Δευτέρα 5 Αυγούστου 2013

Mια εναλλακτική πρόταση στο φορολογικό αδιέξοδο

Η ταλαιπωρία, για να μην πω ο βασανισμός, των φορολογουμένων από το υπερφορτωμένο taxisnet και από τη δυσνόητη και πολύπλοκη φορολογική νομοθεσία, συνεχίζεται. Εκατομμύρια φορολογούμενοι καταφεύγουν απελπισμένοι σε φοροτεχνικούς για να συμπληρώσουν τη δήλωσή τους. Δηλαδή, για να γνωστοποιήσουν στο κράτος το εισόδημα που απέκτησαν πέρυσι και να πληρώσουν τον φόρο που τους αναλογεί οκτώ ή εννέα μήνες μετά το τέλος του 2012.

Η υψηλή φορολογία σε συνδυασμό με την απίστευτη πολυπλοκότητα του φορολογικού συστήματος καταστρέφουν τη χώρα, τόσο από οικονομική όσο και από κοινωνική άποψη. Η γραφειοκρατία του συστήματος δεν περιγράφεται. Αντί η ηλεκτρονική υποβολή των δηλώσεων να κάνει τη ζωή μας ευκολότερη έγινε περισσότερο δυσνόητη και περίπλοκη και μάλιστα χωρίς να αντικαταστήσει την παραδοσιακή γραφειοκρατία, καθώς οι φορολογούμενοι καλούνται να υποβάλουν σειρά εγγράφων (λ.χ. βεβαιώσεις παρακράτησης φόρου) αυτοπροσώπως στην Εφορία προκειμένου να εκκαθαριστούν οι δηλώσεις τους. Αυτές τις ημέρες σχηματίζονται ουρές φορολογουμένων στις διάφορες ΔΟΥ για να υποβληθούν τα έγγραφα που συνοδεύουν τις φορολογικές δηλώσεις που υποβλήθηκαν ηλεκτρονικά. Χαμένος χρόνος για τους πολίτες και την οικονομία καθώς οι φορολογούμενοι –κατά κανόνα οι παραγωγικοί πολίτες– αναγκάζονται να χάνουν ώρες και μεροκάματα, για να διεκπεραιώσουν κάτι που θα έπρεπε να γίνεται απλά και γρήγορα. Η συμπλήρωση και υποβολή της φορολογικής δήλωσης εξαιτίας της πολυπλοκότητας του φορολογικού συστήματος απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις –τις περισσότερες φορές μάλιστα οι φορολογούμενοι είναι αναγκασμένοι να καταφύγουν σε φοροτεχνικούς ή λογιστές για να τα καταφέρουν. Οι επιχειρήσεις με τη σειρά τους δαπανούν μεγάλα ποσά που ανεβάζουν σημαντικά το διοικητικό κόστος τους προκειμένου να παρακολουθήσουν τις συνεχείς αλλαγές της φορολογικής νομοθεσίας και να αποφύγουν τα λάθη, με αβέβαιο τις περισσότερες φορές αποτέλεσμα.

Η πολυπλοκότητα του φορολογικού συστήματος, σε συνδυασμό με την απώλεια των χρημάτων των φορολογουμένων στη μαύρη τρύπα της κρατικής σπατάλης και την έλλειψη αναλογίας με τις ανταποδοτικές παροχές του κράτους, οδηγεί σε απώλεια παραγωγικού χρόνου των πολιτών, αμβλύνει τη φορολογική συνείδησή τους, οδηγεί σε εύλογη καχυποψία από μέρους τους και γιγαντώνει τη φοροδιαφυγή. Όταν όμως ο φορολογούμενος αδυνατεί να κατανοήσει τη λογική της λειτουργίας του φορολογικού συστήματος αποθαρρύνεται και εξ αυτού του λόγου από την ανάληψη επιχειρηματικού ρίσκου ή νέων επιχειρηματικών πρωτοβουλιών που θα δημιουργήσουν εθνικό προϊόν και θέσεις εργασίας.

Θα επιμείνω για μια ακόμη φορά στην ιδέα της καθιέρωσης αναλογικής φορολογίας στη θέση των σημερινών προοδευτικών συντελεστών με την υιοθέτηση ενός Ενιαίου Φορολογικού Συντελεστή. Η ιδέα αυτή, που εφαρμόστηκε με επιτυχία σε αρκετές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, κερδίζει συνεχώς έδαφος παρά τις λυσσαλέες αντιδράσεις των συνδικάτων των δημοσίων υπαλλήλων και της γραφειοκρατίας των οικονομικών υπουργείων που βρίσκονται σε αγαστή συμμαχία με τις δυνάμεις των δεξιών και αριστερών κρατιστών. Τον περασμένο Μάρτιο ο επιτυχημένος δήμαρχος Λονδίνου και ένα από τα ανερχόμενα αστέρια του Συντηρητικού κόμματος Μπόρις Τζόνσον, κατά τη διάρκεια επίσκεψής του στην Ινδία, πρότεινε κάτι ανάλογο ως λύση κυρίως για την αντιμετώπιση του μεγάλου προβλήματος ανταγωνιστικότητας της βρετανικής οικονομίας. Σύμφωνα με τον Τζόνσον, η καθιέρωση ενός ενιαίου φορολογικού συντελεστή (Flat Tax) θα προσελκύσει σημαντικά κεφάλαια και επενδύσεις στη χώρα του και θα αυξήσει τα φορολογικά έσοδα του κράτους.

Την ιδέα του Ενιαίου Φορολογικού Συντελεστή παρουσίασε ολοκληρωμένη ήδη από το 2005 ο Στιβ Φορμπς, συγγραφέας και εκδότης του ομώνυμου περιοδικού, στο πρωτοποριακό βιβλίο του “Flat Tax Revolution”. Ο Φορμπς στο εν λόγω βιβλίο του εξηγεί, ότι ένα τέτοιο φορολογικό σύστημα θα ήταν πολύ πιο αποτελεσματικό τόσο στην είσπραξη του φόρου εισοδήματος όσο και στην αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, ενώ θα ενθάρρυνε τη νόμιμη απόκτηση πλούτου, την αποταμίευση και τις επενδύσεις.

Τις ίδιες πάνω-κάτω απόψεις υποστηρίζει και ο κορυφαίος καθηγητής του φορολογικού δικαίου και πρώην δικαστής του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας Πάουλ Κίρχοφ1. Ο Κίρχοφ υπήρξε για ένα διάστημα σύμβουλος της Άνγκελα Μέρκελ, η οποία όμως λίγο πριν από τις προηγούμενες εκλογές στη Γερμανία δεν «άντεξε» την ιδέα του πολιτικού κόστους, που συνεπάγονταν οι ρηξικέλευθες απόψεις του προκαλώντας σωρεία αντιδράσεων του κατεστημένου του γερμανικού Υπουργείου Οικονομικών, και τον ανάγκασε να απομακρυνθεί από τον κύκλο των συμβούλων της.

Η κυβέρνηση και οι κρατιστές όλων των κομμάτων θεωρούν ότι το σοβαρό δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας μπορεί να αντιμετωπισθεί με καταπολέμηση της φοροδιαφυγής χωρίς μείωση των δημοσίων δαπανών και των φόρων. Αλλά η καταιγίδα των φόρων και η μεγάλη αύξηση των φορολογικών συντελεστών από το 2009 έως σήμερα ενέτειναν μάλλον παρά περιόρισαν τη φοροδιαφυγή. Όπως, αντιθέτως, διδάσκει η οικονομική θεωρία και έχει πολλαπλώς αποδειχθεί τα έσοδα του κράτους αυξάνονται2  όταν οι φορολογικοί συντελεστές είναι σε χαμηλά επίπεδα η φοροδιαφυγή μειώνεται και εξ αυτού του λόγου, αλλά –το σημαντικότερο– εξαιτίας της αύξησης της παραγωγικότητας των ατόμων.

Τι πρέπει να γίνει; 
Πρώτον, το ατομικό εισόδημα των φυσικών προσώπων από κάθε πηγή να φορολογείται με βασικό συντελεστή 15% το πολύ 20%. Για τα εισοδήματα άνω των 150.000 ευρώ θα μπορούσε να υπάρξει ένας συντελεστής γύρω στο 25% με 30%.

Δεύτερον, να καθιερωθεί αφορολόγητο όριο 5.000 ευρώ, το οποίο θα προσαυξάνεται κατά 5.000 ευρώ για κάθε προστατευόμενο μέλος του φορολογουμένου που δεν διαθέτει εισόδημα, καθώς και για άτομα με ειδικές ανάγκες ή συμπληρωμένο το 80ό έτος της ηλικίας τους.

Τρίτον, εντός του Ιανουαρίου, κάθε χρόνο οι φορολογούμενοι να υποβάλουν δήλωση μέσω διαδικτύου για το συνολικό εισόδημα που απέκτησαν τον προηγούμενο χρόνο από οποιαδήποτε πηγή. Χωρίς προσφυγή σε φοροτεχνικούς, χωρίς τα δεκάδες άχρηστα κουτάκια της φορολογικής δήλωσης. Ο φορολογούμενος θα ξοδεύει το πολύ μια ώρα για τη συμπλήρωση και την υποβολή της δήλωσής του. Εντός πέντε ημερών ο φόρος θα έχει βεβαιωθεί για όλους τους φορολογούμενους.

Τα θετικά αποτελέσματα μιας τέτοιας φορολογικής μεταρρύθμισης θα άλλαζαν την εικόνα της ελληνικής οικονομίας. Αρκεί να σκεφτούμε ότι, ενώ το συνολικό εισόδημα που δημιουργείται στη χώρα για το 2013 είναι κοντά στα 190 δισ. ευρώ, η φορολογία εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων δεν θα αποδώσει συνολικά περισσότερα από 11 δισ. ευρώ.

Πώς θα επενεργούσε τώρα η καθιέρωση του ενιαίου συντελεστή επί του διαθεσίμου εγχωρίου προϊόντος (με τον υπολογισμό δηλαδή των αποσβέσεων, την αφαίρεση ενός αφορολόγητου ορίου, των εμμέσων φόρων αλλά και της φοροδιαφυγής να παραμένει στα σημερινά επίπεδα). Σε μια τέτοια περίπτωση το διαθέσιμο εισόδημα θα ήταν με συντηρητικούς υπολογισμούς περίπου στα 90 δισ. ευρώ. Με ενιαίο συντελεστή 20% –σε συνδυασμό με την απλότητα του συστήματος που θα επηρέαζε άμεσα την αποτελεσματικότητα του εισπρακτικού μηχανισμού– τα φορολογικά έσοδα από τον φόρο εισοδήματος θα κυμαίνονταν περίπου στα 18 δισ. ευρώ. Το κράτος, μειώνοντας τους φόρους και απλοποιώντας το φορολογικό σύστημα, θα κατόρθωνε να αυξήσει τα έσοδά του τουλάχιστον κατά 60%.

Μάλιστα στον προηγούμενο υπολογισμό δεν έχουμε λάβει υπόψη τη μείωση της φοροδιαφυγής. Αλλά η μείωση των φόρων και η απλοποίηση του φορολογικού συστήματος –σε συνδυασμό με αυστηρότατες διοικητικές κυρώσεις εναντίον όσων φοροδιαφεύγουν– θα μείωνε δραστικά τη φοροδιαφυγή. Πρέπει να αντιληφθούμε ότι όσο σοβαρό πρόβλημα είναι η φοροδιαφυγή άλλο τόσο σοβαρό και ακόμη μεγαλύτερο είναι η εξοντωτική φορολόγηση των πολιτών, που καταστρέφει την οικονομία και συγχρόνως απενοχοποιεί πλήρως την πρώτη, οδηγώντας μαζικά πλέον τον κόσμο στη φοροδιαφυγή, όχι για να κερδίσει περισσότερα, αλλά τις περισσότερες φορές για να επιβιώσει στοιχειωδώς.

Ας μην ξεχνάμε ότι οι φόροι είναι μια βίαιη αρπαγή από το κράτος τμήματος του εισοδήματος και της περιουσίας των πολιτών. Το κράτος μονομερώς επιβάλλει και καθορίζει τους φόρους και θεσπίζει τα μέτρα εξαναγκασμού των πολιτών για την καταβολή τους. Ποια είναι λοιπόν η νομιμοποίηση αυτής της ληστρικής πράξης. Κατά τον κλασικό ορισμό του Τζέσε μια τέτοια βίαιη αφαίρεση του εισοδήματός μας νομιμοποιείται στα πλαίσια του κοινωνικού συμβολαίου που προβλέπει κάποιο αντάλλαγμά της. Όσο πιο μικρή είναι η αφαίρεση του εισοδήματος και όσο πιο εμφανές το αντάλλαγμα προς αυτήν τόσο περισσότερο γίνεται κατανοητή και αποδεκτή από τους πολίτες και θεωρείται απ’ αυτούς «δίκαιη». Το αντάλλαγμα είναι η περιορισμένη αναδιανομή του εισοδήματος υπέρ εκείνων που έχουν ανάγκη και η κάλυψη των δημοσίων δαπανών που γίνονται «για το καλό όλων». Θυμίζω ότι η προηγούμενη θέση διατυπώνεται ανεπιφύλακτα στη Συνθήκη της Λισσαβώνας (ν. 3671/2008). Η φορολογία πρέπει να τελεί δηλαδή σε σχέση αναλογίας με ανταποδοτικές παροχές του κράτους προς τους πολίτες.

Καταλήγοντας, η υιοθέτηση ενός απλού, σταθερού και αναλογικού φορολογικού συστήματος, όπως περιγράφεται πιο πάνω, σε συνδυασμό βεβαίως με τον δραστικό περιορισμό των δημοσίων δαπανών, της γραφειοκρατίας και των αγκυλώσεων της αγοράς εργασίας, θα ενισχύσει τη φορολογική συνείδηση και τα κίνητρα των ατόμων να εντείνουν και να επαυξήσουν την εμφανή οικονομική τους προσπάθεια, θα εξοικονομήσει πόρους για την οικονομία, που η διαχείρισή τους θα γίνει από τους παραγωγικούς πολίτες και επιχειρήσεις και όχι από τον αντιπαραγωγικό, αναποτελεσματικό και σπάταλο δημόσιο τομέα και κατ’ επέκταση θα αυξήσει την παραγωγικότητα, τα δημόσια έσοδα και την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.


1 Paul Kirchhof, “In Favour of a Flat Tax”, πρόταση που παρουσιάστηκε στην ετήσια συνάντηση του IFO Institute στις 22.6.2004, διαθέσιμη στοhttp://bit.ly/1cnQAoj
2   Arthur Laffer, “The Laffer Curve: Past, Present and Future”, Executive Summary Backgrounder, The Heritage Foundation, 2004 (http://tiny.cc/crg30w).



Πηγή:www.capital.gr




Δημοσιεύτηκε στις 2/8/2013 http://www.capital.gr/News.asp?id=1846739

Παρασκευή 26 Ιουλίου 2013

Πόσοι είναι τελικά οι δημόσιοι υπάλληλοι;

Γράφουν όλα τα sites και έγκυροι δημοσιογράφοι, ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι μετρήθηκαν και είναι 614.053 (http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_2_26/07/2013_527983).
Μέγα και ασυγχώρητο λάθος. Οι δημόσιοι υπάλληλοι, όπως πολλές φορές σας έχω γράψει αγγίζουν -μάλλον ξεπερνούν- τις 900.000.
Αλλά όσοι μιλούν για 614 χιλ. αναφέρονται μόνο στους μονίμους και στους υπαλλήλους αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ) και δεν υπολογίζουν -ασυγχώρητα- τους μισθοδοτούμενους από το δημόσιο αιρετούς, συμβασιούχους (συμβάσεις έργου), υπαλλήλους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου κλπ. που σύμφωνα με τα στοιχεία του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης ανέρχονται σε 68.656. 

Έτσι σύνολο 614.053 + 68.656= 682.709
http://apografi.yap.gov.gr/apografi/ergasiakisxesir_n.asp.
Επίσης, δεν υπολογίζονται ακόμη οι απασχολούμενοι στις δημόσιες επιχειρήσεις, στις δημοτικές επιχειρήσεις και στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου υπό τον έλεγχο του δημοσίου.
Σε μια μελέτη της ΓΓΠΣ (Έκδοση 1.0, Οκτώβριος του 2010) αυτοί ανέρχονται σε 215.000 περίπου. Η μελέτη αυτή έχει αρκετά λάθη (υπολογίζει εσφαλμένα λ.χ. τους υπαλλήλους του ΟΤΕ ή της Ε.Τ.Ε. ενώ την ίδια στιγμή λείπουν στοιχεία 880 φορέων του δημοσίου, λείπουν δημοτικές επιχειρήσεις κλπ.) ωστόσο μας δίνει μια μάλλον μετριοπαθή εκτίμηση για τον αριθμό των απασχολουμένων στο ευρύτερο δημόσιο. 

Πάντως ο αριθμός αυτών των υπαλλήλων ξεπερνά κατά πολύ τις 200.000.

Δευτέρα 15 Ιουλίου 2013

Mια απάντηση στο δήμαρχο Παλαιού Φαλήρου

Στην τηλεόραση του SKAI την προηγούμενη εβδομάδα ο δήμαρχος Παλαιού Φαλήρου απαντώντας στον ισχυρισμό μου ότι η παροχή υπηρεσιών καθαριότητας από τους δήμους κοστίζει δύο έως τρεις φορές παραπάνω απ΄όσο θα κόστιζε εάν ιδιωτικοποιείτο, μου απάντησε ότι στους δικούς του δημότες κοστίζει μόνο 69 ευρώ ο τόνος των σκουπιδιών.

Η απάντησή μου με στοιχεία στον αγαπητό δήμαρχο:
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του ΕΣΔΝΑ, το 2012 στο Παλαιό Φάληρο συλλέχθηκαν 29.876,47 τόνοι σκουπιδιών.

Τα τέλη καθαριότητας που πλήρωσαν οι πολίτες του Π.Φαλήρου το 2012 ανέρχονται σε 6.180.000 €. http://www.palaiofaliro.gr/Documents/ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ%20ΕΣΟΔΩΝ%202012.pdf

Αυτό σημαίνει ότι για κάθε τόνο σκουπιδιών που συλλέγεται στο Π. Φάληρο οι δημότες επιβαρύνονται με το ποσό των 207 ευρώ!!! Δηλαδή τρεις φορές παραπάνω από τα λεγόμενα του δημάρχου.

Σας υπενθυμίζω τι έγγραφα στην Καθημερινή στις 17/11/2012
http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_1_17/11/2012_501949

Ιδιωτικοποιήστε τώρα την καθαριότητα

Η Αθήνα πνίγηκε και πάλι από τα σκουπίδια με αποφάσεις των διαφόρων συνδικάτων και της ΠΟΕ ΟΤΑ. Οπως αποδεικνύει η οικονομική ανάλυση, η παροχή δημόσιων υπηρεσιών, είτε από το κράτος είτε από τους δήμους, είναι ποιοτικά χειρότερη και οικονομικά ασύμφορη σε σχέση με την ανάθεσή της σε ιδιώτες.

Για να γίνει κατανοητό σε όλους πόσο στοιχίζει η Διεύθυνση Καθαριότητας του δήμου της Αθήνας, θα παραθέσω τα ακόλουθα στοιχεία:

Στην εν λόγω διεύθυνση απασχολούνται σήμερα 2.146 υπάλληλοι (μόνιμοι και με συμβάσεις αορίστου χρόνου) και περίπου 250 υπάλληλοι με συμβάσεις ορισμένου χρόνου. Μέχρι τον Νοέμβριο του 2012, οι Αθηναίοι πλήρωσαν στον δήμο τέλη που ανέρχονται σε περίπου 115 εκατομμύρια ευρώ. Από αυτά, πάνω από 100 εκατ. ευρώ κατανέμονται στην καθαριότητα. Το κόστος μισθοδοσίας των υπαλλήλων της καθαριότητας ανήλθε για το δεκάμηνο του 2012 περίπου στο ποσό των 42 εκατ. ευρώ, ποσό στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και οι εισφορές προς τα ασφαλιστικά ταμεία και οι πληρωμές υπερωριών. Ο μέσος ετήσιος μισθός του μόνιμου υπαλλήλου της Διεύθυνσης Καθαριότητας του Δήμου Αθηναίων το 2012 (συμπεριλαμβανομένων ασφαλιστικών εισφορών και υπερωριακής αμοιβής) ανέρχεται περίπου στο ποσό των 23.595 ευρώ ή, μηνιαίως, σε 1.966 ευρώ. Υπενθυμίζω ότι το 2011, εξαιτίας τόσο της εξοικονόμησης που επέτυχε η νέα δημοτική αρχή όσο –κυρίως– της εφαρμογής του ενιαίου μισθολογίου οι μισθοί υπέστησαν σημαντικές περικοπές. (Το 2010 ο μέσος ετήσιος μισθός του μόνιμου υπαλλήλου της Διεύθυνσης Καθαριότητας ανήλθε περίπου στο ποσό των 38.200 ευρώ ή, μηνιαίως, σε 3.183 ευρώ. Ενας εργαζόμενος στην καθαριότητα του δήμου, λοιπόν, σήμερα κερδίζει περισσότερα απ’ όσα ένας καθηγητής πανεπιστημίου, ένας πρωτοδίκης, ένας γιατρός του ΙΚΑ, ένας δάσκαλος, ένα υψηλόβαθμο στέλεχος μεγάλης ιδιωτικής εταιρείας κ. ο. κ. – και κάτι τέτοιο θεωρείται αποδεκτό με την αντεστραμμένη λογική της σοβιετικού τύπου κοινωνίας μας.

Παράνοια


Ας προχωρήσουμε όμως την ανάλυσή μας: Σύμφωνα με ακριβείς υπολογισμούς, το 2012 στην Αθήνα θα συλλεγούν περίπου 350.000 τόνοι σκουπιδιών. Οπως αναφέρθηκε, τα τέλη καθαριότητας θα ανέλθουν μέχρι το τέλος του χρόνου στα 120 εκατ. ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι οι Αθηναίοι πολίτες για κάθε τόνο σκουπιδιών που συλλέγεται επιβαρύνονται με το αστρονομικό ποσό των 343 ευρώ. Eχει υπολογιστεί ότι η συνολική επιβάρυνση σε περίπτωση που ιδιωτικοποιηθεί η καθαριότητα δεν θα ξεπερνά τα 100 με 120 ευρώ τον τόνο. Για να αναλογιστεί κανείς ακόμη πιο πολύ την παράνοια του τεράστιου κόστους διατήρησης της δημοτικής υπηρεσίας καθαριότητας, με βάση τα διεθνή στοιχεία της αγοράς σιδήρου, η χαλυβουργία σήμερα πληρώνει 270 ευρώ τον τόνο περίπου για την αγορά καθαρού σιδήρου (Bλ. http: //tiny. cc/gre8c).

Ως πότε λοιπόν θα ανεχόμαστε να πληρώνει ο πολίτης τρεις φορές παραπάνω μια δημόσια υπηρεσία; H διεθνής εμπειρία μάς δείχνει ότι η παροχή των υπηρεσιών αυτών μπορεί να ανατεθεί σε ιδιωτικές επιχειρήσεις προκειμένου:

(α) Να μειωθεί το κόστος παραγωγής των υπηρεσιών αυτών, που επιβαρύνει τους δημότες, (β) να βελτιωθεί σημαντικά η ποιότητα και η ποσότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών, (γ) να αναληφθεί από τις ιδιωτικές επιχειρήσεις, η εκτέλεση έργων αστικής ανάπλασης και προστασίας του περιβάλλοντος, (δ) να μειωθούν δραστικά τα δημοτικά τέλη και η φορολογία.

Αν κάποιος καλόπιστα αμφιβάλλει, προτείνω να δώσουμε πειραματικά στους πολίτες το δικαίωμα της επιλογής. Οσοι θέλουν, τα σκουπίδια τους θα τα μαζεύει η δημοτική υπηρεσία με κόστος 300 με 350 ευρώ τον τόνο και όσοι θέλουν θα αναθέσουν σε ιδιωτικές επιχειρήσεις την αποκομιδή τους με κόστος που θα καθορίσει η ελεύθερη αγορά. Ο ανταγωνισμός θα αναδείξει τον νικητή.

Παρασκευή 12 Ιουλίου 2013

Το κόστος των ρουσφετολογικών προσλήψεων


Ενώ δικαίως μας απασχολεί πόσα χρήματα διασπάθισαν εδώ και δεκαετίες οι δωρολήπτες πολιτικοί και λειτουργοί του κράτους –και είναι χωρίς αμφιβολία πάρα πολλά– ελάχιστοι ασχολούνται με τις αθρόες προσλήψεις και τους διορισμούς που έκαναν οι πολιτικοί και τα κόμματα στο Δημόσιο, χωρίς αυτό να είναι αναγκαίο για την εύρυθμη λειτουργία του και χωρίς αξιοκρατικά κριτήρια. Ελάχιστοι έχουν ασχοληθεί συστηματικά με το θέμα αυτό, παρά το γεγονός ότι οι διορισμοί στο Δημόσιο μέσω των κομματικών ή πελατειακών δικτύων παραμένει το μεγαλύτερο σκάνδαλο της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας με άμεσο αυτουργό το πολιτικό σύστημα και συνεργούς τους διορισθέντες υπαλλήλους. Αν όμως σκεφτούμε τι τελικά κόστισαν και κοστίζουν οι ρουσφετολογικοί διορισμοί στη χώρα θα συνειδητοποιήσουμε ότι οι μίζες της Siemens, των προμηθευτών όπλων και δεκάδων άλλων προμηθευτών του Δημοσίου ήταν σταγόνα μπροστά στον ωκεανό της δημόσιας σπατάλης.
Πόσο κοστίζει στον έλληνα πολίτη κάθε ρουσφετολογική πρόσληψη στο Δημόσιο; Οι υπολογισμοί μας θα πρέπει κατ’ αρχάς να λάβουν υπόψη τους το αποδεκτό από έγκυρες πηγές της ασφαλιστικής κυρίως αγοράς ή διεθνών οργανισμών μέσο προσδόκιμο ζωής (ανδρών και γυναικών). Αυτό είναι σήμερα, σύμφωνα με το έγκυρο περιοδικό Lancet, για την Ελλάδα περίπου το 79ο έτος της ηλικίας (http://tiny.cc/rlt1zw). Το 2013 η δαπάνη μισθοδοσίας των επισήμως απασχολουμένων στο Δημόσιο (στοιχεία γενικής κυβέρνησης) ανέρχεται σε 24 δισ. ευρώ (το 2009 ανήλθε σε 31 δισ. ευρώ). Ο αριθμός τους σήμερα ανέρχεται περίπου σε 900.000, υπολογίζοντας και τους εργαζομένους στα υπό κρατικό έλεγχο νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, που συμμετέχουν στο δημόσιο έλλειμμα. Συνεπώς, ο μέσος ακαθάριστος μισθός ενός απασχολούμενου στο Δημόσιο το 2013 κυμαίνεται περίπου σε 27.000 ευρώ (ενώ το 2009 άγγιζε τις 32.000 ευρώ). Ο υπολογισμός εξυπακούεται ότι αναφέρεται σε ακαθάριστους μισθούς (χωρίς να συνυπολογίζονται οι υπερωρίες). Σ’ αυτό το ποσό θα πρέπει να προσθέσουμε τις ασφαλιστικές εισφορές που πληρώνει το Δημόσιο και οι φορείς του για τους υπαλλήλους του, ποσό που αγγίζει κατά μέσο όρο περίπου τις 3.000 ευρώ ανά υπάλληλο. Κανονικά, για να είναι ακριβέστερος προς τα πάνω ο υπολογισμός του αληθινού κόστους κάθε υπαλλήλου για τον προϋπολογισμό θα έπρεπε στα παραπάνω ποσά να προστεθούν και τα λειτουργικά κόστη που επιμερίζονται σε κάθε δημόσιο υπάλληλο (fully loaded cost).
Οι υπάλληλοι του κράτους και του ευρύτερου δημόσιου τομέα την τελευταία τριακονταετία εργάστηκαν πριν συνταξιοδοτηθούν κατά μέσο όρο λιγότερο από 25 χρόνια έκαστος. Στα χρόνια αυτά μάλιστα συνυπολογίσθηκε πλασματικώς, με την άμεση συνέργεια του πολιτικού συστήματος, και ο απολεσθείς χρόνος των απεργιών του Δημοσίου που έχει υπολογισθεί ότι για τις τέσσερις τελευταίες δεκαετίες ξεπερνά τις 1.500 ημέρες ή περίπου 6 εργάσιμα χρόνια (αφαιρουμένων των μη εργασίμων ημερών). Εάν λοιπόν κάποιος προσλήφθηκε στο Δημόσιο σε ηλικία 24 ετών και συνταξιοδοτήθηκε στα 49 του έτη, θα λαμβάνει σύνταξη για τριάντα τουλάχιστον χρόνια. Λόγω αδυναμίας εξεύρεσης των στοιχείων δεν έχουμε λάβει υπόψη ότι σε αρκετές περιπτώσεις υπάρχει νεότερος σύζυγος που και μετά τον θάνατο του δικαιούχου λαμβάνει για πολλά ακόμη έτη μειωμένη σύνταξη ή τις ειδικές περιπτώσεις «νησίδων υπερτροφικής προστασίας» του συνταξιοδοτικού συστήματος –κατά τη χαρακτηριστική διατύπωση της έκθεσης Σπράου–, όπου κάποιοι κατιόντες του ασφαλισμένου λαμβάνουν με νόμο πλήρη σύνταξη χωρίς να χρειαστεί να εργαστούν ποτέ στη ζωή τους (ενήλικες άγαμες θυγατέρες στρατιωτικών, δικαστικών υπαλλήλων κ.ο.κ.).
Η συνταξιοδοτική δαπάνη του προϋπολογισμού για 440 χιλ. περίπου συνταξιούχους δημοσίους υπαλλήλους ήταν 6,58 δισ. ευρώ το 2012, δηλαδή περίπου 15.000 ευρώ ανά συνταξιούχο. Σε σημερινές τιμές λοιπόν ένας δημόσιος υπάλληλος κόστισε στο κράτος κατ’ ελάχιστον τα ακόλουθα ποσά:
(α) Κατά τον εργάσιμο βίο του (25x30.000=) 750.000 ευρώ, (β) κατά τη συνταξιοδότησή του έλαβε εφάπαξ που κατά μέσο όρο κυμαινόταν στις 75.000 ευρώ και (γ) κατά το διάστημα του συντάξιμου βίου του εισέπραξε κατ’ ελάχιστον (30x15.000=) 450.000 ευρώ. Συνολικά δηλαδή έλαβε τουλάχιστον 1.275.000 ευρώ.
Θυμίζουμε ότι το 1956 το σύνολο των απασχολουμένων στον δημόσιο τομέα δεν ξεπερνούσε τις 150.000, αριθμός που κατά τον Βαρβαρέσο θα κατέληγε εις βάρος της οικονομίας[i]. Το πολιτικό σύστημα δεν άκουσε τις ορθότατες υποδείξεις Βαρβαρέσου με αποτέλεσμα το 1974 ο αριθμός των απασχολουμένων στο Δημόσιο να ανέρχεται σε 270.000, για να αγγίξει το 1981 τις 390.000. Οι αθρόες προσλήψεις της οκταετίας 1981-1989 σχεδόν διπλασίασαν τον αριθμό των απασχολουμένων στον δημόσιο τομέα, οι οποίοι στις αρχές της δεκαετίας του ’90 ανέρχονταν σε 800.000 περίπου[ii]. Έτσι το ποσοστό του Δημοσίου στο ΑΕΠ από 38,4% το 1975 έφθασε να αγγίζει το 70% το 1988, γεγονός που με άλλα λόγια σήμαινε ότι υπήρξε μια τεράστια σε μέγεθος μεταφορά πόρων από τον ιδιωτικό στον δημόσιο τομέα η οποία είχε ως αποτέλεσμα την εκμηδένιση της οικονομικής ανάπτυξης και την υπονόμευση της παραγωγικότητας της χώρας. Η πενταετία Καραμανλή πρόσθεσε επιπλέον 120.000 δημοσίους υπαλλήλους, για να φθάσει η χώρα το 2011 να αριθμεί πλέον του ενός εκατομμυρίου απασχολούμενων στον δημόσιο τομέα.
Επιστρέφοντας στους υπολογισμούς μας: το κράτος το 1981 λειτουργούσε με λιγότερους από 400.000 υπαλλήλους και το 2011 με περισσότερους από 1.000.000. Ο δημόσιος τομέας το 1981 δεν είχε υπολογιστές, μηχανοργάνωση, βάσεις δεδομένων, ηλεκτρονικά δίκτυα και διαδίκτυο. Ο δημόσιος τομέας το 2011 τα είχε όλα αυτά με το παραπάνω και επιπλέον 600.000 υπαλλήλους. Από αυτούς δεν χρειαζόμαστε τουλάχιστον 400.000. Μας τους επέβαλε το πελατειακό και κομματικό κράτος για να διαιωνίσει την εξουσία του. Αυτοί, σύμφωνα με τους παραπάνω απολύτως μετριοπαθείς υπολογισμούς, θα στοιχίσουν (1.275.000 x 400.000=) 510 δισ. ευρώ τουλάχιστον ή μιάμιση φορά το δημόσιο χρέος της χώρας, ποσό που προστίθεται στα υπέρογκα επίσης ποσά που για τους ίδιους λόγους επιβάρυναν τις προηγούμενες δεκαετίες την οικονομία μας και προήλθαν από την καταλήστευση του μόχθου των φορολογουμένων και από δανεισμό. 
Τον Νοέμβριο του 2010 ο τότε πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου απέκλεισε κάθε ενδεχόμενο απολύσεων στο Δημόσιο. Τότε το ποσοστό ανεργίας ήταν ακόμη στο 14% περίπου και ο αριθμός των ανέργων δεν ξεπερνούσε τους 700 χιλιάδες. Σήμερα το ποσοστό ανεργίας έχει εκτιναχθεί στο 27,6% και ο αριθμός των ανέργων ξεπερνά τα 1,3 εκατομμύρια. Εάν από το 2010 είχαν απολυθεί 200.000 δημόσιοι υπάλληλοι θα είχαν εξοικονομηθεί περισσότερα από 20 δισ. ευρώ, το κράτος θα είχε δώσει τα 8 δισ. ευρώ που χρωστά στις ιδιωτικές επιχειρήσεις, δεν θα είχαν κλείσει 100.000 επιχειρήσεις και τουλάχιστον 600.000 σημερινοί άνεργοι θα είχαν ακόμη τη δουλειά τους. Σκεφτείτε ότι το μέσο κόστος του απασχολουμένου στο Δημόσιο ανέρχεται σε 180% του μέσου κόστους του εργαζόμενου στον ιδιωτικό τομέα. Ο μέσος συντελεστής φορολογίας εισοδήματος των υπαλλήλων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα είναι περίπου 20%. Μετά την επιστροφή στο κράτος του φόρου του δικού του υπαλλήλου το καθαρό κόστος αυτού ανέρχεται σε 152% του κόστους του εργαζομένου στον ιδιωτικό τομέα (180% -20% x 180%). Συνεπώς για να πληρωθεί ένας δημόσιος υπάλληλος πληρώνουν φόρο 7,5 ιδιωτικοί υπάλληλοι (152% : 20%) άρα για τους 900.000 χιλιάδες χρειαζόμαστε 6.750.000 ιδιωτικούς υπαλλήλους που βεβαίως δεν υπάρχουν. Αυτός είναι ο λόγος που καταρρέει η ελληνική οικονομία υπό το δυσβάσταχτο βάρος του Δημοσίου, κλείνουν μαζικά οι επιχειρήσεις, αυξάνονται οι φόροι σ’ ένα φαύλο κύκλο που τροφοδοτεί ακόμη μεγαλύτερη ύφεση και οδηγούνται μαζικά στην ανεργία οι ιδιωτικοί υπάλληλοι. Αυτό είναι το βαρύτατο τίμημα της αντίστασης που προβάλλει στις απολύσεις στον δημόσιο τομέα το πολιτικό πελατειακό σύστημα. Σε 3 με 4 χρόνια θα έχει χαθεί ένα ολόκληρο ΑΕΠ για τη χώρα εξαιτίας της υψηλής ανεργίας χωρίς κανείς να υπολογίσει τις απρόβλεπτες κοινωνικές εντάσεις που θα δημιουργηθούν.
Γι’ αυτό λοιπόν εκείνο που σήμερα θα έπρεπε κυρίως να μας απασχολεί είναι το διαχρονικό σκάνδαλο των κομματικών διορισμών και ρουσφετολογικών προσλήψεων στο Δημόσιο –σκάνδαλο απείρως μεγαλύτερο από όλα τα άλλα μαζί–, το οποίο συντέλεσε καθοριστικά στην οικονομική καταστροφή της χώρας και στην υπονόμευση της αποτελεσματικότητας της δημόσιας διοίκησης. Οι δυσμενέστερες συνέπειες δεν ήταν όμως οικονομικές: στην Ελλάδα του 20ού αιώνα ο αναξιοκρατικός μέσω του κόμματος ή του βουλευτή διορισμός στο Δημόσιο κατέστη κοινωνικά αποδεκτός αφού με τον μηχανισμό αυτό το πολιτικό σύστημα μείωνε ανορθόδοξα την ανεργία και διαιώνιζε την κυριαρχία του. Κάποτε, συνειδητοποιώντας αυτή τη συλλογική παράνοια, ο Λεωνίδας Κύρκος στηλιτεύοντας το κρατικιστικό παρελθόν της Αριστεράς χαρακτήρισε την υπερβολική συγκέντρωση του κράτους και τον διορισμό στο Δημόσιο «βάθρο του συντηρητισμού της κοινωνίας και πολεμικό αντίπαλο των νέων ιδεών της Αριστεράς».[iii]
Οι μαζικοί, αναξιοκρατικοί και ρουσφετολογικοί διορισμοί στο Δημόσιο συντέλεσαν πρωτίστως στην καταβαράθρωση της ελληνικής κοινωνίας μέσω της αλλαγής του αξιακού της προτύπου, οδήγησαν στον εξευτελισμό των αξιών της ατομικής ευθύνης, της τιμιότητας, του φιλότιμου, της αξιοκρατίας, της σκληρής εργασίας και στην αντικατάστασή τους με τις λογικές της ελάχιστης προσπάθειας, της πονηρίας, του γρήγορου πλουτισμού και της χωρίς προϋποθέσεις κοινωνικής και οικονομικής ανέλιξης.



[i] Βλ. την έκθεση του Κ. Βαρβαρέσου για την ελληνική οικονομία το 1952 με τίτλο «Έκθεσις επί του οικονομικού προβλήματος της Ελλάδος», 2η έκδοση, Σαββάλας, Αθήνα 2002.
[ii] Σε εμπιστευτική επιστολή του προς τον πρωθυπουργό Ανδρέα Γ. Παπανδρέου το 1988 ο Απόστολος Λάζαρης γράφει μεταξύ άλλων: «Τώρα, εκ των υστέρων, έγινε φανερό πως με τις προσλήψεις που κάναμε, και προ πάντων με τον τρόπο που τις κάναμε, όχι μόνο δεν βελτιώσαμε την ποιότητα της διοίκησης στο δημόσιο και στους διαφόρους οργανισμούς και στις τράπεζες, αλλά τη χειροτερέψαμε ακόμα πιο πολύ.» Βλ. Νίκος Νικολάου, «Πρόσωπα της Οικονομίας», εκδ. Λιβάνη, Αθήνα 2008, σελ. 220.
[iii] Λεωνίδας Κύρκος, «Ποια Αριστερά;», εκδ. Οδυσσέας , Αθήνα 1987, σελ. 33. 


Δημοσιεύτηκε στο http://www.capital.gr/News.asp?id=1834092 στις 12/7/2013

Τετάρτη 3 Ιουλίου 2013

Αλλαγή πορείας*


Θα πρέπει να το πάρουμε απόφαση ότι υπό αυτές τις συνθήκες το χρέος της χώρας δεν είναι βιώσιμο. Δεν είναι βιώσιμο όχι μόνο λόγω του ύψους του αλλά και διότι με αρνητικούς ρυθμούς ανάπτυξης και εξ αυτού του λόγου –κυρίως– το πρωτογενές έλλειμμα για το 2013 ενδέχεται να φθάσει και το 190% του ΑΕΠ. Ο χρόνος που χάθηκε με καθυστερήσεις και παλινωδίες δεν είναι δυνατόν να αναπληρωθεί. Η Ελλάδα δεν πρόκειται να χρηματοδοτηθεί από τις αγορές τουλάχιστον για 15 χρόνια.
Ακόμη κι αν η κυβέρνηση θεσπίσει σήμερα όλα τα διαρθρωτικά μέτρα που έχουμε δεσμευτεί να λάβουμε από το 2010, ακόμη κι αν υλοποιήσει όλα εκείνα τα μέτρα που έχουν ήδη αποφασιστεί αλλά φροντίζαμε εν τω μεταξύ να τα ακυρώνουμε με διάφορα κυβερνητικά τερτίπια ή νομοθετικά «παράθυρα» και τότε το πρόβλημα της χώρας δεν λύνεται χωρίς ταυτόχρονη αλλαγή πορείας και νοοτροπίας. Πρέπει να μεταβληθεί το αξιακό πλαίσιο των πολιτών. Να συνειδητοποιήσουμε ότι η παθολογική μας εξάρτηση από το κράτος αναιρεί τις ατομικές μας δυνατότητες και αμβλύνει την ατομική ευθύνη, το φιλότιμο, την εργατικότητα, την αυτοπειθαρχία, τον σεβασμό της αξίας – αρετές που δυστυχώς αμβλύνθηκαν εδώ και δεκαετίες, γεγονός που αποτέλεσε την κύρια αιτία της παρακμής μας.
Αυτό που πρέπει πρωτίστως να γίνει είναι η δραστική μείωση του κράτους, πράγμα που ξεπερνά τις αντοχές της παρούσας κυβέρνησης, των εκπροσώπων των δανειστών μας και του κρατικοδίαιτου επιχειρηματικού και κομματικού κατεστημένου. Ποιος άραγε θα επιδιώξει τη συρρίκνωση του δημοσίου τομέα όταν εκεί βρίσκονται οι πελάτες όλων ανεξαιρέτως των κομμάτων που εκπροσωπούνται σήμερα στο κοινοβούλιο και όταν απ’ αυτόν εξαρτώνται μεγάλες ή μικρές επιχειρήσεις, τύποις ιδιωτικές, κατασκευασμένες όμως για να εξυπηρετούν και για να εξυπηρετούνται από τον μεγάλο υδροκέφαλο δημόσιο τομέα.
Εδώ κινδυνεύσαμε να οδηγηθούμε σε εκλογές εξαιτίας του υποτιθέμενου κλεισίματος της ΕΡΤ που αφορά μόνο 3.000 δημοσίους υπαλλήλους. Πιστεύει κανείς ότι θα υπάρξει ποτέ βούληση για απολύσεις 150.000 ή 200.000; Δεν πειράζει να οδηγηθούν στην ανεργία ακόμη 500.000 εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα. Ήδη από το 2010 έχουν οδηγηθεί χωρίς ν’ ανοίξει μύτη 900.000 και έχουν κλείσει 120.000 επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα. Οι μισές ελληνικές επιχειρήσεις και πλέον είναι ζημιογόνες. Αυτοί όμως δεν εκπροσωπούνται στο κοινοβούλιο, δεν μας νοιάζει. Τους πελάτες των κομμάτων, τους τροφίμους χιλιάδων άχρηστων δημοσίων φορέων, τους υπεράριθμους, τους επίορκους κ.ο.κ., αυτούς –προς Θεού!– δεν επιτρέπεται να τους αγγίξει κανείς. Να η ιδιότυπη κοινωνική δικαιοσύνη ελληνικής κοπής.
Εξίσου απογοητευτική είναι και η στάση των εκπροσώπων των δανειστών μας, όταν όχι μόνο αποδέχονται –κατ’ ουσίαν– τη διατήρηση του υπερδιογκωμένου δημόσιου τομέα αλλά επιμένουν και στη διατήρηση της υψηλής και άδικης φορολογίας που τον συντηρεί και καταστρέφει τους παραγωγικούς Έλληνες. Η Τρόικα επιχειρεί να εφαρμόσει και στην Ελλάδα μια λανθασμένη δημοσιονομική εξυγίανση αμιγώς κεϋνσιανής εμπνεύσεως, που συνίσταται σε άμεση δημοσιονομική προσαρμογή με μείωση των ελλειμμάτων, η οποία επιτυγχάνεται κυρίως με την αύξηση των φορολογικών εσόδων και όχι με τη μείωση των κρατικών δαπανών. Αλλά έτσι, ακόμη κι αν καταφέρουν να αυξήσουν τα έσοδα –πράγμα για το οποίο αμφιβάλλω– τα ελλείμματα δεν πρόκειται να μειωθούν, απλώς κουκουλώνονται. Με την επιβολή εξοντωτικής φορολογίας όμως σε συνδυασμό με την αδυναμία προώθησης των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων σε όλους τους τομείς, εξαιτίας, όπως είπαμε, των λυσσαλέων αντιδράσεων των οργανωμένων και βολεμένων φοροφαγάδων του Δημοσίου, καταλήγουμε σε περαιτέρω μείωση του διαθέσιμου λαϊκού εισοδήματος, σε εξόντωση των παραγωγικών Ελλήνων και εν τέλει σε ακόμη μεγαλύτερη ύφεση και σε βεβαία κοινωνική έκρηξη. Υπό την έννοια αυτή, η Τρόικα είναι συνυπεύθυνη για την παρατεταμένη ύφεση, αφού ρίχνει όλο το βάρος της προκειμένου να καλυφθούν τα ελλείμματα στην αύξηση των φόρων και όχι στη μείωση των δαπανών. Και είναι επίσης συνυπεύθυνη με την κυβέρνηση στην μη υλοποίηση των μεγάλων διαρθρωτικών αλλαγών που συμφωνήσαμε ως χώρα με τους δανειστές μας, αφού με τις μέχρι σήμερα έντεχνα διατυπωμένες εκθέσεις της επιτρέπει την εκταμίευση των ποσών που χρειάζεται η κυβέρνηση όχι για να προλάβει να υλοποιήσει μεταρρυθμίσεις αλλά για να κερδίσει χρόνο για την αναβολή τους.
Επαναλαμβάνω, το ζητούμενο είναι η οικονομική ανάκαμψη και η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της χώρας που θα επιτρέψει την ανάκτηση της εμπιστοσύνης των διεθνών αγορών στην ελληνική οικονομία. Για να συμβεί κάτι τέτοιο πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι η ευθύνη των μεγάλων διαρθρωτικών αποφάσεων και της εφαρμογής τους ανήκει σε μας και όχι στους ξένους δανειστές μας.
Η διαχειρισιμότητα του χρέους μας έχει να κάνει αφενός με το να πάψουμε να σπαταλούμε τα λεφτά που με τον ιδρώτα τους δημιουργούν οι παραγωγικοί Έλληνες και αφετέρου με την επαναλειτουργία της ελληνικής οικονομίας και τον στρατηγικό αναπροσανατολισμό της. Και χωρίς το δεύτερο το πρώτο δεν είναι αρκετό, χωρίς δηλαδή σημαντικούς ρυθμούς ανάπτυξης, οι οποίοι θα εξασφαλιστούν με ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις που θα κατοχυρώσουν και θα αυξήσουν συγχρόνως το επενδυτικό αντικείμενο, το χρέος δεν είναι βιώσιμο.
Θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι, για όσους λόγους αναφέρθηκαν, χωρίς μια αλλαγή του αξιακού πλαισίου των πολιτών, ώστε αυτοί να εμπιστευτούν τις παραγωγικές δυνάμεις και το πρότυπο του ελεύθερου δρώντα πολίτη και όχι το αναποτελεσματικό, γραφειοκρατικό και διεφθαρμένο κράτος, ακόμη κι αν μια αόρατη δύναμη διέγραφε το σύνολο του ελληνικού χρέους ως διά μαγείας, η ελληνική οικονομία θα είχε τα ίδια χάλια όπως και πριν και θα παρέμενε διεθνώς ελάχιστα ανταγωνιστική.


* Το άρθρο του Τάσου Αβραντίνη δημοσιεύτηκε στις 3/7/2013 στο http://www.capital.gr/News.asp?id=1828274

Δευτέρα 3 Ιουνίου 2013

Η Δράση μπορεί ν΄αλλάξει τις ισορροπίες

Μας περιμένει σκληρή δουλειά στη Δράση. Πρέπει να εκφράσουμε όσους δεν εκπροσωπούνται στο κοινοβούλιο. Το 30% περίπου του πληθυσμού, το πιο παραγωγικό και δυναμικό τμήμα της ελληνικής κοινωνίας πληρώνει φόρους για να συντηρεί το σπάταλο, υπετροφικό, κομματικό και απολύτως διεφθαρμένο δημόσιο, τους κρατικοδίαιτους επιχειρηματίες και τις ομάδες των ειδικών συμφερόντων που διατηρούν στο ακέραιο τα προνόμιά τους.
Εξαιτίας της άρνησης του κομματικού κατεστημένου να μειώσει το κράτος, μέσα σε δυόμισι χρόνια 900 χιλ. εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα οδηγήθηκαν στην ανεργία.
Η φοροεπιδρομή του κράτους στο εισόδημα των ελλήνων θα συνεχιστεί με αμείωτη ένταση φέτος και τα επόμενα δύο χρόνια. Παγιώνονται οι "έκτακτοι" φόροι, φορολογείται εξαντλητικά η ακίνητη περιουσία, διατηρούνται οι φορολογικοί συντελεστές σε υψηλά επίπεδα. Η φορολογία καταστρέφει την ελληνική οικονομία και τρέφει την παραοικονομία.
Η κυβέρνηση ανακοινώνει -σωστά- μέτρα εναντίον των φοροφυγάδων αλλά δεν κάνει τίποτε εναντίον των πελατών της, φοροφαγάδων.
Άμεσοι και έμμεσοι συνεργοί της κυβέρνησης σ΄αυτό το έγκλημα η μείζων και ελάσσων αντιπολίτευση και η Τρόϊκα που ανέχεται την κοροϊδία του πολιτικού συστήματος και των προσοδοθηρικών ομάδων που το στηρίζουν.
Η σοσιαλδημοκρατικής έμπνευσης συνταγή Κυβέρνησης -Τρόϊκας αυξάνουμε τους φόρους και δεν μειώνουμε το "δικό" μας κράτος έχει ήδη αποτύχει.

Ο ΟΟΣΑ προβλέπει ότι το 2013 το ΑΕΠ της χώρας θα μειωθεί κατά 4,8% και το 2014 κατά 1,2%. Ως προς την πρόβλεψη για το 2013 συμφωνεί με τον ΟΟΣΑ και η Τράπεζα της Ελλάδος ενώ στην έκθεσή της προβλέπει θετικούς ρυθμούς αναπτύξεως για το 2014. Με την πρόβλεψη αυτή -της ΤτΕ- συμφωνεί και ο κ. Στουρνάρας.
Η χώρα είτε με την αισιόδοξη (ΤτΕ, Στουρνάρας) είτε με την απαισιόδοξη άποψη (ΟΟΣΑ) θα έχει χάσει μέσα σε μια τετραετία το 25% του ΑΕΠ της και η ανεργία θα αγγίζει το 30% (ή με άλλες κουβέντες ένα χαμένο ΑΕΠ μέσα σε μια τριετία) αποτελώντας το υπ΄αριθ. ένα κοινωνικό πρόβλημα.
Εξαιτίας της δυσβάστακτης φορολογίας και του μεγέθους του αντιπαραγωγικού δημοσίου τομέα η οικονομία συρρικνώνεται δραματικά και η παραοικονομία ενισχύεται κι άλλο.
Για να ανακάμψει η χώρα πρέπει να συμβούν σωρευτικά τα ακόλουθα:
α) να μειωθεί σημαντικά το μέγεθος του κράτους, η απίστευτη πολυνομία και να αρθούν ταυτόχρονα όλα τα γραφειοκρατικά εμπόδια στη ζωή των πολιτών και των επιχειρήσεων. Εάν η γραφειοκρατία αντιστέκεται θα πρέπει να παρακάμπτεται.
β) Να μειωθούν σημαντικά οι φόροι, να απλοποιηθεί το φορολογικό σύστημα και να δοθούν κίνητρα μηδενικής φορολογίας για μια δεκαετία σε κάθε νέα επένδυση.
γ) Να αρθούν οι κανονιστικές ρυθμίσεις στην αγορά εργασίας που καθιστούν τις προσλήψεις και τις απολύσεις ακριβές για τις επιχειρήσεις.
δ) Να εγγυηθεί με τρόπο αποτελεσματικό το κράτος όλες τις άμεσες επενδύσεις στη χώρα παρέχοντας ακόμη και εμπράγματη ασφάλεια στους επενδυτές.


Πέμπτη 2 Μαΐου 2013

Η οικονομική ελευθερία προϋπόθεση της δημοκρατίας* Tου Τάσου Ι. Αβραντίνη



  
Γεώργιος Κ. Μπήτρος, Αναστάσιος Δ. Καραγιάννης,[i] Δημιουργική κρίση σε δημοκρατία και οικονομία με παράδειγμα τη σύγχρονη Ελλάδα, Παπαζήση, Αθήνα 2011, σελ. 489

Από τον τίτλο του ανά χείρας βιβλίου, καθώς και τη διάταξη και κατανομή της ύλης προκύπτει ότι ο σκοπός των συγγραφέων είναι πολύ ευρύτερος από το να παρουσιάσουν μια μεθοδική απάντηση στο ερώτημα τι πήγε στραβά στην Ελλάδα και τι κάνουμε. Χωρίς αμφιβολία, η επιλογή της Ελλάδας ως πεδίου ελέγχου και επαλήθευσης της ερμηνείας των πορισμάτων που προκύπτουν από την έρευνά τους καθιστά το βιβλίο εξαιρετικά ενδιαφέρον και επίκαιρο, λόγω και της οικονομικής (και όχι μόνον) κρίσης της χώρας. Ωστόσο η κύρια συμβολή των συγγραφέων βρίσκεται στην επιτυχία με την οποία ανιχνεύουν τις μεταβολές που επήλθαν στη σχέση δημοκρατίας και οικονομίας διαχρονικά και στις προτάσεις που διατυπώνουν για την αντιμετώπιση της έντασης που παρατηρείται μεταξύ της πολιτικής και της οικονομικής οργάνωσης στις σύγχρονες δημοκρατίες. Το κύριο μέλημά τους είναι να φωτίσουν τις βασικές αρχές πάνω στις οποίες στηρίζεται η οργάνωση των χωρών κατά το σύστημα της δημοκρατίας, επειδή μόνον αυτό επιτρέπει τον σεβασμό στις ατομικές ελευθερίες και τα ατομικά δικαιώματα. Κατά συνέπεια, η ενασχόλησή τους με την περίπτωση της Ελλάδας έχει ως σκοπό την ανάδειξη των προβλημάτων που προκύπτουν στην πράξη, όταν οι κυβερνώντες με τον έναν ή τον άλλον τρόπο υποσκάπτουν τους θεσμούς στο πλαίσιο των οποίων λειτουργεί η δημοκρατία. Εξάλλου, τη βασιμότητα αυτών των διαπιστώσεων επιβεβαιώνει και η πρόσφατη έκδοση του βιβλίου στα αγγλικά από έναν εκδοτικό οίκο διεθνούς εμβέλειας.[ii]

Δημιουργική κρίση στη δημοκρατία και στην οικονομία
Στο πρώτο μέρος η έμφαση της παρουσίασης εστιάζεται στην τεκμηρίωση του ακόλουθου θεωρήματος (καθώς και μερικών εξαιρετικού ενδιαφέροντος λημμάτων που το συνοδεύουν): «Ενώ η οικονομική οργάνωση μιας χώρας κατά το σύστημα της ελεύθερης οικονομίας της αγοράς χωρίς δημοκρατία είναι εφικτή, το αντίστροφο αποκλείεται».[iii]
Για την τεκμηρίωση του παραπάνω θεωρήματος, στο πρώτο κεφάλαιο, γίνεται μια εκτεταμένη αναφορά στην αρχαία Αθήνα, όπου μετά από μια μακρά εξελικτική πορεία εφαρμόστηκε ο δημοκρατικός τρόπος διακυβέρνησης. Ειδικότερα, εξειδικεύονται τα όργανα τα οποία έφεραν το βάρος της λήψης των πολιτικών αποφάσεων, οι αρχές επί των οποίων βασιζόταν η λειτουργία τους, η ευθύνη που έφεραν οι πολίτες για τη σωστή λειτουργία των θεσμών της πολιτείας, κ.ο.κ. Καθώς η Αθηναϊκή Δημοκρατία ήταν άμεση, αυτοί που καρπούνταν τα οφέλη και έφεραν βεβαίως το κόστος για τις αποφάσεις που λαμβάνονταν ήταν οι ίδιοι οι πολίτες. Αλλά για να είναι οι πολίτες κυρίαρχοι (sovereign) και να απολαμβάνουν τις ατομικές ελευθερίες τους, η αθηναϊκή πολιτεία εγγυόταν με τους νόμους και τους θεσμούς που είχαν υιοθετηθεί το απαραβίαστο των περιουσιακών τους δικαιωμάτων. Σ’ αυτή τη διευθέτηση, δηλαδή της πλήρους και αδιαμφισβήτητης προστασίας των περιουσιακών δικαιωμάτων των πολιτών, βασιζόταν η οργάνωση της αρχαίας αθηναϊκής οικονομίας κατά το σύστημα της ελεύθερης οικονομίας της αγοράς. Με άλλα λόγια, η δημοκρατία κατέστη εφικτή γιατί βασίστηκε στην αναγνώριση και διασφάλιση των περιουσιακών δικαιωμάτων, η εκμετάλλευση των οποίων από τα άτομα, για το καλό των ιδίων και του συνόλου, προϋποθέτει περιβάλλον οικειοθελών ανταλλαγών.[iv]
Όταν κατά τον 18ο αιώνα υπό την επίδραση των ιδεών του Διαφωτισμού οι περισσότερες χώρες της Δύσης επέλεξαν τον δημοκρατικό τρόπο διακυβέρνησης, οι πρωτεργάτες αυτής της εξέλιξης γνώριζαν πολύ καλά την άρρηκτη σχέση μεταξύ δημοκρατίας και ελεύθερης οικονομίας. Οι μεγάλοι φιλόσοφοι της εποχής είχαν μελετήσει σε βάθος την αρχαία ελληνική γραμματεία (κυρίως την οικονομική σκέψη του Αριστοτέλη) και επιχείρησαν να οικοδομήσουν τις χώρες τους στα πρότυπα της Αθηναϊκής Δημοκρατίας και της ελεύθερης οικονομίας. Ομοίως, γίνεται αμέσως αντιληπτό στον εξοικειωμένο αναγνώστη ότι οι συγγραφείς μελέτησαν σε βάθος τον καταγεγραμμένο σε πληθώρα επιστολών προβληματισμό των «πατέρων» του αμερικανικού έθνους για το είδος και την ποιότητα των δημοκρατικών θεσμών. Από αυτές προκύπτει ότι οι «πατέρες» της αμερικανικής ανεξαρτησίας σαφώς προτιμούσαν το μοντέλο της άμεσης δημοκρατίας, αλλά λόγω του μεγέθους των εθνικών κρατών, των μεγάλων γεωγραφικών αποστάσεων και των τεχνολογικών περιορισμών που επικρατούσαν στην εποχή τους, αντί της άμεσης επέλεξαν τελικώς την έμμεση ή αντιπροσωπευτική δημοκρατία.

Το πρόβλημα «εντολέα - εντολοδόχου»
Το έναυσμα των συγγραφέων να καταπιαστούν με τη μελέτη της προαναφερθείσας σχέσης προήλθε, όπως αναφέρουν, από τη γενικευμένη διαπίστωση στην ογκώδη διεθνή βιβλιογραφία ότι η αντιπροσωπευτική δημοκρατία έχει παύσει να λειτουργεί ικανοποιητικά. Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία, κατά τους συγγραφείς, έχει ένα σημαντικό μειονέκτημα, το περίφημο πρόβλημα «του εντολέα-εντολοδόχου» («principal agent problem»), σύμφωνα με το οποίο ο εντολοδόχος, έχοντας καλύτερη και ακριβέστερη πληροφόρηση από τον ψηφοφόρο-εντολέα του, παραβιάζει το περιεχόμενο της εντολής εξυπηρετώντας κατά κανόνα το δικό του συμφέρον.
Για τους λόγους που αναλύουν λεπτομερώς, ακόμη και στις πιο ώριμες δημοκρατίες, οι αντιπρόσωποι, δηλαδή τα κόμματα και οι πολιτικοί που εκλέγονται για να κυβερνήσουν, έχουν αυτονομηθεί σε μεγάλο βαθμό από τον έλεγχο των πολιτών, με αποτέλεσμα να παρατηρείται μια διαρκής αναντιστοιχία μεταξύ του περιεχομένου της εντολής που λαμβάνουν από τους πολίτες και των ενεργειών στις οποίες επιδίδονται αφού εκλεγούν. Κατά το κοινώς λεγόμενο, παρατηρείται μια συστηματική ροπή των εκλεγμένων αντιπροσώπων-πολιτικών μετεκλογικά να μην τηρούν τις προεκλογικές τους υποσχέσεις προς τους «κυρίαρχους» πολίτες.
Η εν λόγω αναντιστοιχία δεν εμφανίστηκε στις ημέρες μας. Ενυπάρχει από καταβολής της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, γιατί, λόγω της ασυμμετρίας στην πληροφόρηση μεταξύ των πολιτών ως εντολέων και των κυβερνώντων ως αντιπροσώπων, το ελάττωμα αυτό είναι εγγενές. Από αυτό ανακύπτουν πλείστα όσα προβλήματα, όπως η τάση των κυβερνήσεων να αυτονομούνται από τον έλεγχο των πολιτών, η μεγέθυνση του δημόσιου τομέα, ο περιορισμός των περιουσιακών δικαιωμάτων, η γραφειοκρατία[v] κ.λπ., που νοθεύουν τη δημοκρατία, παραμορφώνουν την οικονομία της αγοράς και υποσκάπτουν τις ατομικές ελευθερίες.
Όλα αυτά τα θέματα αναλύονται στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου υπό το φως των απόψεων που διατύπωσαν μεγάλοι κλασικοί φιλόσοφοι και οικονομολόγοι, όπως οι Λοκ, Χιουμ, Σμιθ, Τζέφερσον, Μιλ κ.ά. Προκειμένου να περιγράψουν με ακρίβεια τη μορφή πολιτικής και οικονομικής οργάνωσης που καθιερώθηκε στις χώρες της Δύσης, οι συγγραφείς αναφέρονται στην κλασική αντιπροσωπευτική δημοκρατία με ελεύθερη οικονομία και κράτος-διαιτητή. Αυτή η οργάνωση αποσκοπούσε στον περιορισμό των παρενεργειών από το πρόβλημα «εντολέα-εντολοδόχου» και κυριάρχησε μέχρι το 1929. Αλλά ενώ πριν από τη μεγάλη οικονομική κρίση του 1929 οι θεσμοί ελέγχου της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας αντιμετώπιζαν ικανοποιητικά το πρόβλημα, από τότε, και ιδιαίτερα τις τελευταίες δεκαετίες, η αναντιστοιχία διευρύνθηκε σε τέτοιο βαθμό ώστε οι πολίτες στις δημοκρατίες να αισθάνονται ότι έχουν απολέσει πλήρως τον κυρίαρχο ρόλο τους και ότι έχουν μετατραπεί σε απλούς παρατηρητές καταπιεστικών και αδιαφανών κρατικών διαδικασιών.

Τα «κρίσιμα» ερωτήματα
Βασιζόμενοι σε αυτή τη διαπίστωση, οι συγγραφείς θέτουν και ερευνούν μια σειρά από θεμελιώδη ερωτήματα. Μερικά από αυτά είναι: α) Τι συνέβη μετά το 1929 και διευρύνθηκε η αναντιστοιχία στη σχέση της αντιπροσώπευσης; β) Υπήρξαν προσπάθειες αναστροφής της; Αν ναι, τι πέτυχαν; γ) Δεδομένου ότι η κρίση της δημοκρατίας συνεχίζεται, τι πρέπει και τι μπορεί να γίνει για να αποκτήσει και πάλι την ευρωστία της, και δ) υπάρχουν προοπτικές βελτίωσης της δημοκρατίας ώστε να ανταποκρίνεται καλύτερα στις προτιμήσεις και τις καθημερινές ανάγκες των πολιτών;
Θα επιχειρήσω να συνοψίσω τα συμπεράσματα των συγγραφέων. Αλλά προηγουμένως θεωρώ σκόπιμο να κάνω την εξής επισήμανση. Από τεχνικής απόψεως οι αναλύσεις από τις οποίες προκύπτουν οι απαντήσεις στα πιο πάνω και σε άλλα παρόμοιας φύσης μεγάλα ερωτήματα αναπτύσσονται σε ένα επίπεδο προσιτό για τον μέσο αναγνώστη. Όμως περισσότερο θα ωφεληθούν όσοι πολίτες, ενεργοί και υποψιασμένοι, όσον αφορά τις αρνητικές επιπτώσεις της μεγέθυνσης του κράτους στην ελευθερία τους, αναζητήσουν στο βιβλίο απαντήσεις και τεκμηρίωση για τους δικούς τους συναφείς προβληματισμούς.

1. Τι συνέβη μετά το 1929;
Η μεγάλη οικονομική κρίση που ενέσκηψε το 1929 προκλήθηκε σύμφωνα με τους συγγραφείς κυρίως από κακούς χειρισμούς της Ομοσπονδιακής Κεντρικής Τράπεζας στις ΗΠΑ.[vi] Επομένως ήταν κατά βάση πρόβλημα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και όχι της οικονομίας. Η οικονομική κρίση επέτρεψε να ανασυρθούν θεωρίες και προτάσεις από το παρελθόν και να εφαρμοστούν προκειμένου να αναστραφούν οι επώδυνες οικονομικές εξελίξεις. Ειδικότερα, ήρθαν στο προσκήνιο απόψεις οι οποίες, υπό τις προϋποθέσεις που είχε θέσει ο Μάλθους περίπου πριν από ένα αιώνα, ευνοούσαν μια μεγαλύτερη παρέμβαση του κράτους στην οικονομία. Αυτό που συνέβη είναι ότι, με αφορμή την οικονομική κρίση που ενέσκηψε τότε, οι κυβερνήσεις στις δημοκρατίες, ενθαρρυμένες κυρίως από τις υποδείξεις των ζηλωτών του Κέυνς, επεξέτειναν τις δραστηριότητες του κράτους σε τομείς οι οποίοι παραδοσιακά ανήκαν στην ιδιωτική οικονομία.
Οι συγγραφείς καταρρίπτουν μια μεγάλη παρανόηση στους κύκλους πολλών οικονομολόγων και πολιτικών, εκείνη που θεωρεί ότι υπεύθυνος για τον κρατικό επεκτατισμό υπήρξε ο Κέυνς και οι ιδέες του.[vii] Κατά τους συγγραφείς –παρά τη διαφωνία τους σε πολλά σημεία με το έργο του μεγάλου αυτού οικονομολόγου–, θεωρούν ότι με κανένα τρόπο ο ίδιος ο Κέυνς θα συμφωνούσε στην τεράστια επέκταση του κράτους, η οποία υλοποιήθηκε με τις υποδείξεις των δήθεν επιγόνων του και κυρίως των πολιτικών που έσπευσαν να εκμεταλλευθούν τις θεωρίες αυτές και να τις χρησιμοποιήσουν ως άλλοθι στην επιδίωξη μεταβίβασης σε αυτούς ισχύος από την αποδυνάμωση των θεσμών της ελεύθερης αγοράς.
Έτσι, κατά τη δεκαετία του 1970, στα ευρωπαϊκά κράτη αυτή η διείσδυση ξεπέρασε 50% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ), ενώ στις ΗΠΑ το αντίστοιχο ποσοστό κυμάνθηκε γύρω στο 22%. Αυτή η διείσδυση ενίσχυσε τις πελατειακές σχέσεις των κομμάτων με τις διάφορες μειοψηφίες, ενώ ταυτόχρονα διεύρυνε σε πολλαπλά επίπεδα το δημοκρατικό έλλειμμα. Η αναντιστοιχία στην αντιπροσώπευση μεγάλωσε, τα δημοσιονομικά ελλείμματα μονιμοποιήθηκαν, το δημόσιο χρέος συνέχισε να συσσωρεύεται απειλητικό για τις παρούσες αλλά κυρίως για τις μελλοντικές γενιές, κ.λπ. Κοντολογίς, με τη συρρίκνωση της ελεύθερης οικονομίας, συρρικνώθηκε και η δημοκρατία, γιατί, όπως αποφαίνονται οι συγγραφείς, ελεύθερη οικονομία χωρίς δημοκρατία είναι εφικτή (χαρακτηριστικό το παράδειγμα της Κίνας), αλλά το αντίστροφο είναι απολύτως αδύνατο.

2. Υπήρξαν προσπάθειες αναστροφής, και αν ναι, τι πέτυχαν;
Στο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου αναλύονται και αξιολογούνται οι εξελίξεις από το 1929, οι προσπάθειες που καταβλήθηκαν από τους φιλοσόφους και οικονομολόγους της ανοικτής κοινωνίας, αλλά και οι κατ’ εξαίρεση φιλελεύθερες πολιτικές που εφαρμόστηκαν από μετρημένους στα δάχτυλα πολιτικούς (όπως λ.χ. ο Ρέιγκαν και η Θάτσερ), να αναστραφεί το κύμα του κρατικισμού που επικράτησε έκτοτε. Κατά τους συγγραφείς η αναστροφή της πλημμυρίδας του κρατικισμού δεν επιτεύχθηκε πλήρως. Οι κλασικές ιδέες για την ανωτερότητα της ελεύθερης αγοράς στην αύξηση του πλούτου των εθνών, σε συνδυασμό με τη διατήρηση των ατομικών ελευθεριών, ανέκοψαν την κυριαρχία της ιδεολογίας του κρατικισμού. Σε αυτή την έκβαση η συμβολή των Ρέιγκαν και Θάτσερ στις αρχές της ελεύθερης οικονομίας ήταν πολύτιμη επειδή οι πολιτικοί αυτοί ήταν πεπεισμένοι για την ορθότητά τους[viii]. Στο πρακτικό επίπεδο όμως οι προσπάθειές τους δεν είχαν το επιθυμητό αποτέλεσμα ως προς το ποσοστό μείωσης του δημόσιου τομέα, διότι τα πολιτικά συστήματα και η πανίσχυρη γραφειοκρατία των δύο χωρών πρόβαλαν σημαντικές αντιστάσεις.

3. Τι πρέπει και τι μπορεί να γίνει ώστε η δημοκρατία να αποκτήσει πάλι την ευρωστία της;
Η απάντηση των συγγραφέων εκπλήσσει τον αναγνώστη. Προτείνουν να αντλήσουν οι σύγχρονες δημοκρατίες διδάγματα από τις αρχές που μας κληροδότησε η αρχαία Αθηναϊκή Δημοκρατία. Σ’ αυτήν οι πολίτες έπαιρναν οι ίδιοι τις αποφάσεις για τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν. Δεν υπήρχαν κόμματα ως μεσάζοντες ή εντολοδόχοι των πολιτών, οι αναδεικνυόμενοι στα κυβερνητικά αξιώματα επιλέγονταν με κλήρο (εκτός από τους δέκα στρατηγούς), λογοδοτούσαν, μπορούσαν να ανακληθούν από τους πολίτες οποιαδήποτε στιγμή μέσα από γνωστές διαδικασίες, για τη διαφθορά προβλέπονταν αυστηρότατες ποινές κ.λπ. Αλλά οποιαδήποτε πρόοδος προς αυτήν την κατεύθυνση εξαρτάται από τη μεταστροφή των κυρίαρχων στο εκλογικό σώμα ιδεών.

4. Υπάρχουν προοπτικές βελτίωσης της δημοκρατίας;
Οι συγγραφείς εκτιμούν ότι οι προοπτικές επανόδου σε μια εύρωστη δημοκρατία με ελεύθερη οικονομία και μικρό κράτος είναι εξαιρετικά ευνοϊκές για πολλούς λόγους. Ένας σημαντικός λόγος είναι, για παράδειγμα, ότι μέσα από τα δίκτυα πληροφόρησης οι πολίτες ενημερώνονται καθημερινά για το ισοζύγιο πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων της δημοκρατίας με ελεύθερη αγορά, έναντι όλων των άλλων συστημάτων πολιτικής και οικονομικής οργάνωσης. Το βρίσκουν ενισχυτικό για τις προσωπικές τους ελευθερίες και την οικονομική τους ευημερία και γι’ αυτό η δημοκρατία διαχέεται παγκοσμίως. Ένας άλλος λόγος είναι ότι η ανάπτυξη της ψηφιακής τεχνολογίας επιτρέπει την αισιόδοξη εκτίμηση ότι στο μέλλον θα υπάρξει μετάβαση από τη σημερινή έμμεση και με έλλειμμα αντιπροσώπευσης δημοκρατία στην άμεση ψηφιακή δημοκρατία. Ένας τρίτος λόγος είναι η απογοήτευση των πολιτών από τις σοβαρές ατέλειες της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.
Τα παραπάνω αποτελούν μια σημαντική αλλά περιορισμένη επιλογή των μεγάλων ερωτημάτων που θέτουν και απαντούν οι συγγραφείς. Αυτή η επισήμανση επιβεβαιώνεται εύκολα αν ο αναγνώστης ανατρέξει στο Ευρετήριο Θεμάτων που παρατίθεται στο τέλος. Από εκεί θα διαπιστώσει ότι είχαν να πουν περισσότερα για τα κύρια θέματα της εποχής μας.

Η περίπτωση της Ελλάδας
Τα κεφάλαια για την Ελλάδα κάνουν το βιβλίο εξαιρετικά ενδιαφέρον για όσους αναζητούν μια συμπυκνωμένη καταγραφή και ερμηνεία των μεταπολεμικών πολιτικών και οικονομικών εξελίξεων.[ix] Στο τέλος, οι επιμελείς και διαβασμένοι αναγνώστες αποκλείεται να μη συμφωνήσουν με την εκτίμηση που διατυπώνουν οι συγγραφείς:

«Οι οικονομικές επιδόσεις της Ελληνικής Δημοκρατίας κατά τη μεταπολεμική περίοδο παρουσιάζουν όλα τα χαρακτηριστικά μιας περιόδου αξιοσημείωτης επιτυχίας, την οποία διαδέχθηκε μια περίοδος εξίσου αξιοσημείωτης οπισθοδρόμησης. Κατά την άποψή μας, πρόκειται για μοναδική περίπτωση, η οποία πρέπει να διδάσκεται από τα δημοτικά σχολεία μέχρι τα πανεπιστήμια, ώστε απλοί πολίτες, πολιτικοί, και ειδικοί να μάθουν πως: α) στη δημοκρατία οι πολίτες μπορούν να παραπλανηθούν από επιπόλαιες και ιδιοτελείς ηγεσίες και να συναινέσουν σε μεταρρυθμίσεις και πολιτικές οι οποίες γονατίζουν και τη δημοκρατία και την οικονομία, β) τα κόμματα εξουσίας καταλύουν τη δημοκρατία, αυτονομούνται από τον έλεγχο των πολιτών ιδιοποιούμενα τη δημόσια διοίκηση, και καταστρέφουν τους θεσμούς που είναι βασικοί για τη λειτουργία της ελεύθερης οικονομίας, και γ) οικονομικές πολιτικές που φαίνονται και είναι επιτυχημένες βραχυχρόνια, στο μακρύ χρόνο μπορούν να καταστούν καταστροφικές, αν δεν αναθεωρηθούν έγκαιρα.» (σ. 411)

Πιο πάνω τόνισα σκόπιμα τη λέξη «αποκλείεται» για να διευκρινίσω ότι οι εκτιμήσεις των συγγραφέων προκύπτουν από προσεκτική ανάλυση των στατιστικών στοιχείων που καταγράφονται στις εγχώριες και διεθνείς βάσεις δεδομένων, και όχι από τα αξιακά τους συστήματα ή από δικές τους αυθαίρετες υποθέσεις και παραδοχές. Σ’ αυτή τη βάση, θα τολμούσα να διακινδυνεύσω την άποψη ότι η αρτιότητα με την οποία καταγράφουν και ερμηνεύουν την μεταπολεμική ιστορία της δημοκρατίας και της οικονομίας στη χώρα μας θα προσελκύσει την προσοχή στο βιβλίο όχι μόνο των πολιτών, των οικονομολόγων και των ενδιαφερόμενων πολιτικών, αλλά επίσης θα είναι εξαιρετικά δύσκολο στους μελετητές αυτής της περιόδου στο μέλλον να το αγνοήσουν.
Εξίσου αξιοσημείωτη με την εύρωστη και λογικά συνεκτική αποτίμηση των παραγόντων που οδήγησαν στην παρούσα καταθλιπτική εθνική συγκυρία είναι επίσης η αποτύπωση από τους συγγραφείς ενός οράματος για την Ελλάδα καθώς και των προϋποθέσεων που θα απαιτηθούν για την επίτευξή του. Οι επιδιώξεις που στοιχειοθετούν το όραμα δεν μπορούν να διατυπωθούν πιο συμπυκνωμένα απ’ ό,τι το κάνουν οι συγγραφείς στις σελίδες 419-420. Υποστηρίζουν μεταξύ άλλων ότι:

Το ελληνικό κράτος πρέπει να αλλάξει πρόσωπο. Να υπάρχουν, δηλαδή:
– Λίγοι νόμοι, απλοί και ευέλικτοι, και η εφαρμογή τους να είναι άτεγκτη.
– Λίγοι δημόσιοι υπάλληλοι, αλλά υψηλόμισθοι, αδιάφθοροι και ακομμάτιστοι.
– Μικρό κράτος το οποίο: (α) να παρέχει υψηλής ποιότητας υπηρεσίες, (β) να διαφυλάσσει και να αξιοποιεί τη ζωογόνο δύναμη του ανταγωνισμού για να προστατεύει τους πολίτες από πάσης φύσεως μονοπώλια και συντεχνίες, και (γ) να στηρίζει αποτελεσματικά όσους έχουν αντικειμενική αδυναμία να επιτύχουν ένα ανθρώπινο επίπεδο διαβίωσης.

Τέλος, όσον αφορά τις προϋποθέσεις για να υπάρξει πρόοδος προς τις πιο πάνω κατευθύνσεις, οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι:

«…άμεση προτεραιότητα έχει η προσπάθεια ανατροπής των (…) στερεοτύπων που καλλιεργούνται συστηματικά σε βάρος του ελληνικού λαού, και έχουν οδηγήσει στη θεώρηση της ελεύθερης οικονομίας ως κοινωνικά ανάλγητης. Το μεγάλο κράτος, προπαγανδίζεται έντεχνα στο λαό, ως ο μοναδικός εγγυητής κοινωνικής πρόνοιας και αλληλεγγύης, ενώ στην ουσία λειτουργεί ως προστατευτική ασπίδα για την γιγάντωση συντεχνιακών πρακτικών. Αυτός ο μύθος του μεγάλου, άρα κοινωνικά ευαίσθητου κράτους, είναι ώρα να αποκαλυφθεί και να καταρριφθεί. Με βάση τα όσα εκθέσαμε στο πρώτο μέρος του βιβλίου, πρέπει να καταστεί σαφές στον Έλληνα πολίτη, ότι η διατήρηση ενός κράτους τεράστιου, επαχθούς και αναποτελεσματικού, απομυζά κάθε ικμάδα της ελληνικής κοινωνίας, αποτελεί εστία διαφθοράς και ζημιώνει πρωτίστως τις ασθενέστερες κοινωνικές ομάδες που επαίρεται ότι προστατεύει. Μόνο ένα μικρό κράτος που σέβεται τους κόπους του πολίτη και δεν τους αποστραγγίζει μέσα από τη δυσβάσταχτη φορολογία που απαιτείται για τη συντήρηση ενός διογκωμένου κρατικού μορφώματος το οποίο ελέγχει και διαχειρίζεται, με οδυνηρές συνέπειες, ορισμένους από τους πιο δυναμικούς τομείς της ελληνικής οικονομίας.»

Αποτίμηση
Στο βιβλίο τεκμηριώνεται ότι η σύγχρονη δημοκρατία βρίσκεται σε κρίση γιατί, εξαιτίας του μεγάλου και αδηφάγου κράτους στο οποίο βασίζεται, τροφοδοτεί την ακατάσχετη διαφθορά, περιορίζει τις ατομικές ελευθερίες και καταστέλλει τις δυνάμεις της ενδογενούς οικονομικής ανάπτυξης. Αλλά για τους συγγραφείς αυτή η κρίση είναι δημιουργική γιατί έχουν μπει σε λειτουργία οι εξελίξεις της αναγέννησης της δημοκρατίας, όπως έγινε πολλές φορές στο παρελθόν. Οι εξελίξεις αυτές, με τη βοήθεια και της νέας ψηφιακής τεχνολογίας, ενθαρρύνουν την αντικατάσταση στη δημοκρατία των διαδικασιών της αντιπροσώπευσης με διαδικασίες άμεσης ανάμιξης των πολιτών στις κοινές αποφάσεις για τα προβλήματα που τους αφορούν. Έτσι, όταν σε λίγα χρόνια οι αναταράξεις καταλαγιάσουν, οι δημοκρατίες θα λειτουργούν πιο αποτελεσματικά απ’ ό,τι στο πρόσφατο παρελθόν, οι εγχώριες και οι παγκόσμιες αγορές θα διαχέουν τα αγαθά της νέας τεχνολογίας σε όλο και μεγαλύτερα πλάτη και μήκη της γης, και προπάντων οι ατομικές ελευθερίες θα έχουν γίνει πιο ουσιαστικές για περισσότερους ανθρώπους και χώρες.

* Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε στο Τεύχος 39 Απριλίου 2013 της ARB.





[i] Ο Αναστάσιος Δ. Καραγιάννης, Καθηγητής Ιστορίας των Οικονομικών Θεωριών στο Τμήμα Οικονομικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Πειραιώς, απεβίωσε τον Ιανουάριο του 2012.
[ii] Από τον γερμανικό εκδοτικό οίκο Springer Publishers με τίτλο Creative Crisis in Democracy and Economy. Η έκδοση στα αγγλικά αποτελείται από εννιά κεφάλαια. Στην έκδοση αυτή τα έξι κεφάλαια για την Ελλάδα που περιέχονται στην ελληνική έκδοση συμπτύχθηκαν σε ένα.
Η ελληνική έκδοση αποτελείται από δύο μέρη και δεκατέσσερα κεφάλαια. Το πρώτο μέρος περιλαμβάνει οκτώ κεφάλαια. Σ’ αυτά οι συγγραφείς ασχολούνται με τα προβλήματα της δημοκρατίας και της οικονομίας από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Στο δεύτερο μέρος χρησιμοποιούν τα πορίσματά τους από το πρώτο μέρος προκειμένου να φωτίσουν τα αίτια που οδήγησαν την Ελλάδα σε μια άνευ προηγουμένου αναστροφή, από τη φάση της μεγάλης ανάπτυξης πριν από το 1974, στη φάση της φθίνουσας πορείας έκτοτε, με κατάληξη τη χρεοκοπία των ημερών μας, ή όπως αλλιώς θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κάποιος την αδυναμία της χώρας να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της χωρίς τη συνδρομή των πιστωτών της.
[iii] Βλ. Howard Callaway, The Morality of Capitalism, Society for Individual Liberty, Warminster 1983.
[iv] Το δικαίωμα της ιδιοκτησίας στην Αρχαία Αθηναϊκή Δημοκρατία τύγχανε αυξημένης νομικής προστασίας, ήταν φυσικό δικαίωμα του πολίτη η υπεράσπιση της ιδιοκτησίας του. Εκείνος δε που θα πρότεινε την κατάργηση ή τον περιορισμό της προστασίας της ιδιοκτησίας κινδύνευε με καταδίκη σε ατιμία και δήμευση της δικής του περιουσίας. «Ὃς ἂν ἄρχων ἢ ἰδιώτης αἴτιος ἢ τὸν θεσμὸν συγχυθῆναι τόνδε, ἢ μεταποιήσῃ αὐτόν, ἄτιμον εἶναι καὶ παῖδας καὶ τὰ ἐκείνου» (Δημοσθένους, Κατὰ Ἀριστοκράτους, 62). Στον όρκο των Ηλιαστών (λαϊκών δικαστών) αναφέρεται: «οὐ ψηφιοῦμαι (...) οὐδὲ τῶν χρεῶν τῶν ἰδίων ἀποκοπὰς οὐδὲ γῆς ἀναδασμὸν τῶν Ἀθηναίων οὐδ’ οἰκιῶν ἐξεῖναι» (Δημοσθένους, Κατὰ Τιμοκράτους, 149).
[v]  Οι συγγραφείς ίσως θα έπρεπε να αναλύσουν περισσότερο και την καθολική τάση της γραφειοκρατίας να αυτονομείται όλο και περισσότερο από τις αποφάσεις και επιλογές της πολιτικής εξουσίας, πολλές φορές δε να αντιδρά ευθέως στην εφαρμογή πολιτικών που ενέκρινε το εκλογικό σώμα. Για μια εμπεριστατωμένη ανάλυση της αρνητικής επίδρασης της γραφειοκρατίας στην ποιότητα των θεσμών της δημοκρατίας, βλ. Ο. Williamson “Economic Institutions and Development: A view from the bottom”, στο Mancur Olson and Satu Kähköhnen, A Not-so-dismal Science: A Broader View of Economies and Societies, Oxford University Press, 2000, Eric Allen Nordlinger, On the Autonomy of the Democratic State, Harvard University Press, 1990 και το κλασικό έργο του Ludwig von Mises, Bureaucracy, Yale University Press, 1944.
[vi] Η θέση αυτή των συγγραφέων εδράζεται μεταξύ άλλων στο μνημειώδες έργο των Milton Friedman και Anna Jacobson Schwartz A Monetary History of the United States, 1867-1960. Ιδιαιτέρως στο κεφάλαιο “The great contraction” (“Η μεγάλη συρρίκνωση”), όπου οι συγγραφείς υποδεικνύουν ως υπεύθυνο για την ύφεση που ακολούθησε την κρίση του 1929 το Federal Reserve Bank System.
[vii] Ειρήσθω εν παρόδω ότι ο εκλιπών Αναστάσιος Καραγιάννης υπήρξε ένας από τους πιο σημαντικούς και έγκυρους μελετητές του έργου του Κέυνς.
[viii] Για την αλλαγή του πολιτικού ρεύματος στη Βρετανία της Θάτσερ και στις ΗΠΑ του Ρέιγκαν, βλ. Peter Jenkins, Mrs Thatcher's Revolution: The Ending of the Socialist Era, London 1987· Andrew Gamble, The Free Economy and the Strong State: The Politics of Thatcherism, Durham, NC, Duke University, 1988· Ian C. Bradley, The Strange Rebirth of Liberal Britain, London, Chatto and Windus, 1985· Henk Overbeek, Global Capitalism and National Decline: The Thatchers Decade in Pespective, London, Unwin Hyman, 1989· William E. Simon, A Time for Truth, New York, Readers’s Digest Press, 1978· Robert J. Ringer, Restoring the American Dream, New York, 1979.
[ix] Αξίζει να αναφέρουμε εδώ και το πολύ σημαντικό έργο του Μάρκου Δραγούμη, Πορεία προς τον Φιλελευθερισμό, Παπαζήση - ΚεΦιΜ, Αθήνα 22010, καθώς και του πρώην υπουργού Αλέκου Παπαδόπουλου, Τα βήματα του Έστερναχ. Η Ελλάδα μετά το 2010, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2008. 

Οι δύο κανόνες

                              Από τα διδάγματα της ιστορίας μπορούμε να κατανοήσουμε τη σημασία που έχουν τα καλά δημόσια οικονομικά για την...