Παρασκευή 22 Δεκεμβρίου 2017

ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ:«Για τον εργαζόμενο» χωρίς τον εργαζόμενο;*

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία η ανεργία κινείται κοντά στο 21,5%. Η κυβέρνηση πανηγυρίζει για τη μείωση της ανεργίας μολονότι το ποσοστό της παραμένει υπερδιπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Η μείωση της ανεργίας δεν οφείλεται στην οικονομική πολιτική της κυβέρνησης αλλά κατά κύριο λόγο στη μαζική μετανάστευση των νέων επιστημόνων και στη στροφή των επιχειρήσεων προς ευέλικτες μορφές εργασίας και τις επιχειρησιακές συμβάσεις.
Ας σταθούμε στο τελευταίο. Υπενθυμίζω ότι με τις νομοθετικές αλλαγές που επέφερε το πρώτο Μνημόνιο υπερισχύουν οι όροι της συμφωνίας της επιχείρησης με τους εργαζομένους της σε περίπτωση που αυτοί συγκρούονται με τους όρους άλλων κλαδικών ή ομοιοεπαγγελματικών συμβάσεων. Η αυτονομία των επιχειρησιακών συμβάσεων οδήγησε επιχειρήσεις και εργαζόμενους σε χειραφέτηση έναντι των αναγκαστικών συλλογικών συμβάσεων. Την τελευταία εξαετία το 94,2% των συλλογικών συμβάσεων είναι επιχειρησιακές. Ωστόσο δεν είναι λίγοι εκείνοι που ζητούν την επαναφορά της πατρωνίας των κομματικά ελεγχόμενων συνδικαλιστικών δικτύων επί των εργαζομένων.
Γιατί όμως θα πρέπει οι εργαζόμενοι να καταστούν ξανά όμηροι στα χέρια των επαγγελματιών συνδικαλιστών. Γιατί δεν μπορούν να αποφασίζουν οι ίδιοι για το εργασιακό τους μέλλον; Μα η προστασία είναι τάχα για το «καλό» των εργαζομένων, το οποίο η Αριστερά, τα συνδικάτα και οι διανοούμενοι του κρατικισμού διατείνονται ότι γνωρίζουν καλύτερα από τους ίδιους τους εργαζόμενους.
Το δυσάρεστο για όσους επιμένουν στην επιστροφή της πατρωνίας των εργαζομένων από τους επαγγελματίες συνδικαλιστές είναι η ...πραγματικότητα. Σε όλες τις προηγμένες χώρες οι επιχειρησιακές συμβάσεις υπερισχύουν των άλλων ειδών συλλογικών συμβάσεων για τους εξής κυρίως λόγους:
‒ Βοηθούν την καινοτομία και την επιχειρηματική δημιουργικότητα, επιτρέπουν την ταχύτατη προσαρμογή της επιχείρησης στις ανάγκες της παραγωγής·
‒ Κάνουν πιο ανθεκτικές τις επιχειρήσεις στον ανταγωνισμό και στις εξωτερικές μεταβολές (οικονομικές συνθήκες, μείωση ζήτησης κ.ο.κ.)·
‒ Αυξάνουν τις θέσεις εργασίας και βοηθούν στη μείωση της ανεργίας· και
‒ Σε αντίθεση με τους συνδικαλιστικούς μύθους διευκολύνουν την οργάνωση των εργαζομένων και είναι ανταγωνιστικές των ατομικών συμβάσεων καθώς η σύναψή τους προϋποθέτει τη λειτουργία επιχειρησιακού σωματείου.


«Η πιο φιλεργατική πολιτική είναι αυτή που τείνει στην αύξηση της παραγωγικότητας και στην ανάπτυξη της οικονομίας». Αυτό δήλωσε σε μια σπάνια κρίση ειλικρίνειας ο Ανδρέας Παπανδρέου το μακρινό 1982.

*Δημοσιεύθηκε στο Φιλελεύθερο στις 20 Δεκεμβρίου 2017.

Τετάρτη 20 Δεκεμβρίου 2017

ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ: Τα μαμούθ δεν αγαπούν τον ανταγωνισμό *

Το 1889 δύο Γερμανοί μετανάστες ίδρυσαν στη Νέα Υόρκη την εταιρεία Keuffel & Esser, πιο γνωστή ως K & E. Η εταιρεία παρήγαγε όργανα σχεδίου για σχεδιαστές, μηχανικούς και αρχιτέκτονες, διαστημόμετρα, διαβήτες, έπιπλα κ.ο.κ. Φημισμένες ήταν ακόμη οι μηχανές χάραξης διαφανειών της K & E και κάτι πρωτοποριακές για την εποχή τους μηχανές, με τις οποίες μπορούσες να βρεις την τετραγωνική ρίζα, να κάνεις πολλαπλασιασμούς κ.λπ. Αυτές οι μηχανές είναι σήμερα συλλεκτικές. Το ιστορικό κτίριο γραφείων της εταιρείας στον αριθμό 27 της οδού Φούλτον στο Μανχάταν αποτελεί ένα από τα μνημεία της Νέας Υόρκης. Στα τέλη της δεκαετίας του ’60 η εταιρεία κατείχε το μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς. Τότε δημοσίευσε μια μελέτη που επιχειρούσε να προβλέψει πώς θα ήταν ο κόσμος εκατό χρόνια μετά. Δεν κατάφερε όμως να προβλέψει την εφεύρεση της ηλεκτρονικής αριθμομηχανής στις αρχές της δεκαετίας του ’70, η οποία έβαλε στο «χρονοντούλαπο της ιστορίας» τα πολυδιαφημισμένα και καταπληκτικά ‒κατά τα άλλα‒ προϊόντα της εταιρείας. Η K & E έκλεισε στα μέσα της δεκαετίας του ’70.
Η ιστορία της K & E και τόσων άλλων επιχειρηματικών μαμούθ της εποχής τους διδάσκει ότι κανείς παραγωγός, όσο μεγάλος κι αν είναι δεν μπορεί να κοιμάται ήσυχος στην ελεύθερη αγορά. Πρέπει διαρκώς να καινοτομεί και να βρίσκει συνεχώς τρόπους να κρατά ευχαριστημένους τους καταναλωτές. Το κέρδος του παραγωγού είναι η ανταμοιβή του για την ικανοποίηση των προτιμήσεων και των επιθυμιών των καταναλωτών του. Εάν ήταν να επιλέξουν οι καταναλωτές μεταξύ των προϊόντων δύο παραγωγών, όπου ο πρώτος διακήρυσσε τον αλτρουισμό, την αγάπη και την «εταιρική κοινωνική ευθύνη» και ο δεύτερος αγωνιούσε μήπως μειωθούν οι πωλήσεις του, η κατά κανόνα καλύτερη και ασφαλέστερη επιλογή για τους καταναλωτές είναι να εμπιστευτούν τα προϊόντα του δεύτερου. Γιατί ο δεύτερος θα προσφέρει καλύτερα προϊόντα σε χαμηλότερες τιμές στους καταναλωτές για να τον προτιμήσουν. Μπορεί κι αυτός να είναι αλτρουιστής και να αγαπά τους συνανθρώπους του. Αλλά η δύναμη της αγοράς σημαίνει ότι ο παραγωγός δεν χρειάζεται να σε αγαπά για να σε υπηρετεί και να σου προσφέρει ό,τι επιθυμείς. Το κέρδος του είναι απλά η απόδειξη ότι το πέτυχε.

* Δημοσιεύθηκε στο Φιλελεύθερο στις 19 Δεκεμβρίου 2017.


Τρίτη 19 Δεκεμβρίου 2017

ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ: Διαφήμιση και καταναλωτής (3)*

Οι οικονομολόγοι της θεωρίας της καταναλωτικής συμπεριφοράς απέδειξαν ότι ο καταναλωτής δεν είναι ο τελευταίος κρίκος της αλυσίδας της οικονομικής διαδικασίας. Κατάφεραν να συσχετίσουν τη συμπεριφορά του ατόμου ως μέρους της οικονομικής παραγωγής και των επιλογών του ως καταναλωτή και κατέληξαν στο πρωτοποριακό συμπέρασμα, ότι ο καταναλωτής με την αγορά ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας γίνεται ταυτοχρόνως παραγωγός προσωπικής ωφελιμότητας. Αυτή διαφέρει από άτομο σε άτομο. Αγοράζοντας, λόγου χάρη, ένα αυτοκίνητο αγοράζουμε υπηρεσίες μεταφοράς, εξοικονομούμε χρόνο, κάνουμε επίδειξη κ.ο.κ. Από την αγορά παράγουμε για τον εαυτό μας ικανοποίηση. Για την παραγωγή ικανοποίησης απαιτούνται δύο βασικοί πόροι: αγαθά και χρόνος. Ο χρόνος έχει αξία και υπολογίζεται βάσει του εισοδήματος που θα κέρδιζε το άτομο εάν το ίδιο διάστημα εργαζόταν. Όσο αυξάνεται το εισόδημα ενός ατόμου τόσο μεγαλύτερη πρόσβαση έχει αυτό σε ένα διαρκώς μεγαλύτερο αριθμό αγαθών. Έτσι αυξάνεται το επίπεδο ικανοποίησης ανά μονάδα χρόνου.
Μήπως όμως ο καταναλωτής χειραγωγείται από τη διαφήμιση; Η διαφήμιση δεν μπορεί να μεταβάλει τις αγοραστικές επιθυμίες μας. Κάθε διαφημιστικό μήνυμα αναφέρεται σε προϊόντα και τα χαρακτηριστικά τους, όχι στην ικανοποίηση που μπορούν να προσφέρουν στον κάθε καταναλωτή ξεχωριστά. Ο καταναλωτής δεν ικανοποιείται απευθείας από τα αγαθά αλλά από τις υπηρεσίες που του παρέχουν σε συνδυασμό με τον άλλο σπάνιο πόρο που ονομάζεται χρόνος. Αγοράζω, για παράδειγμα, ψυγείο για να εξοικονομώ χρόνο από τις καθημερινές αγορές μου, στη συνέχεια θα χρησιμοποιήσω το χρόνο αυτόν για να κάνω κάτι άλλο. Για να επιτύχει τον αποτελεσματικό συνδυασμό χρόνου και αγαθού ο καταναλωτής πρέπει να είναι πληροφορημένος καλά για την ύπαρξη και τα χαρακτηριστικά του αγαθού. Δυστυχώς η εξατομικευμένη πληροφόρηση κοστίζει ακριβά σε χρήμα και χρόνο. Αυτό περιορίζει την ποσότητα των πληροφοριών που μπορεί κάποιος να αναζητήσει για ένα προϊόν και αυξάνει τον κίνδυνο της λανθασμένης επιλογής. Η διαφήμιση λύνει το πρόβλημα, μειώνει το κόστος της πληροφόρησης συνεπώς μειώνει τη δαπάνη παραγωγής ενός υψηλότερου επιπέδου ικανοποίησης για τον καταναλωτή. Με την ενημέρωση που παρέχει για τα προσφερόμενα αγαθά και υπηρεσίες ο καταναλωτής επιτυγχάνει τον καλύτερο συνδυασμό αγαθών και χρόνου.

Επομένως η διαφήμιση δεν μεταβάλλει τις επιθυμίες του καταναλωτή, μεταβάλλει τη σχετική αξία των πόρων σε όφελος του καταναλωτή.

* Δημοσιεύθηκε στο Φιλελεύθερο στις 18 Δεκεμβρίου 2017.

Οι δύο κανόνες

                              Από τα διδάγματα της ιστορίας μπορούμε να κατανοήσουμε τη σημασία που έχουν τα καλά δημόσια οικονομικά για την...