Δευτέρα 24 Μαρτίου 2014

H «αίρεση της θεοσέβειας» στην πολιτική


Τη Δεξιά του Κυρίου τη γνωρίζουμε όλοι. Η Αριστερά του Κυρίου (δεν μπορεί, έχει και ο Θεός Αριστερά) είναι πάντοτε πιο έξυπνη ή πιο πονηρή. Δεν είναι λίγες πλέον οι περιπτώσεις που ο ΣΥΡΙΖΑ διακριτικά «κλείνει το μάτι» στην Εκκλησία. Το φαινόμενο έχει πολλές εξηγήσεις:
Πρώτον, το κόμμα επιδιώκει παντί τρόπω να μαζέψει ψηφαλάκια και στις εκκλησίες βρίσκει κανείς πολλά. Η ψήφος άλλωστε δεν έχει μυρωδιά.
Δεύτερον, οι πασοκικές ορδές που έχουν κατακυριεύσει την αξιωματική αντιπολίτευση σαν νέος φονικός ιός Η1Ν(3 του Σεπτέμβρη) ξέρουν καλά τη δουλειά. Ποιος ξεχνά τη μεταρρύθμιση του οικογενειακού δικαίου από την πρώτη κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου, η οποία δεν ολοκληρώθηκε, όπως έπρεπε (λ.χ. η καθιέρωση ως υποχρεωτικού του πολιτικού γάμου) υπό το βάρος των εσωτερικών αντιδράσεων των σοσιαλιστών του Θεού και του τότε σοσιαλιστή αρχιεπισκόπου Σεραφείμ.
Τρίτον, η κοσμοθεωρία του ΣΥΡΙΖΑ, όλο και περισσότερο παίρνει αποστάσεις από το θεμελιώδες πρόταγμα του Διαφωτισμού και του μεγαλύτερου τμήματος της ανανεωτικής αριστεράς, ότι η πίστη δεσμεύει μόνον τους πιστούς και όχι τους πολίτες και ενστερνίζεται τις απολύτως σύμφωνες με το πνεύμα του μαρξισμού απόψεις ότι το άτομο έχει μόνο περιορισμένη αυτονομία και κυρίως προσδιορίζεται από το σύνολο που συμμετέχει.
Τέταρτον, καθόλου δεν ενοχλεί αυτή η προσέγγιση όσους αποδέχονται την παραδοσιακή Μαρξική ρήση «η θρησκεία είναι το όπιο του λαού». Όχι τόσο γιατί πιστεύουν στην αποποινικοποίηση του «Θρησκατέν» και εν γένει των ναρκωτικών, όσο γιατί στις μέρες μας δεν είναι λίγοι οι μαρξιστές που έχουν στην ανάλυσή τους αποκαταστήσει τον χριστιανισμό ως προοδευτικό ιστορικό φαινόμενο, στα δόγματα του οποίου κατά τα λεγόμενα αμφοτέρων των πλευρών (μαρξιστών και χριστιανών) βρίσκονται τα πρώτα ψήγματα της κομμουνιστικής θεωρίας. Και βέβαια ο φιλελευθερισμός αποτελεί γι’ αυτούς το απόλυτο κακό υπό την έννοια ότι οι βασικές αρχές του (ατομικά δικαιώματα, ελευθερία επιλογής και κυρίως το πρωτείο του ατόμου σε σχέση με τις διάφορες ασαφείς συλλογικότητες, φυλή, θρησκεία, τάξη κ.λπ.) επηρεάζουν τον τρόπο ζωής του δυτικού πολιτισμού εδώ και διακόσια τόσα χρόνια και καθιστούν άγονο το έδαφος στους σπόρους της ολοκληρωτικής σκέψης.
Οφείλω να κάνω στο σημείο αυτό μια μικρή αλλά απαραίτητη διευκρίνιση: η ιστορική σύγκρουση ημών των φιλελευθέρων με τα πάσης φύσεως ιερατεία (και τα μαρξιστικά) που συνεχίζεται μέχρι σήμερα δεν έχει να κάνει με την λατρευτική ή μη ελευθερία των ανθρώπων ή με τη δική τους «διαμεσολαβητική» λειτουργία μεταξύ Θεού και ανθρώπων αλλά με την επιθυμία τους να επεμβαίνουν στα δικαιώματα των ατόμων.
Με βάση τα παραπάνω παρουσιάζει λοιπόν εξαιρετικό ενδιαφέρον η συνέντευξη της υποψήφιας Περιφερειάρχη Αττικής και εκ των κορυφαίων στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ στο “Αγιορείτικο Βήμα” με τίτλο «Πώς θα στηρίξουμε το Άγιο Όρος. ΣΥΡΙΖΑ και Εκκλησία συμβαδίζουν στις δράσεις τους…» (20.3.2014).
Στη συνέντευξη αυτή, το εν λόγω στέλεχος, με σεμνότητα αλλά και θεία καθοδήγηση, αναδεικνύει όλες τις πτυχές της ΝΕΠ (Νέα Εκκλησιαστική Πολιτική) του ΣΥΡΙΖΑ. Και ριψοκινδυνεύοντας σε πολύ δύσβατα πεδία σκέψης διακηρύσσει ότι το Άγιον Όρος «αποτελεί ένα σταθερό σημείο πνευματικής αναφοράς για κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο, υπό την έννοια ότι σε φέρνει αντιμέτωπο – και συνάμα σε καθοδηγεί – με τα πάγια υπαρξιακά ερωτήματα που μας έχουν απασχολήσει από αρχαιοτάτων χρόνων σχετικά με τη φύση του ανθρώπου, το σκοπό της ζωής, το θάνατο… Και αυτή η προσφορά του Όρους είναι αναντικατάστατη.». Προσοχή πρέπει να δοθεί στην ορολογία του κορυφαίου στελέχους του ΣΥΡΙΖΑ: δεν αναφέρεται σε πιστούς χριστιανούς αλλά σε κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο, είτε είναι χριστιανός είτε όχι. Η προσπάθεια επίλυσης των υπαρξιακών προβλημάτων με επιστημονικές μεθόδους, με προσφυγή στην ατομικότητα υπονοείται καταδικασμένη να αποτύχει.
Πιο κάτω η υποψήφια περιφερειάρχης δηλώνει επίσης ότι: «Εκείνο που είναι σημαντικό για τον ΣΥΡΙΖΑ, και θα επιχειρήσει να διασφαλίσει, είναι να υπάρχει το περιβάλλον που θα επιτρέπει στο Άγιο Όρος να συνεχίσει να παίζει τον ρόλο του, με ηρεμία και προσήλωση στα της ψυχής, στα του πνεύματος, στα του ανθρώπου. Χωρίς πρόθεση πρόκλησης τολμώ να προσθέσω στα τελευταία: στα της εξωτερικής πολιτικής της πατρίδας μας.». Προσέξτε ιδιαιτέρως το τελευταίο, το Άγιο Όρος –κατά το στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ που τολμά να λέει τα πράγματα με το όνομά τους, «χωρίς διάθεση πρόκλησης»– πρόκειται να παίξει με τον ΣΥΡΙΖΑ ρόλο και στα θέματα εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας, χωρίς ωστόσο να διευκρινίζεται εάν θα έχουμε και αγιορείτη μόνιμο υφυπουργό Εξωτερικών. Ανακεφαλαιώνοντας λοιπόν, για το θεοσεβές αυτό στέλεχος η θρησκεία δεν αφορά μόνο τους πιστούς αλλά και τους σκεπτόμενους ανθρώπους ακόμη, δεν αφορά μόνο τα άτομα αλλά και την οντότητα της χώρας.
Στην ερώτηση εάν κάποιος συγγενής της έζησε στο Άγιο Όρος, πληροφορία που μάλλον κανέναν δεν ενδιαφέρει και την οποία προφανώς η ίδια έχει δώσει στον δημοσιογράφο, απαντά με τη γνωστή περισπούδαστη κοινότοπη υποκριτική τακτική των φωτομοντέλων: «Για λόγους αρχής, θα προτιμούσα να μην θέσω σε κοινή θέα μία πτυχή της οικογενειακής μας ιστορίας, υπαρκτής αλλά προσωπικής. Άλλωστε, έτσι αντιλαμβάνομαι το ελάχιστο χρέος μου απέναντι σε μια επιλογή ζωής που με γεμίζει με αισθήματα δέους και συγκίνησης.».
Εκεί όμως που πρέπει κανείς να υποκλιθεί στο μακιαβελικό μεγαλείο του στελέχους ήταν στην απάντησή της όταν ρωτήθηκε για τη θέση του ΣΥΡΙΖΑ στις σχέσεις Κράτους - Εκκλησίας:
«Βιώνουμε δύσκολους και πρωτόγνωρους καιρούς. Καιρούς που δεν προσφέρονται ούτε για μεγάλα λόγια ούτε για “παίγνια” κάθε είδους. Καιρούς που απαιτούν, σχεδόν επιβάλλουν, λόγια αλήθειας και ειλικρίνειας. Δεν χωρούν πλέον δεύτερες και τρίτες σκέψεις.
» Ειδικά στη σημερινή συγκυρία που διεθνώς χαρακτηρίζεται από μη προβλεψιμότητα και αστάθεια, ενώ στο εσωτερικό γνωρίζουμε όλοι τις διαστάσεις της ανθρωπιστικής καταστροφής. Με πλήρη συναίσθηση της βαρύτητας των δύο παραγόντων, τονίζω ότι στο θέμα σχέσεων κράτους - εκκλησίας, δεν πρόκειται να προβούμε σε καμία μονομερή ενέργεια αλλά με διάλογο να επιδιώξουμε τη συνεννόηση προς όφελος της μεγάλης πλειοψηφίας του ελληνικού λαού.».
Βεβαίως μέχρι σήμερα γνωρίζαμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι υπέρ του χωρισμού κράτους-εκκλησίας, του συμφώνου συμβίωσης μεταξύ ομόφυλων ζευγαριών κ.ά. Φαίνεται ότι η τάση αυτή αναθεωρείται από το σημαίνον στέλεχος μέχρι τουλάχιστον να διαψευστεί από άλλο σημαίνον στέλεχος. Όσοι σπεύσετε να πείτε ότι πρόκειται για τη γνωστή αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ θα με βρείτε αντίθετο. Κάθε άλλο παρά αδυναμία δηλώνουν οι μεταξύ των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ ανακύπτουσες κατά καιρούς διαφωνίες. Αυτή άλλωστε είναι και η δύναμη του μαρξισμού σύμφωνα και με το ιστορικό άρθρο του Κλωντ Ρουά στον Nouvel Observateur τον Ιούλιο του 1977, όπου απαριθμούσε τους 53 μαρξισμούς που υπήρχαν κατά τη δεκαετία του ’70 στη Γαλλία, και μιλούσε για τους «ντισκ-τζόκεϊ της σκέψης», μικροπωλητές «ιδεών για πέταμα». Ο συγγραφέας υποστήριζε ότι το φαινόμενο αυτό ενίσχυε τον μαρξισμό δια της συγχύσεως που δημιουργούσαν, μολονότι οι οπαδοί των διαφόρων εκδοχών του αλληλοαναιρούνταν και μισούνταν μεταξύ τους περισσότερο απ’ όσο μισούσαν τους αστούς αντιπάλους τους.
Αυτό το τελευταίο είναι άλλωστε και το κρυφό όπλο του ΣΥΡΙΖΑ. Οι ποικίλες εσωτερικές διαφωνίες και δημόσιες αντιπαραθέσεις στους κόλπους του, μεταξύ συνιστωσών, στελεχών, ηγεσίας κ.λπ., αντί να αποδυναμώνουν προστατεύουν τον ΣΥΡΙΖΑ από οποιαδήποτε κριτική. Όποιος λ.χ. ενοχλείται με την προφανή επιπολαιότητα του αρχηγού του μπορεί να υιοθετήσει τις κάπως λιγότερο αφελείς απόψεις Σταθάκη, όποιος πούρος μαρξιστής δεν αντέχει τον οικονομικό «ρεαλισμό» [sic] του Δραγασάκη θα ανατρέξει στον Λαφαζάνη και όποιος δεν αντέχει τη λαϊκιστική θεοσέβεια της Δούρου δεν έχει παρά έχει να καταφύγει στην αντικληρικαλική ιδεολογική αγκαλιά της Βαλαβάνη και πάει λέγοντας. Συνεπώς η πολυγλωσσία και οι αντιφάσεις στον πολιτικό λόγο των στελεχών του είναι η δύναμη που καθιστά απρόσβλητο τον ΣΥΡΙΖΑ από οποιαδήποτε ορθολογική κριτική.
Για να καταλήξω όμως επιστρέφω στη συστηματική προσέγγιση που παρατηρείται το τελευταίο τουλάχιστον ενάμισι έτος από μέρους του ΣΥΡΙΖΑ με την Ορθόδοξη Εκκλησία (η «Αυγή» μοίραζε φυλλάδιο με ομιλία του Μ. Βασιλείου κ.ο.κ. και ο ΣΥΡΙΖΑ οργάνωνε συνέδριο με θέμα «Εκκλησία και Αριστερά» τον Ιανουάριο του 2013). Η προσωπική μου εκτίμηση είναι ότι, ανεξάρτητα από την κυνική πρόθεση του ΣΥΡΙΖΑ να καρπωθεί και αυτός μερίδιο από τις ψήφους των ορθόδοξων χριστιανών, πρόκειται και επί της ουσίας για μια απολύτως συμβατή σχέση. Είναι σαφές ότι και οι δύο (όπως και οι ακροδεξιές οργανώσεις) διακατέχονται από απέχθεια για τον καπιταλισμό της ελεύθερης επιλογής και των δικαιωμάτων και από την επιθυμία της αδελφότητας, της συντροφικότητας, της φιλικής αγκαλιάς για τον καθένα, υπό τον όρο βεβαίως ότι αυτός ο «καθένας», για να απολαύσει τα αγαθά της κοινοτικής αλληλεγγύης, δεν θα πρέπει να έχει τάσεις διαφοροποίησης από την ιδεολογία και τον σκοπό, ανεξάρτητη γνώμη, αυτονομία, γιατί τότε θα χαρακτηριστεί απλώς ως αποσυνάγωγος της μεγάλης οικογένειας.
Όσοι αριστεροί στέκονται αμήχανα σε τέτοιου είδους δημόσιες τοποθετήσεις των κορυφαίων στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, περιμένοντας την καύση των νεκρών, τους γάμους των ομόφυλων ζευγαριών, θεσμικές αλλαγές που θα μείωναν το έλλειμμα θρησκευτικής ελευθερίας νομίζω ότι θα χρειαστεί να περιμένουν μερικές δεκαετίες. Στις επόμενες συγκεντρώσεις του ΣΥΡΙΖΑ, μαζί με τα κόκκινα λάβαρα πολύ φοβούμαι ότι θα κυματίζουν και οι κιτρινόμαυρες παντιέρες με τους δικέφαλους αετούς – και δεν θα είναι της ΑΕΚ.


Δημοσιεύτηκε στις 22/3/2014 στην ηλεκτρονική σελίδα της Atherns Voice.
http://www.athensvoice.gr/article/city-news-voices/πολιτικη/h-«αίρεση-της-θεοσέβειας»-στην-πολιτική

Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2014

"Η μοιραία τροχοπέδη του κρατισμού"

Όποιος ενδιαφέρεται μπορεί στον παρακάτω σύνδεσμο να παρακολουθήσει την ομιλία μου στις 6/2/2014 στο Ινστιτούτο Διπλωματίας και Εξωτερικής Πολιτικής με θέμα: "Η μοιραία τροχοπέδη του κρατισμού".
https://www.youtube.com/watch?v=kCXSNfophQU&feature=c4-overview&list=UUAdUAdGroXvngWxuBYSslcA

Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2014

Μην περιμένετε ιδιωτικοποιήσεις από κρατιστές*


Ο Α. Τσίπρας και τα περισσότερα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ (πάντοτε με φωτεινές εξαιρέσεις) ακολουθεί την καταστροφική συνταγή Παπανδρέου - Παπακωνσταντίνου για να κερδίσει τις εκλογές. Ίσως με λίγο μεγαλύτερη αμετροέπεια. Το θράσος της ασχετοσύνης, βλέπετε. Χρησιμοποιεί τον γνωστό μύθο «Λεφτά υπάρχουν» και τις γνωστές απειλές κατά των ξένων επενδυτών δηλώνοντας ότι είναι υπέρ των κρατικών μονοπωλίων και «κρίσιμης στρατηγικής σημασίας οργανισμών για το δημόσιο».
Ό,τι έκανε δηλαδή ο Γ.Α. Παπανδρέου που κινδυνολογούσε για τα δεινά των ιδιωτικοποιήσεων υπεραμυνόμενος του δημόσιου χαρακτήρα των τηλεπικοινωνιών, των λιμένων, της Ολυμπιακής κ.λπ. και απειλούσε τη Deutsche Telecom και την Cosco, τα ίδια κάνει σήμερα και ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης με την επιχειρούμενη ιδιωτικοποίηση των δικτύων μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Ευτυχώς για τη χώρα ο Γ.Α. Παπανδρέου δεν υπήρξε συνεπής και δεν ακύρωσε εκείνες τις ιδιωτικοποιήσεις.
Τα ίδια φαιδρά επιχειρήματα και τότε και τώρα, υπό τη διακριτική υποστήριξη βεβαίως των πραγματικά ωφελούμενων από τη διατήρηση του status quo συνδικάτων κάθε κλάδου και των κομματικών φίλων τους. Είναι ψιλά γράμματα γι’ αυτούς ο αντίλογος ότι οι ιδιωτικοποιήσεις εκείνες ήταν εξαιρετικά επωφελείς για την οικονομία και τους καταναλωτές. Στον χώρο της σταθερής τηλεφωνίας (όπως και παλαιότερα επί κυβερνήσεως Μητσοτάκη η κινητή τηλεφωνία δόθηκε εξ αρχής σε ιδιωτικές εταιρείες με την αμετακίνητη και γενναία στάση του Στέφανου Μάνου, στην οποία αρχικώς εναντιώνονταν και πολλά στελέχη της τότε κυβέρνησης που διαπνέονταν από ακατάσχετο κρατισμό) ενισχύθηκε ο ανταγωνισμός, δημιουργήθηκαν χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας, οι τιμές έπεσαν, οι υπηρεσίες αναβαθμίστηκαν και σημαντικές νέες επενδύσεις έγιναν. Στην περίπτωση της Cosco και του Πειραιά παρά την πάσης φύσεως κινδυνολογία και τις περί αντιθέτου προβλέψεις του Γ.Α. Παπανδρέου, οι επενδύσεις που έκανε η Cosco άλλαξαν την εικόνα του, για πρώτη φορά η σταθερά πτωτική για δεκαετίες πορεία της πόλης ανακόπηκε, η διακίνηση εμπορευματοκιβωτίων τετραπλασιάστηκε (όταν ολοκληρωθεί η νέα επένδυση της Cosco στον Προβλήτα III αναμένεται να δεκαπλασιαστεί) και πλέον ο Πειραιάς κατατάσσεται μεταξύ των μεγαλύτερων λιμένων της Ευρώπης.
Δυστυχώς η κυβέρνηση εμφανίζει ασυγχώρητη ατολμία στην προώθηση ενός προγράμματος σαρωτικών ιδιωτικοποιήσεων και άρσης πλειάδας κανονιστικών ρυθμίσεων που θα άλλαζαν την εικόνα της ελληνικής οικονομίας και θα έθεταν τις βάσεις της ανάπτυξης. Θυμίζω ότι η ιδιωτικοποίηση της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ καθυστερεί επί δεκαοκτώ μήνες και μάλλον ματαιώνεται, η ιδιωτικοποίηση μεγάλων λιμένων της χώρας έχει κολλήσει, η απελευθέρωση της οικονομίας από χιλιάδες γραφειοκρατικά εμπόδια καλά κρατεί  κ.λπ. Το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης θα έπρεπε να είχε ταυτοχρόνως επεξεργαστεί και παρουσιάσει ένα ολοκληρωμένο σύστημα αυξημένης θεσμικής προστασίας, κρατικών εξασφαλίσεων και πρόσθετων φορολογικών κινήτρων προς τους επίδοξους επενδυτές προκειμένου να διασκεδάσει το «ρίσκο της χώρας», που συνίσταται σε απειλές εκ μέρους όλων των κομμάτων του τόξου της φαιοκόκκινης παρωδίας.
Ωστόσο το σοβαρότερο πρόβλημα είναι ότι από την κυβέρνηση ουδείς ενδιαφέρεται ή είναι σε θέση να επιχειρηματολογήσει συστηματικά υπέρ των ιδιωτικοποιήσεων, αναδεικνύοντας τις θετικές επιπτώσεις τους για την οικονομία και κυρίως για τη νοοτροπία των πολιτών. Τις περισσότερες φορές οι ιδιωτικοποιήσεις εμφανίζονται ως αναγκαίο κακό, ως απειλή προς τα διεφθαρμένα συνδικάτα, ως συμβατική δέσμευση προς τους δανειστές μας κ.ο.κ. και όχι ως πρώτιστη συνειδητή επιλογή που ανοίγει τις αγορές, διευκολύνει τον ανταγωνισμό, περιορίζει το σπάταλο-πελατειακό-κομματικό κράτος, ωφελεί τους καταναλωτές και δημιουργεί αναπτυξιακές προοπτικές για την οικονομία.

Όπως έγραφα προ ημερών, για να αντιμετωπίσεις αποτελεσματικά τον σοσιαλισμό πρέπει να μην είσαι σοσιαλιστής.

* Δημοσιεύτηκε στις 04.02.2014 στο http://www.capital.gr/News.asp?id=1951989

Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2014

Aντιαναπτυξιακή φορο-τρομοκρατία*


Ορθότατες είναι οι προειδοποιήσεις του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής προς την κυβέρνηση στην τριμηνιαία έκθεση Οκτωβρίου-Δεκεμβρίου 2013 που συνοδεύει την Έκθεση Πεπραγμένων του αλλά φοβούμαι ότι τελικώς δεν θα εισακουστούν.
Το Γραφείο Προϋπολογισμού, αμφισβητώντας την κυβερνητική αισιοδοξία για ανάπτυξη και πρωτογενές πλεόνασμα το 2014, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου ότι η υπερφορολόγηση των πολιτών θα «αυξήσει το κίνητρο της φοροδιαφυγής, με αποτέλεσμα αυτό να οδηγήσει πολλούς φορολογούμενους σε ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο λόγω αδυναμίας πληρωμής», ενώ επισημαίνει το αυτονόητο, ότι η αύξηση των φόρων αυξάνει το κίνητρο της φοροδιαφυγής και μειώνει τα φορολογικά έσοδα.
Ωστόσο, εκείνο που θα ήθελα να θίξω εδώ δεν είναι η υπερφορολόγηση, η οποία οδηγεί στο αντίθετο αποτέλεσμα, δηλαδή στη μείωση των εσόδων του κράτους. Θα ασχοληθώ με τα μέσα που χρησιμοποιεί το κράτος για να εισπράξει τους φόρους, μέσα που επίσης οδηγούν στα αντίθετα από τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται λοιπόν μια αυστηροποίηση της νομοθεσίας με την επαύξηση των ποινικών κυρώσεων και τη διεύρυνση του κύκλου των υπόχρεων για την καταβολή των φόρων προσώπων. Ουδείς βεβαίως ασχολείται να αξιολογήσει τα αρνητικά αποτελέσματα αυτής της άφρονος πολιτικής.
Δεν γνωρίζω πόσοι σοβαρά πιστεύουν στην κυβέρνηση ότι θα γίνουν επενδύσεις και θα υπάρξει ανάπτυξη με τέτοιου είδους αυστηροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας. Ήδη χιλιάδες επιχειρηματίες βρίσκονται στη φυλακή για χρέη προς το Δημόσιο και χιλιάδες αναμένουν τη σειρά τους να εισέλθουν σ’ αυτήν. Αδυνατώ να δεχθώ ότι όλοι αυτοί έχουν να πληρώσουν τους υπέρογκους φόρους που τους επέβαλε το κράτος και απλώς δυστροπούν επιλέγοντας τη θαλπωρή της ειρκτής μακριά από τη συζυγική εστία. Στην πραγματικότητα δεν έχουν να πληρώσουν και οδηγούνται σε επιχειρηματική και –πολλές φορές– φυσική εξόντωση.
Συνεπώς, η αυστηροποίηση των ποινών για φορολογικά αδικήματα δεν κατάφερε να ανταποκριθεί στον σκοπό για τον οποίο θεσπίζεται μια ποινή, στη βασική αρχή της γενικής προληπτικής λειτουργίας της ποινής. Η ποινή επιβάλλεται για να αποτρέψει τους πολίτες να διαπράξουν ένα αδίκημα, και στην προκειμένη περίπτωση αυτό της φοροδιαφυγής. Όταν κατά χιλιάδες οι φορολογούμενοι αδιαφορούν για τις αυστηρότατες κυρώσεις και η συντριπτική πλειονότητα εξ αυτών λόγω αδυναμίας δεν πληρώνει τους εξοντωτικούς φόρους που επιβάλλει το κράτος για να καλύψει τη δική του σπάταλη διαχείριση, αυτές έχουν αποτύχει να επιτελέσουν τον σκοπό για τον οποίο θεσπίστηκαν. Ομοίως οι εξοντωτικές κυρώσεις δεν ανταποκρίθηκαν και στην αρχή της ειδικής προληπτικής λειτουργίας της ποινής που αφορά το συγκεκριμένο κάθε φορά υποκείμενο του αδικήματος.
Το εξοντωτικό λοιπόν ποινολόγιο (στην Ελλάδα εάν δολοφονήσεις κάποιον η ποινή σου θα είναι μικρότερη από το εάν δεν αποδώσεις 300.000 ΦΠΑ) και μάλιστα χωρίς να εξετάζεται ο δόλος, σε συνδυασμό με την πίεση του κράτους στους δικαστικούς λειτουργούς, τους αυτοματισμούς που αναπτύσσει μερίδα δικαστών για να ανταποκριθεί στο αίτημα για ανθρωποθυσίες της παραπλανημένης κοινής γνώμης ή/και για λόγους φθόνου ή/και απλώς αυτοσυντήρησης καθιστά πλέον την επιχειρηματική δραστηριότητα απαγορευτική για τους περισσότερους.
Τα διοικητικά συμβούλια των εταιρειών συνεδριάζουν την περίοδο της τεράστιας κρίσης, της μείωσης του τζίρου τους, της έλλειψης ρευστότητος εξαιτίας της αφαίμαξης των φορολογουμένων που αποσύρουν τις καταθέσεις τους από τις τράπεζες με γνώμονα το πώς θα αποφύγουν τη φυλακή και όχι το πώς θα λάβουν τις άριστες επιχειρηματικές αποφάσεις. Ζούμε στην εποχή της επίσημης κρατικής φορο-τρομοκρατίας που μπορεί να είναι ατελέσφορη ως προς τη σύλληψη της φοροδιαφυγής η οποία συνεχώς διογκώνεται, αλλά είναι αποτελεσματική για την κατατρομοκράτηση και κατασυκοφάντηση των επιχειρηματιών. Εάν αυτό δεν σταματήσει ξεχάστε κάθε υποψία ανάπτυξης.
Αυτά που πρέπει να γίνουν κατ΄απόλυτη προτεραιότητα είναι:
α) Αποποινικοποίηση της μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο, ανεξαρτήτως ποσού,
β) Κατάργηση της αλληλέγγυας και εις ολόκληρον ευθύνης των διοικητικών συμβουλίων και των διαχειριστών των κεφαλαιουχικών εταιρειών για χρέη αυτών προς το Δημόσιο και τους ασφαλιστικούς οργανισμούς,
γ) Φορολογική αμνηστία όλων των συναφών αδικημάτων,
δ) Κατάργηση του πόθεν έσχες για την ίδρυση εταιρειών καθώς και την αύξηση των κεφαλαίων τους.
Μπορεί οι παραπάνω προτάσεις να φαίνονται εντελώς διαφορετικές από τις βεβαιότητες της κοινής γνώμης που καλλιεργούνται συστηματικά από την κυβέρνηση, τα κόμματα του πελατειακού τόξου και τα μέσα ενημερώσεως, βεβαιότητες που δημιουργούν το κατάλληλο «κλίμα» για την επίσημη θεσμική φορο-τρομοκρατία. Αλλά χωρίς αυτές τις «αιρετικές» λύσεις σε συνδυασμό με τη δραστική μείωση του δημόσιου τομέα, της γραφειοκρατίας και των φορολογικών συντελεστών, είναι βέβαιο ότι ανάπτυξη δεν πρόκειται να υπάρξει στον αιώνα τον άπαντα.


* Δημοσιεύτηκε στην ΕΣΤΙΑ, την 01/02/2014.

Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2014

Ανάπτυξη και υπερβάλλουσα δημόσια απασχόληση*



Σήμερα που μας απασχολεί όλους το ζήτημα της ανάπτυξης μπαίνει επιτακτικά το ερώτημα: Υπάρχει υπερβάλλουσα δημόσια απασχόληση, και αν ναι, πόση είναι, τι κοστίζει, και τι κάνουμε;
Σε άρθρο του στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ της 25-10-1987, ο τότε πρωθυπουργός Ανδρέας Γ. Παπανδρέου έγραφε: «Τώρα έχουμε περίπου το διπλάσιο προσωπικό από αυτό που απαιτείται για να παράγουμε τις απαιτούμενες κρατικές υπηρεσίες». Έκτοτε, και μέχρι που περιήλθαμε υπό διεθνή κηδεμονία το 2010, η κατάσταση χειροτέρευσε. Για να υπολογίσουμε πόσο, χρειάζεται ο αριθμός όσων απασχολούνταν στη δημόσια διοίκηση κάποιο πρόσφατο έτος βάσης και μια χώρα που θεωρείται καλό πρότυπο για σύγκριση.
Όσον αφορά το πρώτο ζητούμενο, από την απογραφή που έγινε το 2010 μάθαμε ότι οι εργαζόμενοι για την κυβέρνηση ανέρχονταν σε 768.009.[1] Οπότε αν: (α) προστεθούν και όσοι εργάζονταν σε δημοτικές επιχειρήσεις και σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου υπό τον έλεγχο του δημοσίου, τους οποίους η πολιτεία βρίσκεται τώρα σe διαδικασία απογραφής, και (β) αφαιρεθούν όσοι αποχώρησαν για διάφορους λόγους, ο συνολικός αριθμός των απασχολούμενων στη γενική κυβέρνηση το 2011 πολύ πιθανά υπερέβαινε σημαντικά τις 800.000.[2]
Σχετικά με το δεύτερο ζητούμενο, έστω η Γερμανία, η οικονομία της οποίας είναι κατά τεκμήριο η πλέον αποτελεσματική στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Εκεί λοιπόν το 2011 οι απασχολούμενοι αριθμούσαν 41,6 εκατομμύρια και εξ’ αυτών 4,6 εκατομμύρια ή το 11% εργάζονταν για την κυβέρνηση.[3] Έτσι, αφού εδώ το ίδιο έτος οι απασχολούμενοι ανέρχονταν σε 4 εκατομμύρια και στη δημόσια διοίκηση εργάζονταν 800 χιλ. ή το 20%, η υπερβάλλουσα δημόσια απασχόληση ανερχόταν κατά προσέγγιση σε 360.000 εργαζόμενους [(0,20-0,11)Χ4.000.000].
Από μόνος του αυτός ο αριθμός, αποτελεί την πλέον θεμελιώδη διαρθρωτική στρέβλωση της οικονομίας μας. Για να προσεγγίσουμε τις συνέπειες, ας υποθέσουμε ότι το 2011 ο μέσος δημόσιος υπάλληλος κόστιζε στους φορολογούμενους 25.000 Ευρώ, οπότε η συνολική δαπάνη βρισκόταν στη γειτονιά των 20 δις. Ευρώ (25.000Χ800.000). Το ίδιο έτος γνωρίζουμε ότι το ΑΕΠ ανήλθε σε 215 δις. Ευρώ. Αν λοιπόν αφαιρέσουμε τα 20 από τα 215 δις. Ευρώ και διαιρέσουμε το υπόλοιπο με τα 3.2 εκατομμύρια των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα και στις ΔΕΚΟ, βρίσκουμε ότι ο μέσος εργαζόμενος σ’ αυτούς τους τομείς παρήγαγε προϊόντα και υπηρεσίες αξίας 61 χιλ. Ευρώ.  Έτσι, με λίγη περαιτέρω ανάλυση, προκύπτει ότι:
·     Ο ιδιωτικός τομέας διαθέτει σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημα παραγωγικότητας: Υποθέτοντας ότι ο μέσος δημόσιος υπάλληλος κοστίζει στους φορολογούμενους όσο ακριβώς και η αξία των υπηρεσιών που παράγει, η παραγωγικότητα του μέσου εργαζόμενου στον ιδιωτικό τομέα υπερέβαινε το 2011 εκείνη του μέσου εργαζόμενου στη δημόσια διοίκηση κατά 36 χιλ. Ευρώ (61.000-25.000). Αυτό σημαίνει ότι ο ιδιωτικός τομέας διαθέτει ένα σημαντικό πλεονέκτημα παραγωγικότητας και γι’ αυτό, ενώ για κάθε  θέση εργασίας που προστίθεται (χάνεται) στον ιδιωτικό τομέα το ΑΕΠ αυξάνεται (μειώνεται) κατά 61 χιλ. Ευρώ, για κάθε θέση εργασίας που δημιουργείται (καταργείται) στη δημόσια διοίκηση, το ΑΕΠ αυξάνεται (μειώνεται) μόνο κατά 25 χιλ. Ευρώ.[4]
·     Με τον τρόπο που εφαρμόστηκε, η δημοσιονομική προσαρμογή προκάλεσε βαθύτερη ύφεση: Το 2011 οι άνεργοι στην Ελλάδα υπολογίζονταν γύρω στο 1.000.000 και προέρχονταν από τον ιδιωτικό τομέα. Αν 360 χιλ. απ’ αυτούς προέρχονταν από τη δημόσια διοίκηση, το ΑΕΠ το 2011 θα συρρικνωνόταν κατά 9 δις. Ευρώ (360.000Χ25.000). Αντιθέτως, επειδή προέρχονταν από τον ιδιωτικό τομέα, το ΑΕΠ το 2011 συρρικνώθηκε κατά 22 δις. Ευρώ (360.000 00Χ61.000).  Συνεπώς,  επειδή το πολιτικό σύστημα και οι κυβερνήσεις, εντελώς λανθασμένα, διατήρησαν τη δημόσια απασχόληση αλώβητη, η ύφεση έγινε σημαντικά βαθύτερη γιατί απορροφήθηκε κατά κύριο λόγο από τον ιδιωτικό τομέα.
·     Κάποιοι πολίτες επιβαρύνονται με αυξημένους φόρους ώστε κάποιοι άλλοι να διατηρούν τις θέσεις τους στο δημόσιο: Στην τρέχουσα συγκυρία, για κάθε εργαζόμενο στο δημόσιο τομέα επιβάλλονται φόροι ίσοι με το κόστος που προκαλείται στον προϋπολογισμό της γενικής κυβέρνησης. Με τη σειρά τους όμως οι φόροι προκαλούν συρρίκνωση της απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα. Αν λοιπόν για κάθε εργαζόμενο που δεν απολύεται από το δημόσιο, επιβάλλονται φόροι οι οποίοι οδηγούν στην ανεργία πχ. 0,2 εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα, τότε το κόστος της προστασίας της υπερβάλλουσας δημόσιας απασχόλησης σε όρους συρρίκνωσης του ΑΕΠ το 2011 ήταν 4,4 δις. Ευρώ (360.000Χ61.000Χ0,2).[5] Αυτά τα ασφάλιστρα είναι υπέρογκα και ανήθικα γιατί πληρώνονται από κάποιους πολίτες για να απολαμβάνουν εργασιακής ασφάλειας κάποιοι άλλοι πολίτες.
·     Μειώνεται η διεθνής ανταγωνιστικότητα των Ελληνικών προϊόντων και υπηρεσιών:: Εκτός από την αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης, η υπερβάλλουσα δημόσια απασχόληση συνοδεύεται και από ανυπολόγιστο έμμεσο κόστος σε όρους γραφειοκρατίας και διαφθοράς. Με άλλα λόγια, αυξάνεται το συναλλακτικό κόστος, το οποίο, καθώς ενσωματώνεται στο κόστος παραγωγής των Ελληνικών προϊόντων και υπηρεσιών, μειώνει την ανταγωνιστικότητά τους στις διεθνείς αγορές.
·     Φρενάρεται η ανάπτυξη: Δεδομένου ότι: (α) η παραγωγικότητα του μέσου εργαζόμενου στον ιδιωτικό τομέα είναι πάνω από 2 φορές η παραγωγικότητα του μέσου εργαζόμενου στο δημόσιο τομέα, και (β) ο ιδιωτικός τομέας παράγει εμπορεύσιμα και συνεπώς εξαγώγιμα αγαθά, ενώ ο δημόσιος τομέας παράγει μη εμπορεύσιμα αγαθά, χωρίς καμιά αμφιβολία, η υπερβάλλουσα δημόσια απασχόληση καταστέλλει  το ρυθμό της οικονομικής ανάπτυξης.
Με βάση τα ανωτέρω, αμφιβάλλω αν η υπερβάλλουσα δημόσια απασχόληση μπορεί να αντιμετωπιστεί όσο γρήγορα χρειάζεται με τον κανόνα «προσλαμβάνεται ένας για κάθε πέντε που αποχωρούν», ακόμη και αν εφαρμοστεί απαρέγκλιτα. Δυστυχώς, η γενναία μείωση του αριθμού των θέσεων στο δημόσιο, μέσω κατάργησης δημόσιων υπηρεσιών, ανάθεσης δημόσιων έργων στον ιδιωτικό τομέα, αναβάθμισης των γνώσεων και των δεξιοτήτων των υπαλλήλων, καθώς και αποτελεσματικότερης κατανομής τους στις υπάρχουσες ανάγκες, επέκτασης και εμβάθυνσης της μηχανογράφησης, κλπ., έχει καταστεί πλέον περισσότερο επείγουσα από ποτέ άλλοτε. Διαφορετικά, η ασυνεννοησία των κομμάτων και οι καλλιεργούμενες φρούδες προσδοκίες για την διατήρηση της υπερβάλλουσας δημόσιας απασχόλησης, θα συνεχίσει να εξουδετερώνει τις προσπάθειες της χώρας να βγει από το αναπτυξιακό αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει.

* Του Γεωργίου Κ. Μπήτρου Ομότιμου καθηγητή στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή της Κυριακής στις 26.1.2014

[1]    Βλ. Ν. Β. Νώτης, «Τι έδειξε η απογραφή των δημοσίων υπαλλήλων», www.capital.gr, 20 Ιουλίου 2010.
[2]   Αυτοί που εργάζονταν για την κυβέρνηση αλλά δεν απογράφησαν το 2010, ξεπερνούσαν τις 100.000. Γ’ αυτήν την εκτίμηση, βλ. Π. Καρακατσούλης, «Μια Ελληνική Ατζέντα, Φιλελεύθερη και Ευρωπαϊκή για το 2021», Αδημοσίευτα πρακτικά συνεδρίου με θέμα «Η Ελλάδα στο κατώφλι μιας φιλελεύθερης εποχής» που έλαβε χώρα στο Ξυλόκαστρο Κορινθίας στις 5-7/10/2012.
[3]    Βλ. Σ. Παρασκευόπουλος, ομοίως στα πρακτικά του πιο πάνω αναφερόμενου συνεδρίου. Επίσης, σε νεότερη συζήτηση μαζί του μου επισήμανε ότι το ποσοστό των εργαζόμενων για την κυβέρνηση στη Γερμανία θα ήταν ακόμη μικρότερο, αν αφαιρούνταν οι εργαζόμενοι για τις κυβερνήσεις σε πολιτειακό επίπεδο, το οποίο δεν υπάρχει στην Ελλάδα.
[4]    Το λάθος της Τρόικα περί τον αποκαλούμενο «πολλαπλασιαστή» δεν είναι καθόλου άσχετο με τη πολιτική που εφάρμοσαν οι κυβερνήσεις μας σχετικά με την υπερβάλλουσα δημόσια απασχόληση.
[5]    Αν βρισκόμαστε σε σημείο έλλειψης δημόσιων υπαλλήλων, αυτό  το αποτέλεσμα θα ήταν αντίστροφο. Δηλαδή για κάθε δημόσιο υπάλληλο που δεν θα προσλαμβανόταν, δεν θα δημιουργούταν 0,2 θέσεις στον ιδιωτικό τομέα και ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ δεν θα επιταχυνόταν όσο θα μπορούσε.

Τρίτη 24 Δεκεμβρίου 2013

ΤΟ ΠΑΣΟΚ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΟΥ

Μπορεί το ΠΑΣΟΚ να διαλύεται όμως ταυτοχρόνως επικρατεί παντού έστω και μέσω μετασχηματισμού. 
Ο σοσιαλκρατισμός του παλαί ποτε κραταιού ΠΑΣΟΚ θριαμβεύει. Στην πραγματικότητα δεν προηγείται ο ΣΥΡΙΖΑ. Οι ειδικοί των συγχωνεύσεων και εξαγορών θα το καταλάβουν. Από το ΠΑΣΟΚ εκεί γύρω στο 2010 αποσχίστηκε ο κλάδος του συντεχνιακού, συνδικαλιστικού και πιο κρατικιστικού ΠΑΣΟΚ. Ο μικρός -τότε- ΣΥΡΙΖΑ ή αλλιώς το "κέλυφος" απορρόφησε δια συγχωνεύσεως τον αποσχισθέντα κλάδο των πελατειακών σχέσεων που συγχρόνως διέθετε τεράστια οργανωτική και κομματική εμπειρία. Μετά τη συγχώνευση από τον παλιό ΣΥΡΙΖΑ διατηρήθηκε μόνο μέρος της ηγετικής ομάδας και η επωνυμία. Έτσι λόγω μεν είναι ΣΥΡΙΖΑ έργω δε original (ΠΑΣΟΚ) 81.
Αλλά και το ΠΑΣΟΚ που έμεινε ως κατάλοιπο κατόρθωσε να κυβερνά με όχημα απλώς τη Νέα Δημοκρατία που πολύ σωστά ο Βενιζέλος δήλωσε ότι θα μπορούσε κάποιος να πει ότι έχει γίνει συνιστώσα του ΠΑΣΟΚ.
Σήμερα σε πλείστα όσα θέματα ακολοθούνται οι πολιτικές εκείνες που οδήγησαν τον τόπο στην καταστροφή. Στα φορολογικά μάλιστα η ακολουθούμενη σήμερα πολιτική είναι σοσιαλιστικότερη άρα χειρότερη κι εκείνης που εφήρμοσε η κυβέρνηση Παπανδρέου. Λ.χ. οι μισθωτοί φορολογούνται με ανώτατο συντελεστή 42% για ετήσιο εισόδημα που υπερβαίνει τα 42.000 €. Επί Παπακωνσταντίνου ο ανώτατος συντελεστής ήταν μεν 45% αλλά εφηρμόζετο για ετησιο εισόδημα άνω των 100.000 €. Εκεί που εφαρμόζεται κατά γράμμα η πολιτική ΠΑΣΟΚ είναι στη φορολογία ακινήτων με δημευτικούς συντελεστές. Επαιρόμενος μάλιστα ο Βενιζέλος δήλωσε "... εάν δεν υπήρχε το ΠΑΣΟΚ θα είχαμε τη σωστή λύση για την φορολογία ακινήτων και την φορολογία της μεγάλης ακίνητης περιουσίας;".

Στην προσπάθεια μειώσεως του καταστροφικού για την οικονομία και την κοινωνία δημοσίου τομέα η συγκυβέρνηση της ΝΔ-ΠΑΣΟΚ ανθίσταται περισσότερο σθεναρά από την κυβέρνηση Παπανδρέου υιοθετώντας την ίδια κουτοπόνηρη πολιτική στρεψοδικιών και καθυστερήσεων με τα "καλύτερα" παιδιά της κυβέρνησης εκείνης (Κατσέλη, Καστανίδη, Παπουτσή και το κακό συναπάντημα).
Μπορεί λοιπόν το ΠΑΣΟΚ να πνέει τα λοίσθια ως κόμμα αλλά ως αντίληψη, ως νοοτροπία, ως πολιτική κυριαρχεί απολύτως στο πολιτικό σύστημα και ίσως είναι ισχυρότερο και από την εποχή που σάρωνε στις εκλογικές αναμετρήσεις.

Οι δύο κανόνες

                              Από τα διδάγματα της ιστορίας μπορούμε να κατανοήσουμε τη σημασία που έχουν τα καλά δημόσια οικονομικά για την...