Σάββατο 16 Μαΐου 2020

Τα θύματα των επιδοτήσεων*

Το μεγαλύτερο θύμα του επιδοματικού κράτους είναι αυτό που ονομάζουμε «φιλοπρόοδος φτωχός». Οι πλούσιοι παρά τη «ληστεία» του μόχθου τους μέσω της φορολογίας κουτσά στραβά ανταπεξέρχονται τουλάχιστον για ένα χρονικό διάστημα. Οι φιλοπρόοδοι όμως και ικανοί άνθρωποι που θέλουν να ξεφύγουν από τη φτώχεια τους ξεκινώντας μια επιχείρηση με τις πενιχρές –ελέω φορολογίας- αποταμιεύσεις τους, εμποδίζονται συστηματικά από τις χιλιάδες κρατικές ρυθμίσεις (λ.χ. φορολογικοί συντελεστές, προκαταβολή φόρου, κατώτατος μισθός, αποζημιώσεις απολύσεων, γραφειοκρατία κ.α.).
Στην εκπαίδευση οι περιορισμοί και οι απαγορεύσεις λειτουργούν επίσης εναντίον των φιλόδοξων και με δίψα για μάθηση παιδιών. Σε μια φτωχογειτονιά του Πειραιά μου έλεγε ένας σπουδαίος άνθρωπος του μεροκάματου πόσο θα ήθελε το χαρισματικό παιδί του να ήταν σε θέση να το στείλει σε ένα καλύτερο σχολείο. Στο σχολείο της γειτονιάς του, όπου υποχρεωτικά πηγαίνει, εισπράττει σαρκασμό και απόρριψη και σε μερικές περιπτώσεις και ωμή βία από μια μερίδα των συμμαθητών του γιατί σε αντίθεση με αυτούς το παιδί δείχνει ζήλο για τα μαθήματα, του αρέσει το διάβασμα και είναι άριστος μαθητής. Η αριστεία είναι γι΄αυτούς ...ρετσινιά. Οι γονείς δεν έχουν τη δυνατότητα να στείλουν το παιδί τους σε ένα από τα ομολογουμένως πολύ καλά -και οικονομικά- ιδιωτικά σχολεία της περιοχής (τα κουπόνια εκπαίδευσης δεν έχουν δυστυχώς θεσμοθετηθεί) ούτε όμως και σε κάποιο άλλο δημόσιο σχολείο της περιοχής καθώς η επιλογή αυτή απαγορεύεται από την αναχρονιστική νομοθεσία (catchment area system). Ίσως γιατί αυτό θα ήταν το πιο αξιόπιστο σύστημα αξιολόγησης των σχολικών μονάδων. Το εκπαιδευτικό σύστημα με τις ρυθμίσεις και τις απαγορεύσεις του εμποδίζει τα ταλαντούχα παιδιά των φτωχών νοικοκυριών να ξεφύγουν από τη φτώχεια τους.
Το πρόβλημα είναι γενικότερο όμως. Σε όλη την ελληνική κοινωνία υπάρχει μια ατμόσφαιρα φθόνου, η οποία δεν είναι αποτέλεσμα της φτώχειας per se. Τις νοοτροπίες αυτές τις έχει συστηματικά καλλιεργήσει το μεγάλο «φιλέσπλαχνο» επιδοματικό κράτος. Έχει μάθει τους ανθρώπους, ότι οι εύποροι συμπολίτες τους έχουν τάχα υποχρέωση να τους συντηρούν κι ότι για την κατάσταση, στην οποία βρίσκονται αυτοί δεν έχουν καμμία απολύτως ευθύνη. Δεν είναι λοιπόν αξιοπερίεργο ότι, όποιος συντηρείται συστηματικά από το προνοιακό κράτος, αντιπαθεί, όποιον φιλόδοξο άνθρωπο επιθυμεί να σταθεί στα πόδια του και αναλαμβάνει ο ίδιος την ευθύνη της κατάστασής του. Η έξοδος ενός φτωχού από τα δεσμά της ανέχειας, η πρόοδος ενός μαθητή από μια φτωχή οικογένεια είναι πάντοτε ένα αγκάθι στα μάτια, όσων γύρω του, στον περίγυρό του, βολεύονται από το να ζητούν κρατικές ενισχύσεις με τα λεφτά των άλλων. Στο μυαλό τους το φωτεινό παράδειγμα είναι μια ενοχλητική υπενθύμιση, ότι για την κατάσταση στην οποία βρίσκονται ευθύνονται μόνο οι ίδιοι. Σε ένα μόνο ίσως δεν έχουν την αποκλειστική ευθύνη, ότι αυτή η νοοτροπία που παλαιότερα θα τους γέμιζε ενοχές και τύψεις, απενοχοποιήθηκε από τη συστηματική κρατική προπαγάνδα δεκαετιών τώρα.

* Δημοσιεύθηκε στον Φιλελεύθερο στις 9 Μαΐου 2020.


Τα δύσκολα έρχονται, μειώστε το κράτος τώρα*

Δεν είναι εύκολο να υπολογιστεί με ακρίβεια το κόστος της πανδημίας για την ελληνική οικονομία. Εκτιμώ ωστόσο ότι, παρά τις αξιόλογες προσπάθειες της κυβέρνησης, το βάθος της κρίσης θα είναι δυσθεώρητο. Εξηγούμαι:
Ένα πολύ σημαντικό τμήμα του ΑΕΠ της χώρας παράγεται από τους κλάδους του τουρισμού και της ναυτιλίας. Οι δύο αυτοί κλάδοι είναι κυκλικοί. Βασίζονται δηλαδή στη διαδρομή της ζήτησης.
Η άμεση και έμμεση συνεισφορά του τουρισμού στην ελληνική οικονομία ανέρχεται κατά τους πιο μετριοπαθείς υπολογισμούς περίπου στο 21%-23% του ΑΕΠ. Αντιστοίχως, η ποντοπόρος ναυτιλία συνεισφέρει περίπου 7% στο ΑΕΠ της χώρας. Και οι δύο κλάδοι μαζί αγγίζουν το 30%.
Η τουριστική περίοδος στην Ελλάδα διαρκεί έξι μήνες. Για τα εποχικά τουριστικά καταλύματα ο Μάϊος χάθηκε ήδη και μετά τις δηλώσεις του πρωθυπουργού το ίδιο θα συμβεί και τον Ιούνιο. Συνεπώς χάθηκε ήδη το 1/3 της τουριστικής περιόδου. Το μεγάλο πρόβλημα δεν βρίσκεται τόσο στην ελληνική πλευρά όσο στις χώρες προέλευσης των τουριστών. Η πιθανότητα κατά την τρέχουσα τουριστική περίοδο να μην απογειώνονται αεροπλάνα επειδή σήμερα κανείς δε διαθέτει γρήγορες και αξιόπιστες διαγνωστικές εξετάσεις που θα επιτρέπουν στους ανθρώπους να ταξιδεύουν με ασφάλεια για εαυτούς και αλλήλους είναι μεγάλη.
Η καθίζηση του δια θαλάσσης παγκόσμιου εμπορίου μείωσε επίσης σε μεγάλο ποσοστό τους ναύλους και θα έχει επίπτωση στον κύκλο εργασιών της ποντοπόρου ναυτιλίας μας.
Η κυβέρνηση αντιδρώντας γρήγορα στήριξε τη συνολική ζήτηση, ώστε η αναπόφευκτη πτώση της να μην είναι απότομη. Κάθε όμως επιδοματική πολιτική έχει αρνητικές συνέπειες για την οικονομία όταν τα διάφορα επιδόματα γίνονται μόνιμα. Ο κίνδυνος τα πάσης φύσεως επιδόματα με το πρόσχημα της έκτακτης ανάγκης να καταστρέψουν τα δημόσια οικονομικά είναι μεγάλος. Θα αντιτείνει κάποιος, ότι, για όσο χρόνο διαρκεί η κρίση, υπάρχει δημοσιονομική χαλάρωση. Πράγματι, αλλά τα δημόσια οικονομικά τα προσέχουμε ως κόρη οφθαλμού όχι γιατί μας υποχρεώνει να το κάνουμε κάποιο σύμφωνο σταθερότητας ή κάποιο μνημόνιο ή κάποιος τρίτος υπερεθνικός θεσμός αλλά επειδή χωρίς υγιή οικονομία καμία χώρα δεν προκόβει, δεν ευημερεί, δεν είναι ανεξάρτητη και ελεύθερη.
Η κυβέρνηση πρέπει να δώσει το βάρος της στην πλευρά της προσφοράς. Να στηριχθούν αποτελεσματικά οι βιώσιμες επιχειρήσεις, οι οποίες μολονότι κατάφεραν να επιβιώσουν στα δέκα χρόνια κρίσης υπό εξαιρετικά αντίξοοες συνθήκες κινδυνεύουν τώρα εξαιτίας του κορονοϊού να χρεοκοπήσουν.
Η καλύτερη στήριξη που μπορεί να δοθεί στην αληθινή οικονομία είναι η δραστική μείωση των φόρων σε φυσικά πρόσωπα και επιχειρήσεις.
Τι πρέπει λοιπόν να γίνει:
-    Μείωση των φορολογικών συντελεστών σύμφωνα με τις προ κρίσης κυβερνητικές εξαγγελίες. Τώρα ίσως θα έπρεπε η μείωση να είναι ακόμη μεγαλύτερη.
-               Οριστική κατάργηση της προκαταβολής φόρου.
-   Δυνατότητα συμψηφισμού ζημιών των επιχειρήσεων με επιχειρηματικά κέρδη προηγουμένων ετών και μεταφοράς της ζημιάς τουλάχιστον στα δέκα χρόνια με κατάργηση όλων των ανόητων προϋποθέσεων και περιορισμών που θέτει ο ΚΦΕ.
-               Φορολογικά κίνητρα σε φυσικά πρόσωπα για επαναπατρισμό κεφαλαίων.
-               Περιορισμός όλων των περιττών δημοσίων δαπανών.
-         Απελευθέρωση της αγοράς εργασίας από τις ψευδοπροστατευτικές για τον εργαζόμενο νομοθετικές ρυθμίσεις που οδηγούν σε μαζική ανεργία, ενίσχυση της αυτοτέλειας των επιχειρησιακών συμβάσεων, μείωση της αποζημίωσης απόλυσης και κατάργηση του κατώτατου μισθού.
 Πρέπει να αντιληφθούμε ότι η «μονιμοποίηση» της επιδοματικής πολιτικής θα μετατρέψει τη βραχυπρόθεσμη φτώχεια σε μακροπρόθεσμη οικονομική καταστροφή. Αντιθέτως η διατηρήσιμη ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας προϋποθέτει περισσότερη οικονομική ελευθερία κι ένα μικρό και αποτελεσματικό κράτος.

* Δημοσιεύθηκε στον Φιλελεύθερο στις 2 Μαΐου 2020.

Η ιδιωτική εκπαίδευση την εποχή του κορονοϊού*

Έχω πολλές φορές γράψει για τη διαχρονικά σημαντική συμβολή της ιδιωτικής εκπαίδευσης στην ανάπτυξη του μορφωτικού κεφαλαίου της χώρας. Η ιδιωτική εκπαίδευση -παρά το γεγονός ότι το κράτος κάνει ό,τι μπορεί για να εμποδίσει την ομαλή λειτουργία της με τη θέσπιση σειράς αντικινήτρων για τους γονείς που θέλουν να στείλουν τα παιδιά τους σε ιδιωτικό σχολείο- εξακολουθεί να παράγει πολύ καλά εκπαιδευτικά αποτελέσματα. Απόδειξη τούτου, ότι η ιδιωτική εκπαίδευση ανταποκρίθηκε άμεσα και με μεγάλη επιτυχία στην πρόκληση της από απόσταση εκπαίδευσης. Το σημαντικότερο, η ιδιωτική εκπαίδευση στην Ελλάδα -με όλα τα τρωτά και τις αδυναμίες της- αποτελεί το καλύτερο μέτρο σύγκρισης για να αντιληφθεί κανείς πόσο πιο αποτελεσματικός είναι ο ιδιωτικός τομέας από το υπερσυγκεντρωτικό, αναποτελεσματικό και συντεχνιακό δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα.
Η τρέχουσα κρίση του κορονοϊού δημιουργεί όμως νέα αρνητικά δεδομένα που καθιστούν το μέλλον της ιδιωτικής εκπαίδευσης ζοφερό.
Ως γνωστόν το 6,5% του μαθητικού πληθυσμού στην Ελλάδα φοιτά σε ιδιωτικά σχολεία. Οι γονείς που στέλνουν τα παιδιά τους σ΄αυτά απαλλάσσουν τον κρατικό προϋπολογισμό από μια δαπάνη περίπου 400 εκ. € ετησίως.
Υπό τις παρούσες συνθήκες η βαριά οικονομική ύφεση που θα ακολουθήσει θα έχει ως αποτέλεσμα τη δραματική συρρίκνωση των εισοδημάτων των εργαζόμενων στον ιδιωτικό τομέα. Δυστυχώς για μια ακόμη φορά μόνο ο ιδιωτικός τομέας θα πληρώσει το «μάρμαρο» της κρίσης. Οι περιττές δημόσιες δαπάνες δεν πρόκειται βεβαίως να μειωθούν και οι δημόσιοι υπάλληλοι συνεχίζουν να λαμβάνουν κανονικά το μισθό τους, ακόμη κι αυτοί που αποδεδειγμένα δεν εργάζονται ή υποαπασχολούνται. Η συρρίκνωση των εισοδημάτων θα περιορίσει αναπόφευκτα και τον αριθμό όσων επιλέγουν τα ιδιωτικά σχολεία. Σύμφωνα με υπολογισμούς το 15%-20% των βιώσιμων -πριν την πανδημία- ιδιωτικών σχολείων κινδυνεύει με άμεση χρεοκοπία.
Το ερώτημα είναι, εάν στην φαρέτρα της κυβέρνησης υπάρχουν μέτρα που θα θωράκιζαν την ιδιωτική εκπαίδευση από τις επιπτώσεις της πανδημίας; Ασφαλώς και υπάρχουν, αρκεί η κυβέρνηση να ξεπεράσει τις «σοβιετικού» τύπου λογικές του παρελθόντος και να επιδείξει θάρρος και αποφασιστικότητα απέναντι στις αναμενόμενες αντιδράσεις των πάσης φύσεως αντιδραστικών δυνάμεων που διεκδικούν αποφασιστικό ρόλο στα εκπαιδευτικά πράγματα. Τι μπορεί να κάνει:
Πρώτον, η μέση ετήσια δαπάνη του δημοσίου ανά μαθητή ανέρχεται περίπου σε 3.400 ευρώ ετησίως. Το ποσό αυτό θα πρέπει να δοθεί από το κράτος με τη μορφή επιταγής εκπαίδευσης σε όσους γονείς επιθυμούν από το Σεπτέμβριο να στείλουν τα παιδιά τους σε ιδιωτικό σχολείο. Ωφελημένοι από το μέτρο δεν θα είναι βεβαίως οι πλούσιοι αλλά τα χαμηλότερα οικονομικά στρώματα καθώς και όσα μεσαία νοικοκυριά πλήττονται από την οικονομική κρίση που θα προκαλέσει η πανδημία.
Δεύτερον, ο δραστικός περιορισμός της κρατικής παρέμβασης στην ιδιωτική εκπαίδευση κυρίως με την επιδίωξη της μέγιστης αυτονομίας στα εκπαιδευτικά προγράμματα και τη συνολική λειτουργία των ιδιωτικών σχολείων.
Τρίτον, η λειτουργία των ιδιωτικών σχολείων, ως κανονικών επιχειρήσεων και η αποκατάσταση του θεμελιώδους σε οποιαδήποτε ελεύθερη κοινωνία διευθυντικού δικαιώματος των εργοδοτών. Συναφώς η άμεση κατάργηση του αναχρονιστικού άρθρου 30 του νόμου των ιδιωτικών σχολείων και σειράς ακόμη ανελεύθερων διατάξεων που θίγουν ευθέως την αυτονομία τους.
Συμπερασματικά, η αυτονομία της ιδιωτικής εκπαίδευσης και η ενίσχυση της γονεϊκής επιλογής μέσω επιταγών εκπαίδευσης θα ήταν ωφέλιμη συνολικά για το εκπαιδευτικό μας σύστημα, όχι μόνο ως έκτακτο μέτρο αντιμετώπισης των συνεπειών ενός γεγονότος ανωτέρας βίας αλλά και ως μια σύγχρονη πολιτική ελεύθερης επιλογής που θα μεγιστοποιούσε τα εκπαιδευτικά αποτελέσματα και θα αύξανε το ανθρώπινο κεφάλαιο της χώρας.

* Δημοσιεύθηκε στον Φιλελεύθερο της 25ης Απριλίου 2020.

Περί δημόσιας υγείας*

Υπάρχουν πολλοί που υποστηρίζουν ότι το κράτος πρέπει να έχει το αποκλειστικό μονοπώλιο της υγείας. Για να το δικαιολογήσουν μιλούν στη συνέχεια αορίστως και γενικόλογα για το «κοινωνικό δικαίωμα στην υγεία», το οποίο κατοχυρώνεται τάχα στο Σύνταγμα της χώρας.
Λυπάμαι που θα τους στενοχωρήσω αλλά η υγεία του πολίτη δεν συγκαταλέγεται στα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα, όσο σημαντική κι αν είναι για τον πολίτη. Θα μπορούσε ακόμη να σκεφτεί κανείς κι άλλα σημαντικότερα για τη ζωή του πολίτη αγαθά, όπως η τροφή, η στέγη κοκ., τα οποία επίσης δεν θεωρούνται δικαιώματα. Ο λόγος είναι ότι σ΄αυτά λείπει η νομική αυτάρκεια και η αγωγιμότητα. Οι αξιώσεις που εμπεριέχουν είναι τις περισσότερες φορές «ακάλυπτες επιταγές» για τον κομιστή τους, η παραβίασή τους δεν τιμωρείται, ενώ ως «μαϊμούδες δικαιώματα» δημιουργούν σύγχυση για την έννοια του αληθινού δικαιώματος.
-Εντάξει, μπορεί να μην είναι δικαίωμα αλλά σε κάθε περίπτωση η υγεία είναι δημόσιο και όχι ιδιωτικό αγαθό που δικαιολογεί το κρατικό μονοπώλιο, απαντούν κάποιοι.
Ας εξετάσουμε κι αυτό το επιχείρημα. Είναι άλλο  πράγμα η υποχρέωση του κράτους να εξασφαλίζει στους πολίτες του στοιχειώδη βιοτικά αγαθά και εντελώς διαφορετικό η αναγόρευση των αγαθών αυτών σε δημόσια αγαθά. Η μέριμνα για την υγεία των πολιτών δεν είναι τίποτε άλλο παρά η θεσμοποιημένη αλληλεγγύη που διευκολύνει την ατομική στοχοθεσία, καθήκον του κράτους δηλαδή υπέρ της ελευθερίας του ατόμου και όχι το αντίθετο.
Είναι αλήθεια ότι, στη σύγχρονη εποχή, υπό τακτικές ή επείγουσες καταστάσεις, όπως στην περίπτωση της τρέχουσας πανδημίας, υπάρχουν ασφαλώς λόγοι που συνηγορούν υπέρ της εμπλοκής του κράτους στη χρηματοδότηση του πολίτη που έχει ανάγκη για την παροχή σ΄αυτόν υπηρεσιών υγείας. Η προηγούμενη παραδοχή δεν δικαιολογεί ωστόσο το χαρακτηρισμό της υγείας των πολιτών, ως τάχα «δημόσιο αγαθό».
Ας δούμε λοιπόν τι είναι δημόσια αγαθά; Είναι εκείνα, όπως έγραφε ο Άνταμ Σμιθ «(...) που μολονότι μπορεί να είναι στον υψηλότατο βαθμό επωφελή για μια κοινωνία, είναι εντούτοις τέτοιας φύσης ώστε το κέρδος από αυτά δεν θα μπορούσε ποτέ να υπερκεράσει τις δαπάνες του οποιουδήποτε ατόμου (...)», και των οποίων η ζήτηση δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί, εξαιτίας κυρίως του φαινομένου του «τζαμπατζή», εκείνων δηλαδή που έχουν κίνητρο να κάνουν χρήση, χωρίς να πληρώσουν. Έτσι, εάν ο αριθμός των τζαμπατζήδων είναι μεγάλος και ο αποκλεισμός τους δυσχερής, ο ιδιωτικός τομέας δεν ενδιαφέρεται για την παραγωγή τους και απέχει από αυτήν. Επομένως, εάν η υγεία ήταν δημόσιο αγαθό, ο ιδιωτικός τομέας δεν θα δραστηριοποιούνταν στην παροχή υπηρεσιών υγείας. Αντιθέτως, ο ιδιωτικός τομέας όχι μόνο δραστηριοποιείται στην αγορά υπηρεσιών υγείας, αλλά παρουσιάζει, κατά κανόνα, καλύτερα αποτελέσματα από τον δημόσιο τομέα, με σημαντικά χαμηλότερο κόστος και υψηλότερο όφελος για τον πολίτη.

Για να είμαστε ακριβείς, υπάρχουν και κάποιες ειδικές περιπτώσεις, όπως είναι λ.χ. ο γενικός εμβολιασμός του πληθυσμού, όπου εδώ πράγματι πρόκειται για δημόσιο αγαθό καθώς το κράτος αναλαμβάνει να προσφέρει μια υπηρεσία που διαφορετικά δεν θα μπορούσε να προσφερθεί από τον ιδιωτικό τομέα γιατί, όπως επισημαίνει ο Χάγεκ «δεν είναι δυνατόν να περιοριστούν οι ωφέλειες μόνο σ΄εκείνους, οι οποίοι είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν γι΄αυτές».

* Δημοσιεύθηκε στον Φιλελεύθερο της Μεγάλης Παρασκευής 17 Απριλίου 2020

Οι δύο κανόνες

                              Από τα διδάγματα της ιστορίας μπορούμε να κατανοήσουμε τη σημασία που έχουν τα καλά δημόσια οικονομικά για την...