. Κοντολογίς, με τη συρρίκνωση της ελεύθερης οικονομίας, συρρικνώθηκε και η δημοκρατία, γιατί, όπως αποφαίνονται οι συγγραφείς, ελεύθερη οικονομία χωρίς δημοκρατία είναι εφικτή (χαρακτηριστικό το παράδειγμα της Κίνας), αλλά το αντίστροφο είναι απολύτως αδύνατο.

2. Υπήρξαν προσπάθειες αναστροφής, και αν ναι, τι πέτυχαν;
Στο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου αναλύονται και αξιολογούνται οι εξελίξεις από το 1929, οι προσπάθειες που καταβλήθηκαν από τους φιλοσόφους και οικονομολόγους της ανοικτής κοινωνίας, αλλά και οι κατ’ εξαίρεση φιλελεύθερες πολιτικές που εφαρμόστηκαν από μετρημένους στα δάχτυλα πολιτικούς (όπως λ.χ. ο Ρέιγκαν και η Θάτσερ), να αναστραφεί το κύμα του κρατικισμού που επικράτησε έκτοτε. Κατά τους συγγραφείς η αναστροφή της πλημμυρίδας του κρατικισμού δεν επιτεύχθηκε πλήρως. Οι κλασικές ιδέες για την ανωτερότητα της ελεύθερης αγοράς στην αύξηση του πλούτου των εθνών, σε συνδυασμό με τη διατήρηση των ατομικών ελευθεριών, ανέκοψαν την κυριαρχία της ιδεολογίας του κρατικισμού. Σε αυτή την έκβαση η συμβολή των Ρέιγκαν και Θάτσερ στις αρχές της ελεύθερης οικονομίας ήταν πολύτιμη επειδή οι πολιτικοί αυτοί ήταν πεπεισμένοι για την ορθότητά τους[viii]. Στο πρακτικό επίπεδο όμως οι προσπάθειές τους δεν είχαν το επιθυμητό αποτέλεσμα ως προς το ποσοστό μείωσης του δημόσιου τομέα, διότι τα πολιτικά συστήματα και η πανίσχυρη γραφειοκρατία των δύο χωρών πρόβαλαν σημαντικές αντιστάσεις.

3. Τι πρέπει και τι μπορεί να γίνει ώστε η δημοκρατία να αποκτήσει πάλι την ευρωστία της;
Η απάντηση των συγγραφέων εκπλήσσει τον αναγνώστη. Προτείνουν να αντλήσουν οι σύγχρονες δημοκρατίες διδάγματα από τις αρχές που μας κληροδότησε η αρχαία Αθηναϊκή Δημοκρατία. Σ’ αυτήν οι πολίτες έπαιρναν οι ίδιοι τις αποφάσεις για τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν. Δεν υπήρχαν κόμματα ως μεσάζοντες ή εντολοδόχοι των πολιτών, οι αναδεικνυόμενοι στα κυβερνητικά αξιώματα επιλέγονταν με κλήρο (εκτός από τους δέκα στρατηγούς), λογοδοτούσαν, μπορούσαν να ανακληθούν από τους πολίτες οποιαδήποτε στιγμή μέσα από γνωστές διαδικασίες, για τη διαφθορά προβλέπονταν αυστηρότατες ποινές κ.λπ. Αλλά οποιαδήποτε πρόοδος προς αυτήν την κατεύθυνση εξαρτάται από τη μεταστροφή των κυρίαρχων στο εκλογικό σώμα ιδεών.

4. Υπάρχουν προοπτικές βελτίωσης της δημοκρατίας;
Οι συγγραφείς εκτιμούν ότι οι προοπτικές επανόδου σε μια εύρωστη δημοκρατία με ελεύθερη οικονομία και μικρό κράτος είναι εξαιρετικά ευνοϊκές για πολλούς λόγους. Ένας σημαντικός λόγος είναι, για παράδειγμα, ότι μέσα από τα δίκτυα πληροφόρησης οι πολίτες ενημερώνονται καθημερινά για το ισοζύγιο πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων της δημοκρατίας με ελεύθερη αγορά, έναντι όλων των άλλων συστημάτων πολιτικής και οικονομικής οργάνωσης. Το βρίσκουν ενισχυτικό για τις προσωπικές τους ελευθερίες και την οικονομική τους ευημερία και γι’ αυτό η δημοκρατία διαχέεται παγκοσμίως. Ένας άλλος λόγος είναι ότι η ανάπτυξη της ψηφιακής τεχνολογίας επιτρέπει την αισιόδοξη εκτίμηση ότι στο μέλλον θα υπάρξει μετάβαση από τη σημερινή έμμεση και με έλλειμμα αντιπροσώπευσης δημοκρατία στην άμεση ψηφιακή δημοκρατία. Ένας τρίτος λόγος είναι η απογοήτευση των πολιτών από τις σοβαρές ατέλειες της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.
Τα παραπάνω αποτελούν μια σημαντική αλλά περιορισμένη επιλογή των μεγάλων ερωτημάτων που θέτουν και απαντούν οι συγγραφείς. Αυτή η επισήμανση επιβεβαιώνεται εύκολα αν ο αναγνώστης ανατρέξει στο Ευρετήριο Θεμάτων που παρατίθεται στο τέλος. Από εκεί θα διαπιστώσει ότι είχαν να πουν περισσότερα για τα κύρια θέματα της εποχής μας.

Η περίπτωση της Ελλάδας
Τα κεφάλαια για την Ελλάδα κάνουν το βιβλίο εξαιρετικά ενδιαφέρον για όσους αναζητούν μια συμπυκνωμένη καταγραφή και ερμηνεία των μεταπολεμικών πολιτικών και οικονομικών εξελίξεων.[ix] Στο τέλος, οι επιμελείς και διαβασμένοι αναγνώστες αποκλείεται να μη συμφωνήσουν με την εκτίμηση που διατυπώνουν οι συγγραφείς:

«Οι οικονομικές επιδόσεις της Ελληνικής Δημοκρατίας κατά τη μεταπολεμική περίοδο παρουσιάζουν όλα τα χαρακτηριστικά μιας περιόδου αξιοσημείωτης επιτυχίας, την οποία διαδέχθηκε μια περίοδος εξίσου αξιοσημείωτης οπισθοδρόμησης. Κατά την άποψή μας, πρόκειται για μοναδική περίπτωση, η οποία πρέπει να διδάσκεται από τα δημοτικά σχολεία μέχρι τα πανεπιστήμια, ώστε απλοί πολίτες, πολιτικοί, και ειδικοί να μάθουν πως: α) στη δημοκρατία οι πολίτες μπορούν να παραπλανηθούν από επιπόλαιες και ιδιοτελείς ηγεσίες και να συναινέσουν σε μεταρρυθμίσεις και πολιτικές οι οποίες γονατίζουν και τη δημοκρατία και την οικονομία, β) τα κόμματα εξουσίας καταλύουν τη δημοκρατία, αυτονομούνται από τον έλεγχο των πολιτών ιδιοποιούμενα τη δημόσια διοίκηση, και καταστρέφουν τους θεσμούς που είναι βασικοί για τη λειτουργία της ελεύθερης οικονομίας, και γ) οικονομικές πολιτικές που φαίνονται και είναι επιτυχημένες βραχυχρόνια, στο μακρύ χρόνο μπορούν να καταστούν καταστροφικές, αν δεν αναθεωρηθούν έγκαιρα.» (σ. 411)

Πιο πάνω τόνισα σκόπιμα τη λέξη «αποκλείεται» για να διευκρινίσω ότι οι εκτιμήσεις των συγγραφέων προκύπτουν από προσεκτική ανάλυση των στατιστικών στοιχείων που καταγράφονται στις εγχώριες και διεθνείς βάσεις δεδομένων, και όχι από τα αξιακά τους συστήματα ή από δικές τους αυθαίρετες υποθέσεις και παραδοχές. Σ’ αυτή τη βάση, θα τολμούσα να διακινδυνεύσω την άποψη ότι η αρτιότητα με την οποία καταγράφουν και ερμηνεύουν την μεταπολεμική ιστορία της δημοκρατίας και της οικονομίας στη χώρα μας θα προσελκύσει την προσοχή στο βιβλίο όχι μόνο των πολιτών, των οικονομολόγων και των ενδιαφερόμενων πολιτικών, αλλά επίσης θα είναι εξαιρετικά δύσκολο στους μελετητές αυτής της περιόδου στο μέλλον να το αγνοήσουν.
Εξίσου αξιοσημείωτη με την εύρωστη και λογικά συνεκτική αποτίμηση των παραγόντων που οδήγησαν στην παρούσα καταθλιπτική εθνική συγκυρία είναι επίσης η αποτύπωση από τους συγγραφείς ενός οράματος για την Ελλάδα καθώς και των προϋποθέσεων που θα απαιτηθούν για την επίτευξή του. Οι επιδιώξεις που στοιχειοθετούν το όραμα δεν μπορούν να διατυπωθούν πιο συμπυκνωμένα απ’ ό,τι το κάνουν οι συγγραφείς στις σελίδες 419-420. Υποστηρίζουν μεταξύ άλλων ότι:

Το ελληνικό κράτος πρέπει να αλλάξει πρόσωπο. Να υπάρχουν, δηλαδή:
– Λίγοι νόμοι, απλοί και ευέλικτοι, και η εφαρμογή τους να είναι άτεγκτη.
– Λίγοι δημόσιοι υπάλληλοι, αλλά υψηλόμισθοι, αδιάφθοροι και ακομμάτιστοι.
– Μικρό κράτος το οποίο: (α) να παρέχει υψηλής ποιότητας υπηρεσίες, (β) να διαφυλάσσει και να αξιοποιεί τη ζωογόνο δύναμη του ανταγωνισμού για να προστατεύει τους πολίτες από πάσης φύσεως μονοπώλια και συντεχνίες, και (γ) να στηρίζει αποτελεσματικά όσους έχουν αντικειμενική αδυναμία να επιτύχουν ένα ανθρώπινο επίπεδο διαβίωσης.

Τέλος, όσον αφορά τις προϋποθέσεις για να υπάρξει πρόοδος προς τις πιο πάνω κατευθύνσεις, οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι:

«…άμεση προτεραιότητα έχει η προσπάθεια ανατροπής των (…) στερεοτύπων που καλλιεργούνται συστηματικά σε βάρος του ελληνικού λαού, και έχουν οδηγήσει στη θεώρηση της ελεύθερης οικονομίας ως κοινωνικά ανάλγητης. Το μεγάλο κράτος, προπαγανδίζεται έντεχνα στο λαό, ως ο μοναδικός εγγυητής κοινωνικής πρόνοιας και αλληλεγγύης, ενώ στην ουσία λειτουργεί ως προστατευτική ασπίδα για την γιγάντωση συντεχνιακών πρακτικών. Αυτός ο μύθος του μεγάλου, άρα κοινωνικά ευαίσθητου κράτους, είναι ώρα να αποκαλυφθεί και να καταρριφθεί. Με βάση τα όσα εκθέσαμε στο πρώτο μέρος του βιβλίου, πρέπει να καταστεί σαφές στον Έλληνα πολίτη, ότι η διατήρηση ενός κράτους τεράστιου, επαχθούς και αναποτελεσματικού, απομυζά κάθε ικμάδα της ελληνικής κοινωνίας, αποτελεί εστία διαφθοράς και ζημιώνει πρωτίστως τις ασθενέστερες κοινωνικές ομάδες που επαίρεται ότι προστατεύει. Μόνο ένα μικρό κράτος που σέβεται τους κόπους του πολίτη και δεν τους αποστραγγίζει μέσα από τη δυσβάσταχτη φορολογία που απαιτείται για τη συντήρηση ενός διογκωμένου κρατικού μορφώματος το οποίο ελέγχει και διαχειρίζεται, με οδυνηρές συνέπειες, ορισμένους από τους πιο δυναμικούς τομείς της ελληνικής οικονομίας.»

Αποτίμηση
Στο βιβλίο τεκμηριώνεται ότι η σύγχρονη δημοκρατία βρίσκεται σε κρίση γιατί, εξαιτίας του μεγάλου και αδηφάγου κράτους στο οποίο βασίζεται, τροφοδοτεί την ακατάσχετη διαφθορά, περιορίζει τις ατομικές ελευθερίες και καταστέλλει τις δυνάμεις της ενδογενούς οικονομικής ανάπτυξης. Αλλά για τους συγγραφείς αυτή η κρίση είναι δημιουργική γιατί έχουν μπει σε λειτουργία οι εξελίξεις της αναγέννησης της δημοκρατίας, όπως έγινε πολλές φορές στο παρελθόν. Οι εξελίξεις αυτές, με τη βοήθεια και της νέας ψηφιακής τεχνολογίας, ενθαρρύνουν την αντικατάσταση στη δημοκρατία των διαδικασιών της αντιπροσώπευσης με διαδικασίες άμεσης ανάμιξης των πολιτών στις κοινές αποφάσεις για τα προβλήματα που τους αφορούν. Έτσι, όταν σε λίγα χρόνια οι αναταράξεις καταλαγιάσουν, οι δημοκρατίες θα λειτουργούν πιο αποτελεσματικά απ’ ό,τι στο πρόσφατο παρελθόν, οι εγχώριες και οι παγκόσμιες αγορές θα διαχέουν τα αγαθά της νέας τεχνολογίας σε όλο και μεγαλύτερα πλάτη και μήκη της γης, και προπάντων οι ατομικές ελευθερίες θα έχουν γίνει πιο ουσιαστικές για περισσότερους ανθρώπους και χώρες.

* Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε στο Τεύχος 39 Απριλίου 2013 της ARB.





[i] Ο Αναστάσιος Δ. Καραγιάννης, Καθηγητής Ιστορίας των Οικονομικών Θεωριών στο Τμήμα Οικονομικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Πειραιώς, απεβίωσε τον Ιανουάριο του 2012.
[ii] Από τον γερμανικό εκδοτικό οίκο Springer Publishers με τίτλο Creative Crisis in Democracy and Economy. Η έκδοση στα αγγλικά αποτελείται από εννιά κεφάλαια. Στην έκδοση αυτή τα έξι κεφάλαια για την Ελλάδα που περιέχονται στην ελληνική έκδοση συμπτύχθηκαν σε ένα.
Η ελληνική έκδοση αποτελείται από δύο μέρη και δεκατέσσερα κεφάλαια. Το πρώτο μέρος περιλαμβάνει οκτώ κεφάλαια. Σ’ αυτά οι συγγραφείς ασχολούνται με τα προβλήματα της δημοκρατίας και της οικονομίας από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Στο δεύτερο μέρος χρησιμοποιούν τα πορίσματά τους από το πρώτο μέρος προκειμένου να φωτίσουν τα αίτια που οδήγησαν την Ελλάδα σε μια άνευ προηγουμένου αναστροφή, από τη φάση της μεγάλης ανάπτυξης πριν από το 1974, στη φάση της φθίνουσας πορείας έκτοτε, με κατάληξη τη χρεοκοπία των ημερών μας, ή όπως αλλιώς θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κάποιος την αδυναμία της χώρας να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της χωρίς τη συνδρομή των πιστωτών της.
[iii] Βλ. Howard Callaway, The Morality of Capitalism, Society for Individual Liberty, Warminster 1983.
[iv] Το δικαίωμα της ιδιοκτησίας στην Αρχαία Αθηναϊκή Δημοκρατία τύγχανε αυξημένης νομικής προστασίας, ήταν φυσικό δικαίωμα του πολίτη η υπεράσπιση της ιδιοκτησίας του. Εκείνος δε που θα πρότεινε την κατάργηση ή τον περιορισμό της προστασίας της ιδιοκτησίας κινδύνευε με καταδίκη σε ατιμία και δήμευση της δικής του περιουσίας. «Ὃς ἂν ἄρχων ἢ ἰδιώτης αἴτιος ἢ τὸν θεσμὸν συγχυθῆναι τόνδε, ἢ μεταποιήσῃ αὐτόν, ἄτιμον εἶναι καὶ παῖδας καὶ τὰ ἐκείνου» (Δημοσθένους, Κατὰ Ἀριστοκράτους, 62). Στον όρκο των Ηλιαστών (λαϊκών δικαστών) αναφέρεται: «οὐ ψηφιοῦμαι (...) οὐδὲ τῶν χρεῶν τῶν ἰδίων ἀποκοπὰς οὐδὲ γῆς ἀναδασμὸν τῶν Ἀθηναίων οὐδ’ οἰκιῶν ἐξεῖναι» (Δημοσθένους, Κατὰ Τιμοκράτους, 149).
[v]  Οι συγγραφείς ίσως θα έπρεπε να αναλύσουν περισσότερο και την καθολική τάση της γραφειοκρατίας να αυτονομείται όλο και περισσότερο από τις αποφάσεις και επιλογές της πολιτικής εξουσίας, πολλές φορές δε να αντιδρά ευθέως στην εφαρμογή πολιτικών που ενέκρινε το εκλογικό σώμα. Για μια εμπεριστατωμένη ανάλυση της αρνητικής επίδρασης της γραφειοκρατίας στην ποιότητα των θεσμών της δημοκρατίας, βλ. Ο. Williamson “Economic Institutions and Development: A view from the bottom”, στο Mancur Olson and Satu Kähköhnen, A Not-so-dismal Science: A Broader View of Economies and Societies, Oxford University Press, 2000, Eric Allen Nordlinger, On the Autonomy of the Democratic State, Harvard University Press, 1990 και το κλασικό έργο του Ludwig von Mises, Bureaucracy, Yale University Press, 1944.
[vi] Η θέση αυτή των συγγραφέων εδράζεται μεταξύ άλλων στο μνημειώδες έργο των Milton Friedman και Anna Jacobson Schwartz A Monetary History of the United States, 1867-1960. Ιδιαιτέρως στο κεφάλαιο “The great contraction” (“Η μεγάλη συρρίκνωση”), όπου οι συγγραφείς υποδεικνύουν ως υπεύθυνο για την ύφεση που ακολούθησε την κρίση του 1929 το Federal Reserve Bank System.
[vii] Ειρήσθω εν παρόδω ότι ο εκλιπών Αναστάσιος Καραγιάννης υπήρξε ένας από τους πιο σημαντικούς και έγκυρους μελετητές του έργου του Κέυνς.
[viii] Για την αλλαγή του πολιτικού ρεύματος στη Βρετανία της Θάτσερ και στις ΗΠΑ του Ρέιγκαν, βλ. Peter Jenkins, Mrs Thatcher's Revolution: The Ending of the Socialist Era, London 1987· Andrew Gamble, The Free Economy and the Strong State: The Politics of Thatcherism, Durham, NC, Duke University, 1988· Ian C. Bradley, The Strange Rebirth of Liberal Britain, London, Chatto and Windus, 1985· Henk Overbeek, Global Capitalism and National Decline: The Thatchers Decade in Pespective, London, Unwin Hyman, 1989· William E. Simon, A Time for Truth, New York, Readers’s Digest Press, 1978· Robert J. Ringer, Restoring the American Dream, New York, 1979.
[ix] Αξίζει να αναφέρουμε εδώ και το πολύ σημαντικό έργο του Μάρκου Δραγούμη, Πορεία προς τον Φιλελευθερισμό, Παπαζήση - ΚεΦιΜ, Αθήνα 22010, καθώς και του πρώην υπουργού Αλέκου Παπαδόπουλου, Τα βήματα του Έστερναχ. Η Ελλάδα μετά το 2010, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2008. 

Τετάρτη 1 Μαΐου 2013

Aνάπτυξη ή φόροι


Πολλοί πιστεύουν γαλουχημένοι δεκαετίες με τα κρατικιστικά ιδεολογήματα ότι αρκεί το πάτημα ενός κουμπιού από την κυβέρνηση ή μια ομιλία του κ. Στουρνάρα στο συνέδριο του Economist και ως δια μαγείας θα δημιουργηθεί ανάπτυξη. 
Στον πραγματικό κόσμο όμως αυτά δε γίνονται. 
Αντιθέτως, το κράτος με το πάτημα ενός κουμπιού μπορεί ευκολότατα να καταστρέψει τα πάντα, ολόκληρους κλάδους της οικονομίας και να εμποδίσει την ανάπτυξη για το παρόν και το μέλλον.
Πάρτε για παράδειγμα τα ακίνητα. Η ολέθρια επιλογή και της παρούσας κυρίως όμως της προηγούμενης αμιγώς σοσιαλιστικής -κατά δήλωση του κ. Παπακωνσταντίνου- κυβέρνησης να καλυφθεί το έλλειμμα με αύξηση των φόρων και όχι με μείωση των δημοσίων δαπανών, οδήγησε σε κατάρρευση τις τιμές των ακινήτων. 
Η αξία της συνολικής ακίνητης περιουσίας της Ελλάδος (δημόσιας και ιδιωτικής) εκτιμάται ότι μειώθηκε στο ένα τρίτο κατά την τριετία 2009-2012, από 1 περίπου τρις € το 2009 σε 350 με 400 εκ. € σήμερα.
Αυτό ήταν το αποτέλεσμα της εξοντωτικής φορολογίας που επιβλήθηκε στα ακίνητα (ETAK, ΦΑΠ, έκτακτο τέλος, ΕΕΤΗΔΕ, ΤΑΠ, δημοτική φορολογία κοκ.).
Αλλά όταν η ακίνητη ιδιοκτησία μιας χώρας χάνει την αξία της, δεν υπονομεύονται, όπως έχω αρκετές φορές εξηγήσει, μόνο τα φορολογικά έσοδα, υπονομεύεται και μόνο εξ αυτού του λόγου συνολικά η αναπτυξιακή πορεία της χώρας. 
Θα σας δώσω ένα παράδειγμα μια επιχείρηση δανείστηκε το 2008 ένα ποσό με εμπράγματη ασφάλεια κάποιο ακίνητό της. Οι τράπεζες είναι υποχρεωμένες -για να μην κινδυνεύσει η φερεγγυότητά τους- να αποτιμούν κάθε χρόνο τις εξασφαλίσεις τους στα δάνεια που έχουν χορηγήσει κι αν αυτές για οποιοδήποτε λόγο έχουν απομειωθεί οφείλουν να ζητήσουν από το δανειολήπτη πρόσθετες εξασφαλίσεις ή στην καλύτερη περίπτωση γι΄αυτόν να του αυξήσουν το επιτόκιο του δανεισμού του. Η δυστυχής επιχείρηση θα κληθεί λοιπόν σήμερα να δώσει πρόσθετες εξασφαλίσεις αλλιώς θα κινδυνεύσει είτε να αυξηθεί σημαντικά το επιτόκιο του δανεισμού της είτε ακόμη και να καταγγελθεί από την τράπεζα το δάνειο και να καταστεί άμεσα απαιτητό το ανεξόφλητο υπόλοιπό του. Ποια επιχείρηση υπό τις σημερινές ιδιαιτέρως αντίξοες συνθήκες είναι σε θέση είτε να δώσει πρόσθετες εξασφαλίσεις είτε να αντέξει το κόστος της αύξησης των επιτοκίων δανεισμού;
Εξαιτίας της υπερφορολόγησης των ακινήτων απαξιώθηκε το αντικείμενο του φόρου και περιορίστηκε σημαντικά η δανειοληπτική ικανότητα των πολιτών και των επιχειρήσεων που είναι απαραίτητη για την παραγωγή πλούτου.
Επιπλέον, με την άυξησητ ης φορολογίας των ακινήτων μειώθηκε η αξία της προς αξιοποίηση ακίνητης περιουσίας του δημοσίου.
Κοντολογίς, οι υπέρμετρα επαχθείς φόροι οδήγησαν σε κατάρρευση της αξίας του πρωτογενούς εθνικού πλούτου, αξία που προσέδωσαν εδώ και δεκαετίες οι άνθρωποι με τον καθημερινό μόχθο και τον ιδρώτα τους.

Δευτέρα 8 Απριλίου 2013

Οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα τι είναι, σκουπίδια, κύριε Μανιτάκη;


Οι δημόσιοι υπάλληλοι «δεν είναι ντομάτες», ώστε κάποιοι να απολυθούν φέρεται να δήλωσε σε δημοσιογράφους ο Αντώνης Μανιτάκης. Θα μπορούσε να του ανταπαντήσει κάποιος «ναι αλλά και οι ιδιωτικοί υπάλληλοι δεν είναι σκουπίδια». Καλές είναι οι ατάκες και οι παρομοιώσεις, δηλωτικές μάλιστα της συνολικής ανικανότητας της κυβέρνησης να μειώσει έστω και λίγο το υδροκέφαλο κράτος με την απόλυτη εγκληματική συνενοχή της αντιπολίτευσης, αλλά θα ήταν προτιμότερο να σκεφτεί κανείς ποιο είναι το τίμημα των μη απολύσεων.

Ας αναλογιστούμε πού οδηγεί η καταστροφική παράνοια των κυβερνώντων να διατηρούν το μέγεθος του κράτους διογκωμένο και υπερτροφικό:

1) Σε μεγάλη και άδικη φορολογία στα εισοδήματα των φυσικών προσώπων και των επιχειρήσεων, στην περιουσία και στην ιδιοκτησία τους, φορολογία που απλώς «κουκουλώνει» πρόσκαιρα τα ελλείμματα τα οποία δημιουργούν οι εκατοντάδες χιλιάδες άχρηστων θέσεων «εργασίας» σε δημόσιους φορείς που δεν προσφέρουν το παραμικρό.

2) Σε δραματική αύξηση της ανεργίας. Ήδη το πρώτο τρίμηνο του 2013 η επίσημη ανεργία άγγιξε το 27% και η ανεργία των νέων ανθρώπων το 59%. Στα ποσοστά αυτά δεν υπολογίζεται η πραγματική ανεργία των αυτοαπασχολουμένων, των ελευθέρων επαγγελματιών και των επιχειρηματιών που οι επιχειρήσεις τους κλείνουν. Εξαιτίας των μη απολύσεων στο Δημόσιο, οδηγούνται στην ανεργία υπερδιπλάσιοι εργαζόμενοι από τον ιδιωτικό τομέα, ο οποίος βλέπει την ταμειακή του ρευστότητα να εξαφανίζεται από τους φόρους και αναγκάζεται να περιορίζει τις θέσεις εργασίας ή τους μισθούς των εργαζομένων του.

3) Σε ύφεση στην οικονομία. Περίπου 40.000 επιχειρήσεις θα κλείσουν μέσα στο 2013. Ο δημόσιος τομέας κατασπαταλά τα χρήματα των φορολογουμένων. Η αναποτελεσματική δημόσια διαχείριση δεν προσφέρει ανάλογο κοινωνικό αποτέλεσμα. Υγιή ανάπτυξη και θέσεις εργασίας δημιουργεί μόνο ο παραγόμενος πλούτος από την ιδιωτική οικονομία, όταν βεβαίως περισσεύει και δεν αφαιρείται με τη μεγάλη και άδικη φορολογία.

4) Σε διατήρηση της ισχύος του πελατειακού κομματικού κράτους που τους διόρισε κατά εκατοντάδες χιλιάδες και είναι αυτό που ευθύνεται για την καταστροφή της χώρας.

Η κυβέρνηση πρέπει να κατανοήσει ότι ανάπτυξη θα υπάρξει όταν μειωθεί χωρίς καθυστέρηση το μέγεθος του Δημοσίου. Ο δημόσιος τομέας παρουσιάζει δαπάνες που υπερβαίνουν το 63% του ΑΕΠ. Το κράτος παίρνει τη μερίδα του λέοντος σε κάθε συναλλαγή (λ.χ. 65% στη βενζίνη, 75% στα τσιγάρα) και είναι ο πραγματικός μέτοχος (χωρίς συμμετοχή στις ζημιές) των «ιδιωτικών» επιχειρήσεων σε ποσοστό άνω του 55%. Όλα αυτά για να συντηρείται ο εντελώς αντιπαραγωγικός δημόσιος τομέας, οι χιλιάδες άχρηστες δημόσιες υπηρεσίες και φορείς.

Την ίδια στιγμή οι αρμόδιοι φορείς συσκοτίζουν το θέμα είτε αποκρύπτοντας είτε αποσιωπώντας στοιχεία. Πόσοι τελικά είναι οι δημόσιοι υπάλληλοι στη χώρα; Σύμφωνα με τα στοιχεία του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης το προσωπικό του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ ανερχόταν τον Οκτώβριο του 2012 σε 667.773. Σ’ αυτούς θα πρέπει να προσθέσετε άλλους 215.402 υπαλλήλους των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου. Σύνολο: 883.175 δημόσιοι υπάλληλοι. Να μην ξεχάσουμε να προσθέσουμε και τους υπαλλήλους των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου που δεν έχουν αποστείλει ακόμη στοιχεία. Ουδείς γνωρίζει τον αριθμό τους, αλλά σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων μιλάμε για οκτακόσιους και πλέον δημοσίους φορείς με άγνωστο αριθμό απασχολουμένων υπαλλήλων! Συγκρατήστε τον αριθμό, έχουμε –σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία– 900.000 δημοσίους υπαλλήλους σε οικονομικά ενεργό πληθυσμό 4,7 εκατομμυρίων εκ των οποίων 1,5 εκατομμύριο και πλέον είναι οι άνεργοι. Έχουμε ακόμη και 2,8 εκατομμύρια συνταξιούχους. Η αναλογία συνταξιούχων εργαζομένων έχει πέσει στο 0,85 (βόμβα στα θεμέλια του ασφαλιστικού συστήματος), ενώ το ποσοστό των δημοσίων υπαλλήλων στον οικονομικά ενεργό πληθυσμό έχει φθάσει το 19%. Η εξίσωση για την ελληνική οικονομία δεν μπορεί να λυθεί. Η χώρα οδηγείται με μαθηματική ακρίβεια στην καταστροφή.

Αυτό που είναι ακόμη πιο απογοητευτικό είναι ότι η Τρόικα δεν έχει πάρει χαμπάρι του τι συμβαίνει γύρω της. Επιμένει στη διατήρηση των φορολογικών συντελεστών στα σημερινά εξοντωτικά για τους φορολογούμενους επίπεδα. Οι εκπρόσωποί της παρασύρονται και παίζουν το παιχνίδι της πιο βρώμικης κομματικής νομενκλατούρας. Υποκύπτουν στις πιέσεις του εγχώριου κατεστημένου πολιτικού συστήματος που αγωνίζεται με νύχια και με δόντια να διατηρήσει αλώβητες τις βδέλλες του μόχθου του λαού μας, ήτοι τα πάσης φύσεως πελατειακά του δίκτυα. Οι εκπρόσωποι των δανειστών μας αδυνατούν να κατανοήσουν ότι χωρίς μείωση των φόρων, γενναίες διαρθρωτικές αλλαγές και δραστική μείωση του κράτους, αλγεβρικώς τουλάχιστον η χώρα δεν σώζεται με τίποτα.

Μείωση του κράτους δεν μπορεί να γίνει δι’ ευχελαίου και θυμιαμάτων. Επιβάλλεται να κλείσουν χιλιάδες άχρηστοι φορείς του Δημοσίου και να απολυθούν δημόσιοι υπάλληλοι. Όχι μόνο οι επίορκοι αλλά και οι περιττοί και οι άχρηστοι. Θυμίζω ότι το 1974 η μεταπολίτευση παρέλαβε 150.000 δημοσίους υπαλλήλους, μέχρι το 1981 ο αριθμός τους υπερδιπλασιάστηκε και έφθασαν στις 350.000, ενώ σήμερα ξεπερνούν τις 900.000 χωρίς στο μεταξύ η Ελλάδα να πρόσθεσε νέα εδάφη στην επικράτειά της. Ο αριθμός αυτός από μόνος του συνιστά και το μεγαλύτερο έγκλημα συλλογικής διαφθοράς στη σύγχρονη Ελλάδα. Το κομματικό σύστημα πέτυχε διά των πελατειακών σχέσεων και των αθρόων διορισμών στο Δημόσιο τον εξωνισμό της ψήφου και των εκμαυλισμό των συνειδήσεων εκατομμυρίων Ελλήνων.

Και σκεφτείτε ότι το 1974 οι 150.000 δημόσιοι υπάλληλοι εργάζονταν πιο αποδοτικά και πιο φιλότιμα από σήμερα, χωρίς ηλεκτρονικούς υπολογιστές, χωρίς δίκτυα, χωρίς βάσεις δεδομένων, χωρίς μηχανοργάνωση...

Αυτές οι στρατιές των εξαρτημένων και ελεγχόμενων από το πελατειακό κομματικό σύστημα στηρίζουν με τη σειρά τους πολιτικά το φαύλο πολιτικό κατεστημένο και εξασφαλίζουν την επανεκλογή στους προστάτες τους.

Η διαβρωτική για την κοινωνία μας δύναμη του αριστερής προελεύσεως ιδεολογήματος των φτωχών και καταπιεσμένων προλεταρίων που τους καταπιέζουν τάχα οι αδίστακτοι «αιμοδιψείς» επιχειρηματίες, βιομήχανοι, εφοπλιστές κ.ο.κ., το οποίο κυριάρχησε σταδιακά μετά τον εμφύλιο πόλεμο, υπονόμευσε όλες τις προσπάθειες εκσυγχρονισμού της χώρας και οδήγησε όχι μόνο σε αποβιομηχάνιση την οικονομία μας αλλά και σε πλήρη μαρασμό και σήψη. Στη μεταπολεμική Ελλάδα ο αναξιοκρατικός μέσω του κόμματος ή του βουλευτή διορισμός στο Δημόσιο ήταν κοινωνικά αποδεκτός ενώ το όραμα μιας επιχειρηματικής προσπάθειας συνώνυμο της αρπαχτής και της απάτης. Κάποτε, συνειδητοποιώντας αυτή την συλλογική παράνοια, ακόμη και αυτός ο Λεωνίδας Κύρκος στηλιτεύοντας το κρατικιστικό παρελθόν της Αριστεράς, χαρακτήρισε την υπερβολική συγκέντρωση του κράτους και τον διορισμό στο δημόσιο «βάθρο του συντηρητισμού της κοινωνίας και πολεμικό αντίπαλο των νέων ιδεών της Αριστεράς» («Ποια Αριστερά;», σελ. 33). Η συντριπτική πλειονότητα των πολιτικών και των διανοουμένων μας δεν μπόρεσε να αντιληφθεί ότι όταν δεν ενισχύουμε τη νόμιμη απόκτηση πλούτου, αντιθέτως την αποθαρρύνουμε στιγματίζοντας ή ποινικοποιώντας την ατομική επιτυχία, την προσωπική δημιουργία, το νόμιμο κέρδος, την επιχειρηματική ικανότητα, εξιδανικεύοντας την ίδια στιγμή την τεμπελιά, τη ραθυμία, τη σπατάλη –με τα λεφτά των άλλων–, στο τέλος θα υπονομεύσουμε την πραγματική οικονομία και θα οδηγηθούμε στην ενίσχυση μόνο του παράνομου πλούτου. Εκείνου δηλαδή του πλουτισμού που προέρχεται από τους πολυδαίδαλους μηχανισμούς της διαφθοράς και αποκτάται μέσω της «καλολαδωμένης» για τέτοιες δουλειές κρατικής μηχανής και του θεσμικού υποβάθρου της, το οποίο έχει πολύ μεθοδικά –και όχι πάντοτε ηθελημένα– εξυφάνει η γραφειοκρατία. Το ανεξέλεγκτο κομματικό σύστημα, οι ΔΕΚΟ, η γραφειοκρατία και ο κρατικός παρεμβατισμός είναι οι υποδοχείς της ανηθικότητας και του άνομου πλουτισμού. Κάποτε ένας πραγματικός διανοούμενος, ο αξέχαστος Μάρκος Δραγούμης έγραψε «όπου υποχωρούν οι νόμοι της αγοράς, εγκαθιδρύονται οι νόμοι της εξαγοράς».

Στην παράφωνη αυτή μεταπολεμική λαίλαπα των κρατιστών υπήρξαν λίγες θαρραλέες φωνές που τόλμησαν με παρρησία να εκφράσουν τις αντιρρήσεις τους, όπως για παράδειγμα ο Κυριάκος Βαρβαρέσος, ο οποίος στην έκθεσή του για την ελληνική οικονομία το 1952 με τίτλο «Έκθεσις επί του οικονομικού προβλήματος της Ελλάδος» (2η έκδοση, Σαββάλας 2002) πρότεινε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

α) Μείωση των δημοσίων υπαλλήλων (σύμφωνα με τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδος 54.909 το 1940, 72.671 το 1952),

β) προσλήψεις με αποκλειστικό κριτήριο τις γνώσεις και τις ικανότητες σε συνδυασμό με τις ανάγκες του Δημοσίου και όχι προσλήψεις για μείωση της ανεργίας,

γ) περιορισμό της αυθαιρεσίας των εφοριακών και των υπολοίπων δ.υ.,

δ) συνδυασμό του μισθού τους με πριμ αποδοτικότητας,

ε) μείωση της σπατάλης στο Δημόσιο αφού οι δ.υ. σπαταλούν «τον ιδρώτα του φορολογουμένου και όχι ενός αοράτου όντος».

Ο Βαρβαρέσος κατέληγε «Είμαι απολύτως πεπεισμένος ότι και εις το μέλλον ουδεμία πραγματική βελτίωσις των οικονομικών της χώρας θα καταστεί δυνατή, εφ’ όσον δεν αντιμετωπίζεται το βασικόν τούτο πρόβλημα της πλημμελώς λειτουργούσης διοικητικής μηχανής».

Δυστυχώς ο Βαρβαρέσος δεν εισακούστηκε, με αποτέλεσμα να οδηγηθούμε στη σημερινή δραματική κατάσταση. Οι προτάσεις του όμως είναι περισσότερο επίκαιρες σήμερα από την εποχή που πρωτοπαρουσιάστηκαν.

Ενδεικτικά αυτής της αχαλίνωτης εξέλιξης του κράτους είναι και όσα γράφει σε εμπιστευτική επιστολή του προς τον τότε πρωθυπουργό Ανδρέα Γ. Παπανδρέου –που έφερε στο φως της δημοσιότητας ο Νίκος Νικολάου (2008)– ο Απόστολος Λάζαρης το 1988:

«Τώρα, εκ των υστέρων, έγινε φανερό πως με τις προσλήψεις που κάναμε, και προ πάντων με τον τρόπο που τις κάναμε, όχι μόνο δεν βελτιώσαμε την ποιότητα της διοίκησης στο δημόσιο και στους διαφόρους οργανισμούς και στις τράπεζες, αλλά τη χειροτερέψαμε ακόμα πιο πολύ.».

Για τις προσλήψεις που πολλαπλασιάστηκαν μετά το 1981 ενώ η κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου (πρότυπο αμφοτέρων, του κ. Καραμανλή του νεότερου και του κ. Τσίπρα) διέλυσε πλήρως την οργάνωση και την ιεραρχία του Δημοσίου, ο Λάζαρης γράφει:

« ... το μισθολόγιο και το βαθμολόγιο (...) ενώ συνέβαλλαν στην αύξηση των ανελαστικών κονδυλίων του προϋπολογισμού, δεν δημιούργησαν την ευκαιρία για βελτίωση της παραγωγικότητας, αντίθετα διαιώνισαν τη γραφειοκρατική αδιαφορία και εξαφάνισαν τα κίνητρα για υπαλληλική σταδιοδρομία».

Το πρόβλημα της χώρας μας είναι το κράτος. Η οικονομία έχει τεράστιες δυνατότητες, αρκεί να απελευθερωθεί από τον κρατικό έλεγχο που επιβάλλουν η αντιδραστική γραφειοκρατία, οι συντεχνίες και τα συνδικάτα του Δημοσίου, οι κρατικοδίαιτοι επιχειρηματίες και οι μεσίτες όλων αυτών, οι πολιτικοί.

Η καλύτερη επιδότηση για τις δημιουργικές και όχι για τις παρασιτικές δυνάμεις της αγοράς είναι η αποχή του κράτους από τα πόδια της οικονομίας, η μείωση του δημοσίου τομέα, των γραφειοκρατικών εμποδίων στην επιχειρηματικότητα, της υψηλής και άδικης φορολογίας. Το κρατικοδίαιτο οικονομικό μοντέλο του ελληνικού παρασιτικού, παρεοκρατικού και μονοπωλιακού καπιταλισμού έχει ήδη καταρρεύσει. Καιρός να αντιληφθεί και ο κ. Μανιτάκης ότι, όταν κάποιος έχει πάθει γάγγραινα του κόβεις το άρρωστο πόδι (μειώνεις το δημόσιο) όχι το υγιές (ιδιωτικό τομέα).



Δημοσιεύτηκε στις 8/4/2013 στο www.capital.gr

http://www.capital.gr/News.asp?id=1768417

Τετάρτη 20 Μαρτίου 2013

To Eurogroup αποσταθεροποιεί την Ευρώπη*


Η απόφαση του Eurogroup για φορολόγηση των καταθέσεων στις Κυπριακές τράπεζες απειλεί με αποσταθεροποίηση το οικοδόμημα του Ευρώ. Όπως πάντα, o κύριος λόγος είναι ότι η κυβερνητική παρέμβαση για θεραπεία ενός προβλήματος δημιουργεί μια σειρά από νέα μεγαλύτερα και απροσδόκητα προβλήματα. Θα εξηγήσουμε τι εννοούμε μετά από μια σύντομη περιγραφή του ρόλου των τραπεζών στη διαδικασία της δημιουργίας χρήματος.

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (EKT) διαθέτει ένα προνόμιο που της έχουν παραχωρήσει τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης. Αυτό είναι το μονοπώλιο της έκδοσης του ευρώ. Οι ποσότητες ευρώ που εκδίδει διοχετεύονται στις εμπορικές τράπεζες, οι οποίες με την σειρά τους τις διοχετεύουν στις αγορές, υποχρεούμενες να διακρατούν σε ρευστή μορφή ένα μικρό ποσοστό των δανείων που παρέχουν απ’ αυτήν την πηγή για να εξασφαλίζονται έναντι μιας απροσδόκητης αύξησης της ζήτησης μετρητών. Αυτή η διαδικασία συνεπάγεται ότι οι εμπορικές τράπεζες συμμετέχουν στη δημιουργία χρήματος και γι’ αυτό υπόκεινται στον έλεγχο της ΕΚΤ ώστε να καλύπτονται απ’ αυτήν έναντι των καταθετών με την εμπιστοσύνη της δύναμης που διαθέτει. Όμως, οι εμπορικές τράπεζες λειτουργούν ταυτόχρονα και ως επενδυτικές τράπεζες με την έννοια ότι συλλέγουν τις αποταμιεύσεις και μ’ αυτές χρηματοδοτούν βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες επενδύσεις οι οποίες δεν είναι εύκολα ρευστοποιήσιμες. Έτσι δημιουργείται ένα πρόβλημα. Αυτό είναι ότι, ενώ καλύπτονται από την ΕΚΤ ως εμπορικές τράπεζες για τους κινδύνους που πηγάζουν από τη συμμετοχή τους στην δημιουργία χρήματος, δεν καλύπτονται από τους κινδύνους που αναλαμβάνουν ως επενδυτικές τράπεζες. Αυτό φυσικά είναι κοστοβόρο να το γνωρίζουν οι μικροί καταθέτες και γι’ αυτό λαμβάνεται πρόνοια ώστε αυτοί να εξασφαλίζονται με την εγγύηση κάποιου απόλυτα φερέγγυου θεσμού. Στις ΗΠΑ για παράδειγμα αυτός ο θεσμός είναι η Εταιρεία Ομοσπονδιακής Ασφάλισης των Καταθέσεων (FDIC), ο οποίος επιτρέπει να πτωχεύουν εμπορικές τράπεζες που αναλαμβάνουν εξαιρετικά υψηλούς επενδυτικούς κινδύνους, αλλά χωρίς οι μικροί καταθέτες να χάνουν τις καταθέσεις τους.  
Στην Ευρώπη δεν υπάρχει ένας παρόμοιος θεσμός, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται σοβαρές παρενέργειες. Μια τέτοια παρενέργεια είναι ότι οι καταθέτες στις Ευρωπαϊκές τράπεζες μένουν με την σφαλερή αντίληψη ότι οι καταθέσεις τους είναι γενικά και απεριόριστα εγγυημένες από την ΕΚΤ. Στο πλαίσιο αυτών των επισημάνσεων, ας έλθουμε τώρα στην αποτίμηση  των συνεπειών της απόφασης του Eurogroup για γενικό «κούρεμα» των καταθέσεων στις Κυπριακές τράπεζες.
1.   Πέραν από τη σύγχυση που έχει προκαλέσει με την πολιτική της η ΕΚΤ όσον αφορά τους κινδύνους των τραπεζών που καλύπτει ή δεν καλύπτει,  από  δηλώσεις κυβερνητικών αξιωματούχων της Ευρωζώνης ήταν σαφές μέχρι το Σάββατο ότι γενική φορολόγηση των καταθέσεων αποκλειόταν. Γι’ αυτό, η απόφαση του Eurogroup, ανεξάρτητα αν και πώς θα εφαρμοστεί, διέρρηξε οριστικά τη σχέση εμπιστοσύνης που καλλιέργησαν οι κυβερνήσεις της Ευρωζώνης και η ΕΚΤ για το σύνολο των τραπεζών όλων ανεξαιρέτως των χωρών της.
2. Η απόφαση του Eurogroup καταστρέφει ολοκληρωτικά μια οικονομία και στην καλύτερη περίπτωση της επιβάλλει ριζικό οικονομικό αναπροσανατολισμό. Δεν δικαιούται να το πράξει ειδικώς όταν η Κύπρος έξι χρόνια πριν γινόταν μέλος της Ευρωζώνης με πανηγυρισμούς και διθυράμβους. Το γενικό “κούρεμα” των καταθέσεων δεν δικαιολογείται ούτε ως ποινή προς τις κυπριακές τράπεζες, αφού οι τελευταίες ακολούθησαν ως προς τα στοιχεία του ενεργητικού τους την πλέον συντηρητική από την τραπεζική οπτική πολιτική, τούτο το έπραξαν υπό τις ευλογίες της ΕΚΤ, και επίσης δεν έπραξαν τίποτε διαφορετικό απ΄ ό,τι έπραξε το σύνολο σχεδόν των υπολοίπων ευρωπαϊκών τραπεζών.
3. Ακούμε να προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι το τραπεζικό σύστημα στην Κύπρο είναι πολύ μεγάλο σε σχέση με την οικονομία και ότι θα πρέπει να μικρύνει. Αλλά γιατί δεν προβληματίζει το γεγονός ότι σε μια σειρά από χώρες το μέγεθος της οικονομίας είναι αντιστρόφως ανάλογο του μεγέθους του τραπεζικού συστήματος ( Ελβετία, Λουξεμβούργο, Λιχτενστάϊν) και αυτό δεν αποτελεί σε καμμιά περίπτωση αδυναμία γι΄αυτές. Υποπτευόμαστε ότι μια τέτοια παρέμβαση νοθεύει τον από κάθε άποψη θεμιτό ανταγωνισμό των τραπεζικών συστημάτων και σε κάθε περίπτωση δεν γίνεται για να διορθωθούν διαρθρωτικές  στρεβλώσεις.
4. Επίσης ακούμε να προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι το τραπεζικό σύστημα στην Κύπρο μετατράπηκε σε πλυντήριο μαύρου χρήματος και ότι συνεπώς πρέπει να εφαρμοστούν άτεγκτα οι κείμενοι νόμοι της Ε.Ε. Συμφωνούμε απολύτως. Αλλά εμείς είχαμε μείνει με την εντύπωση ότι Κυπριακές Τράπεζες βρίσκονταν υπό την εποπτεία και το συνεχή έλεγχο της ΕΚΤ. Αν οι υπηρεσίες και οι ελεγκτικοί μηχανισμοί της τελευταίας δεν κατάφεραν να περιορίσουν τις παράνομες πρακτικές που αποδίδονται σήμερα στις Κυπριακές τράπεζες, η ευθύνη είναι της ΕΚΤ.
5. Ο κ. Σόιμπλε σε δήλωσή του επέρριψε την φαεινή ιδέα του γενικού κουρέματος των καταθέσεων στην Κυπριακή κυβέρνηση και στην ΕΚΤ. Είναι πραγματικά λυπηρό να μην αντιλαμβάνεται πόσο καταλυτική μπορεί να αποδειχθεί για την Ευρωζώνη από οπουδήποτε και εάν προήλθε. Ως Υπουργός Οικονομικών της ηγέτιδας δύναμης της Ευρωζώνης όφειλε να την έχει απορρίψει ασυζητητί.

Η απόφαση αυτή με οικονομικά κριτήρια είναι εσφαλμένη και δεν είναι δυνατόν κάτι τέτοιο να διαφεύγει από την έμπειρη και ικανή ηγεσία του Eurogroup. Συνεπώς εφόσον δεν υπάρχει κάποια οικονομική λογική στο γενικό «κούρεμα» των καταθέσεων τότε αυτό υπαγορεύτηκε από λόγους πολιτικής σκοπιμότητας, την οποία δεν είμαστε σε θέση αυτή τη στιγμή να γνωρίζουμε.

Ο πειρασμός του κρατικού παρεμβατισμού αποσταθεροποιεί στην πραγματικότητα την Ε.Ε. αφού καταργεί την αξιοπιστία του τραπεζικού της συστήματος, νοθεύει τη φυσιογνωμία της ως ελεύθερης οικονομίας και  περιορίζει την ελευθερία των συναλλαγών. Γι΄αυτό, πολύ σύντομα αναμένουμε να οδηγήσει σε μαζική έξοδο ξένων κεφαλαίων που εδώ και μερικές δεκαετίες την εμπιστεύτηκαν.

* Το άρθρο αυτό γράφτηκε από τους Γιώργο Μπήτρο και Τάσο Αβραντίνη και δημοσιεύτηκε  στην Καθημερινή, στις 20 Μαρτίου 2013.

Παρασκευή 15 Μαρτίου 2013

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΙ ΦΟΡΟΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΗ ΚΡΙΣΗ


Προχθές η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ) ανακοίνωσε την πρώτη εκτίμησή της για το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν του 2012. Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποίησε προκύπτει ότι το ΑΕΠ μειώθηκε το 2012 σε σχέση με το 2011 κατά 7,1%. Σε ονομαστικούς όρους ανήλθε σε 193,7 δις € έναντι 208,5 δις € το 2011.
Σ΄αυτό συνετέλεσε σημαντικά και η δραματική συρρίκνωση της οικοδομικής δραστηριότητας κατά το 2012. Η οικοδομική δραστηριότητα μειώθηκε σε σχέση με τον προηγούμενο χρόνο κατά 29%, ενώ ο βιομηχανικός δείκτης υποχώρησε τον Ιανουάριο του 2013 κατά 4,8%.
Μια πολύ κρίσιμη παράμετρος είναι ότι τα έσοδα από τη φορολογία μειώθηκαν σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ περίπου κατά 8% (φόροι επί των προϊόντων, της παραγωγής και των εισαγωγών). Αν ανατρέξουμε στα απολογιστικά στοιχεία του Υπουργείου Οικονομικών για το 2011 διαπιστώνουμε ότι η φορολογία φυσικών και νομικών προσώπων παρά την πρωτοφανή φοροκαταιγίδα απέδωσε μόλις 14 δις €, δηλαδή μόλις 7%.
Το 2013 τα πράγματα θα χειροτερέψουν. Τα έσοδα του κράτους από τη φορολογία θα παρουσιάσουν μεγάλη απόκλιση από τα προϋπολογισθέντα, όπως εμμέσως ή αμέσως καταλαβαίνει κανείς από τις δηλώσεις των διαφόρων κυβερνητικών αξιωματούχων. Ίσως υπάρξει μια αύξηση των εσόδων από τη φορολογική αφαίμαξη των ιδιοκτητών ακινήτων (έχουν προϋπολογισθεί 3,8 δις €), η οποία όμως ευθύνεται για την καθίζηση της οικοδομικής δραστηριότητας. Αλλά και γενικότερα η υπέρμετρη φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας θα έχει συνολικά για την οικονομία καταστροφικά αποτελέσματα.
Η μεγάλη φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας σε συνδυασμό με τη μεγάλη και άδικη φορολογία εισοδήματος οδηγεί σε απόγνωση μεγάλο αριθμό ιδιοκτητών και περισσότερο απ΄όλους τους πιο συνεπείς φορολογούμενους. Δεδομένου ότι, η δυνατότητα ρευστοποίησης ακινήτων εξαιτίας της κατάρρευσης της αγοράς είναι εξαιρετικά δύσκολη και ότι στη συντριπτική πλειονότητα των φορολογουμένων δεν προκύπτει πλέον κανένα κέρδος από την εργασία τους, αυτοί θα αναγκαστούν να αποπληρώσουν τους φόρους από το πλεόνασμα του εισοδήματος προηγουμένων ετών. Να αποσύρουν δηλαδή αναγκαστικά τις τραπεζικές καταθέσεις τους.
Για την οικονομία της συζήτησης ξεπερνώ το γεγονός ότι κατ΄αυτόν τον τρόπο το κράτος φορολογεί το εισόδημα των συνεπών φορολογουμένων για πολλοστή φορά, αφού έχει προηγηθεί η κανονική φορολόγησή του, η περαίωση, η έκτακτη εισφορά, η εισφορά αλληλεγγύης κοκ..
Το χειρότερο είναι ότι η απόσυρση των καταθέσεων για να πληρωθούν φόροι θα επιφέρει νέα μεγάλη μείωση στην παραγωγή και στο ΑΕΠ της χώρας, κυρίως διότι τα υπολείμματα των καταθέσεων (σήμερα ανέρχονται περίπου στα 165 δις €) χρησιμοποιούνται κατά ένα μέρος, από το τραπεζικό σύστημα για το δανεισμό των επιχειρήσεων, για να υπάρχει δηλαδή πραγματική οικονομία. Επιπροσθέτως εάν αφαιρεθεί -στην καλύτερη περίπτωση- 1 με 1,5 δις € από τις τραπεζικές καταθέσεις, οι τράπεζες θα αντιμετωπίσουν σοβαρό πρόβλημα διότι το ποσό αυτό θα αναγκαστούν να το δανειστούν είτε από την ΕΚΤ είτε από το μηχανισμό παροχής έκτακτης ενίσχυσης ρευστότητας (ELA) της Τράπεζα της Ελλάδος, με απαγορευτικά στην τελευταία περίπτωση, επιτόκια.
Η αποστέρηση αυτών των χρημάτων από την πραγματική οικονομία υπέρ της διατήρησης ενός παρασιτικού, υδροκέφαλου και πελατειακού κράτους (crowding out) θα οδηγήσει χιλιάδες επιχειρήσεις σε κλείσιμο και εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους στην ανεργία.

Δυστυχώς η τρικομματική κυβέρνηση και οι οικονομικοί φωστήρες της αγνοούν εγκληματικά τα πορίσματα της οικονομικής επιστήμης, τα εμπειρικά και αναλυτικά δεδομένα και εμμένουν στον παραλογισμό της υψηλής φορολογίας που οδηγεί την οικονομία σε ύφεση και ανεργία, τα δημόσια έσοδα σε δραματική υστέρηση και σε τελική ανάλυση σε αδυναμία εξυπηρετησης του δημοσίου χρέους.

Θα θυμίσω μια ιστορία που αποκάλυψε ο Jude Wanniski, αρθρογράφος της The Wall Street Journal[i]. Το χειμώνα του 1974, ο Arthur Laffer, καθηγητής τότε στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, παρευρέθη σε δείπνο με τον Donald Rumsfeld, υπεύθυνο του πολιτικού γραφείου του Προέδρου Ford, τον Dick Cheney, αναπληρωτή του Rumsfeld και τον Wanniski. Κατά το Wanniski ο Laffer σε μια χαρτοπετσέτα σχεδίασε την περίφημη καμπύλη Laffer, αναπαριστώντας τη σχέση μεταξύ φορολογικών συντελεστών και φορολογικών εσόδων.
Η θεωρία του Λάφφερ εξηγεί ότι όταν το κράτος αυξάνει τους φορολογικούς συντελεστές του από κάποιο ποσοστό και πάνω δεν αποκομίζει αντίστοιχα έσοδα. Μερικοί φορολογούμενοι επιβραδύνουν την δραστηριότητά τους, μερικοί μετακινούνται στη δικαιοδοσία κάποιου άλλου περισσότερου φιλικού  κράτους και κάποιοι οδηγούνται στη φοροδιαφυγή. Αντιθέτως η μείωση των φόρων ενισχύει τα κίνητρα των ατόμων να εντείνουν την επαγγελματική τους προσπάθεια με αποτέλεσμα να αυξάνεται η παραγωγικότητα, το ΑΕΠ και τα δημόσια έσοδα[ii].

Θυμίζω ότι ο μεγαλύτερος εταίρος αυτής της κυβέρνησης η ΝΔ είχε προεκλογικώς εξαγγείλει τη μείωση της φορολογίας. Με διάφορες προφάσεις η κυβερνητική ΝΔ μεταθέτει τη μείωση των φόρων στο απώτερο μέλλον. Στο μέλλον όμως που έχει στο μυαλό της η ΝΔ η οικονομία μας μάλλον θα έχει αποβιώσει.
Η κυβέρνηση στο σύνολό της πρέπει να αντιληφθεί ότι η δραστική μείωση των φόρων δεν θα έχει μόνο θετικό αντίκτυπο στην ελληνική οικονομία, το σημαντικότερο είναι ότι θα σηματοδοτήσει μια μεγάλη ανατροπή των σχέσεων ανάμεσα στο κράτος και την αγορά, ανάμεσα στην ιδιωτική πρωτοβουλία και τον δημόσιο τομέα.
Η μείωση των φόρων είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάπτυξη της χώρας.


[i] http://www.nationalaffairs.com/public_interest/detail/taxes-revenues-and-the-laffer-curve
[ii] Arthur Laffer, The Laffer Curve: Past, Present and Future, Executive Summary Backgrounder, The Heritage Foundation, 2004 (http://www.heritage.org/research/reports/2004/06/the-laffer-curve-past-present-and-future).

Δημοσιεύτηκε στο capital.gr στις 15/3/2013 http://www.capital.gr/News.asp?id=1751773 

Οι δύο κανόνες

                              Από τα διδάγματα της ιστορίας μπορούμε να κατανοήσουμε τη σημασία που έχουν τα καλά δημόσια οικονομικά για την...