Κυριακή 9 Ιουνίου 2019

Δημόσια υγεία χωρίς κράτος

Ποικίλες αντιδράσεις προκάλεσε η δήλωση του Κυριάκου Μητσοτάκη στο ραδιόφωνο του ΣΚΑΪ για σύμπραξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα στα δημόσια νοσοκομεία. Η κυβερνητική φαιά προπαγάνδα έσπευσε για μια ακόμη φορά να διαστρέψει όχι μόνο όσα είπε ο αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας αλλά την ίδια την πραγματικότητα στον χώρο της υγείας. Ποια είναι αυτή; Ένα ξεχαρβαλωμένο κρατικό σύστημα υγείας που έχει καταληφθεί από ιδιωτικά συμφέροντα σε κατάσταση απόλυτης αδιαφάνειας και διαφθοράς μέσω απευθείας αναθέσεων από τις διοικήσεις και τη γραφειοκρατία των κρατικών νοσοκομείων. Οι διοικήσεις των κρατικών νοσοκομείων είναι διορισμένες από την εκάστοτε κυβέρνηση με κομματικά και όχι αξιοκρατικά κριτήρια. Από τα κρατικά νοσοκομεία, όπως και από το σύνολο άλλωστε των φορέων του Δημοσίου, απουσιάζει η λογοδοσία και ο ελέγχος των αποτελεσμάτων. Οι υπηρεσίες που προσφέρει αυτό το σύστημα στους πολίτες είναι στην καλύτερη περίπτωση απολύτως υποβαθμισμένες. Ενίοτε με διάφορες προφάσεις τα δημόσια νοσοκομεία παραπέμπουν τους ασθενείς σε ιδιωτικούς παρόχους υπηρεσιών υγείας (κλινικές, διαγνωστικά κέντρα κ.ο.κ.). Στην περίπτωση αυτή οι ασθενείς επωμίζονται βεβαίως το κόστος. Υπενθυμίζω ότι οι δαπάνες υγείας ανέρχονται στο 5,2% του ΑΕΠ της χώρας (9,5 δισ. ευρώ) και καλύπτουν ποσοστό που αγγίζει το 20% του συνόλου των κοινωνικών δαπανών του προϋπολογισμού. Στα κρατικά νοσοκομεία νοσηλεύονται κατά κανόνα πολίτες που προέρχονται από χαμηλά εισοδηματικά στρώματα.
Η πρόταση του Κυριάκου Μητσοτάκη για ανάθεση της διοίκησης κρατικών νοσοκομείων με διεθνή δημόσιο μειοδοτικό διαγωνισμό στον ιδιωτικό τομέα μπορεί να στηρίζεται στην απολύτως επιτυχημένη διεθνή εμπειρία, εντούτοις για την Ελλάδα είναι επαναστατική. Η πρόταση συνδυάζει, εν ολίγοις, τη διατήρηση του δημόσιου χαρακτήρα της υγείας με τα πλεονεκτήματα της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Οι ασθενείς δεν πληρώνουν από την τσέπη τους. Οι υπηρεσίες εξακολουθούν να παρέχονται δωρεάν στους πολίτες, ενώ το κράτος καταβάλλει τα χρήματα στη διαχειρίστρια των νοσοκομείων εταιρεία, η κερδοφορία της οποίας εξαρτάται άμεσα από την απόδοσή της, από την ποιότητα δηλαδή των παρεχόμενων υπηρεσιών, από τη δυνατότητά της να αυξήσει τον αριθμό των εξυπηρετούμενων ασθενών, από τον βαθμό ικανοποίησης των τελευταίων, από τη μείωση και εξορθολογισμό του διοικητικού κόστους του νοσοκομείου κ.λπ. Στους όρους του διαγωνισμού περιλαμβάνονται αυστηροί όροι και μετρήσιμοι ποιοτικοί και ποσοτικοί στόχοι για τον μειοδότη που διασφαλίζουν την ποιότητα των υπηρεσιών υγείας. Εάν οι στόχοι αυτοί δεν επιτευχθούν το Δημόσιο έχει το δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση.
Οι υπηρεσίες υγείας πληρώνονται δηλαδή από τον κρατικό προϋπολογισμό αλλά δεν τις παρέχει το κράτος. Ο κρατικός όμως έλεγχος στην ιδιωτική εταιρεία είναι πλέον ουσιαστικός. Είναι γνωστό ότι ο ιδιωτικός τομέας ελέγχεται από το Δημόσιο, ο δημόσιος τομέας δεν ελέγχεται από κανέναν. Ο έλεγχος από το κράτος και τους πολίτες γίνεται έτσι αποτελεσματικότερος. Ο ανταγωνισμός θα έχει επίσης ευεργετικές επιπτώσεις στις υπηρεσίες υγείας υπέρ των πολιτών και ταυτόχρονα θα οδηγήσει σε μικρότερη επιβάρυνση των φορολογουμένων.
Εν κατακλείδι, με την ανάθεση της διοίκησης δημόσιων νοσοκομείων στον ιδιωτικό τομέα θα αναβαθμιστεί η δημόσια υγεία και θα κερδίσουν οι πολλοί, ανοργάνωτοι και αδύναμοι οικονομικά πολίτες (ασθενείς και φορολογούμενοι).


Το μέλλον δεν περιμένει*

«Η μικρή χώρα που τα κατάφερε» είναι ο τίτλος του βιβλίου του πρώην πρωθυπουργού της Εσθονίας Μαρτ Λάαρ, στο οποίο περιγράφει πώς η πρώην κομμουνιστική Εσθονία κατάφερε να περάσει με ιδανικό τρόπο στην ελεύθερη οικονομία μετά από μια μικρή ενδιάμεση περίοδο κρατισμού και μεγάλης διαφθοράς. Με την συνεπή εφαρμογή μιας αμιγώς φιλελεύθερης πολιτικής η Εσθονία πέτυχε εκτός από τα εντυπωσιακά οικονομικά αποτελέσματα κι ένα ακόμη μνημειώδες κατόρθωμα, την ένταξη και πρωτοπορία της στον ψηφιακό κόσμο του 21ου αιώνα. 
Το ερώτημα που μας απασχολεί είναι εάν υπάρχει καιρός μια άλλη όχι τόσο μικρή όσο η Εσθονία χώρα, όπως η Ελλάδα, από παρίας στον τομέα των ψηφιακών δικτύων (26η μεταξύ 28 χωρών) να  μετεξελιχθεί σε χώρα τεχνολογικής πρωτοπορίας;
Είναι βέβαιο ότι η τέταρτη βιομηχανική επανάσταση επιφυλάσσει ευχάριστες εκπλήξεις σε όσους ανταποκριθούν στα μηνύματά της. Για εκείνες τις χώρες που δεν θα τα καταφέρουν να ακολουθήσουν τις προκλήσεις της, η απόσταση διαρκώς θα μεγαλώνει από τις προηγμένες ψηφιακά χώρες σε τέτοιο βαθμό ώστε σε λίγα χρόνια θα έχουν ταξιδέψει πίσω στον χρόνο και η προσαρμογή γι’ αυτές θα φαντάζει αδύνατη.
Οι εφαρμογές της νέας τεχνολογίας δεν αφορούν μόνο ορισμένους τομείς της ζωής, αφορούν οτιδήποτε έχει να κάνει με την παρουσία του ανθρώπου στον πλανήτη Γη, την υγεία, την επικοινωνία, τις συναλλαγές, την οικονομία, από την αγροτική παραγωγή μέχρι τη ναυπηγική βιομηχανία, από την αλιεία μέχρι τη νανοτεχνολογία.
Με τεχνικά εμφυτεύματα, λ.χ., στο δέρμα μας (chipping), θα ελέγχονται οι λειτουργίες του οργανισμού και στο μέλλον θα μπορεί να αποτρέπονται καρδιακά ή εγκεφαλικά επεισόδια ή θα μπορούν να αποκαθίστανται βλάβες του χωρίς χειρουργική μέθοδο. Τέτοιου είδους εμφυτεύματα, χρησιμοποιώντας τις υπάρχουσες ασύρματες τεχνολογίες, είναι ήδη σε θέση να αντικαταστήσουν τα κλειδιά, τις πιστωτικές κάρτες κ.λπ. Με την νέα 5G τεχνολογία θα επιτευχθούν ακόμη καλύτερα αποτελέσματα. Οι 3D εκτυπωτές απειλούν τις τεράστιες βιομηχανικές μονάδες μεταφέροντας ένα μεγάλο μέρος της παραγωγής στο σπίτι μας. 
Η μεγαλύτερη μάχη του ψηφιακού μετασχηματισμού θα δοθεί ασφαλώς στο πεδίο της εκπαίδευσης. Στη νέα ψηφιακή εποχή η μάθηση γίνεται ταχύτερη. Όσο πιο ποικιλόμορφο και αποκεντρωμένο είναι από τον έλεγχο του κράτους ένα εκπαιδευτικό σύστημα και όσο περισσότερο συνδυάζει το εκπαιδευτικό του πρόγραμμα με άτυπα μαθησιακά προγράμματα, τόσο μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα θα έχει και τόσο πιο εφικτή θα καθιστά την προσαρμογή στα νέα και διαρκώς μεταβαλλόμενα δεδομένα. Δεν είναι μακριά η εποχή που η πλειονότητα των μαθητών βασικής και μέσης εκπαίδευσης θα επιλέγει το εικονικό ψηφιακό σχολείο μέσω προγραμμάτων εξ αποστάσεως εκπαίδευσης. Ακόμη μεγαλύτερη θα είναι η συμμετοχή σε διαδικτυακά προγράμματα σπουδών των φοιτητών και στα προγράμματα διά βίου εκπαίδευσης των ενηλίκων. Περισσότερο κερδισμένοι από την εξέλιξη αυτή θα είναι ασφαλώς οι μαθητές που προέρχονται από οικονομικά ασθενέστερες οικογένειες και οι εργαζόμενοι με χαμηλό μεν εισόδημα αλλά με μεγάλη όρεξη για μάθηση και βελτίωση των δεξιοτήτων τους.

Έχει κάποιο ρόλο το κράτος σε όλες αυτές τις εξελίξεις; Ασφαλώς μπορεί να ενθαρρύνει τον ιδιωτικό τομέα να επενδύσει στην εκπαιδευτική και ψηφιακή καινοτομία αίροντας τα πάσης φύσεως γραφειοκρατικά εμπόδια στις κερδοσκοπικές επενδύσεις. 

* Δημοσιεύθηκε στον Φιλελεύθερο στις 7 Ιουνίου 2019. 

Ευρωπαίοι, δέστε τις ζώνες ασφαλείας σας*

Λίγο πριν από το άνοιγμα της κάλπης των ευρωεκλογών ας σταθούμε σε μερικά στοιχεία που ενδέχεται να είναι καθοριστικά για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης:
1. Η ανεργία στην ΕΕ έφθασε το πρώτο τρίμηνο του 2019 στο 6,2%. Το αντίστοιχο ποσοστό των χωρών της Ευρωζώνης άγγιξε το 8,1%. Την ίδια περίοδο η ανεργία στις ΗΠΑ βρίσκεται στο 3,9% και ο μέσος όρος των χωρών του ΟΟΣΑ στο 4,6%. Κοινό χαρακτηριστικό των χωρών με υψηλή ανεργία είναι η υπερπροστατευτική νομοθεσία για τους εργαζομένους, ενώ των χωρών με χαμηλή ανεργία η έλλειψη υπερβολικών προστατευτικών ρυθμίσεων στην αγορά εργασίας και η χαμηλή κατάταξη στον περίφημο «Δείκτη Γενναιοδωρίας» (Generosity Index). Για παράδειγμα, στις ευρωπαϊκές χώρες, στις οποίες δεν υπάρχει κατώτατος μισθός και η αποζημίωση απόλυσης είναι μικρή, το ποσοστό ανεργίας κινείται περίπου στο ίδιο επίπεδο του μέσου όρου του ΟΟΣΑ.
2. Οι κοινωνικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ στις χώρες της ΕΕ σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Eurostat αγγίζουν το 29%. Το αντίστοιχο ποσοστό στις ΗΠΑ ανέρχεται σε 18,7%, ενώ ο μέσος όρος των χωρών του ΟΟΣΑ είναι 20,1%. Το μεγαλύτερο ποσοστό των κοινωνικών δαπανών των χωρών της ΕΕ (72%) αφορά τις συντάξεις και την υγεία.
3. Οι κοινωνικές δαπάνες χρηματοδοτούνται βεβαίως από φόρους ή δανεισμό. Η συνολική φορολογική επιβάρυνση στις χώρες της ΕΕ ξεπέρασε με αυξητική τάση το 2017 το 40% του ΑΕΠ, όταν ο μέσος όρος των χωρών του ΟΟΣΑ βρίσκεται στο 34%, και των ΗΠΑ στο 26%.
4. Ο πληθυσμός της ΕΕ ως ποσοστό του παγκόσμιου πληθυσμού θα περιοριστεί τα επόμενα είκοσι χρόνια από το 6,9% που είναι σήμερα περίπου στο 4%. Την ίδια περίοδο, η συμμετοχή της ΕΕ στην παγκόσμια εμπορική κατανάλωση από 27% που είναι σήμερα θα περιοριστεί κάτω του 20%.
Με απλά λόγια στην ΕΕ σήμερα ‒σε πείσμα των ανυπόστατων κατηγοριών εναντίον του «νεοφιλελευθερισμού»‒ κυρίαρχος παραμένει ο κρατισμός και το σοσιαλδημοκρατικό-αναδιανεμητικό μοντέλο. Όπως στην κλασική ταινία του Χίτσκοκ «Ο λάθος άνθρωπος» ενοχοποιείται ο αθώος και ο ένοχος εξακολουθεί να δρα ανενόχλητος συνεχίζοντας την εγκληματική του δραστηριότητα, έτσι και στην περίπτωση της ΕΕ έχει εδώ και δεκαετίες ενοχοποιηθεί ο «νεοφιλελευθερισμός» που ποτέ δεν εφαρμόστηκε, ενώ ο εγκληματικός κρατισμός εξακολουθεί να υπονομεύει το μέλλον και την υπόσταση της Ένωσης.
Γιατί προφανώς δεν είναι «νεοφιλελευθερισμός» αλλά στυγνός σοσιαλκρατισμός η υψηλή φορολογία, το υπερτροφικό κράτος, το μέγεθος της ευρωγραφειοκρατίας (3,5% του ΑΕΠ της ΕΕ), η αδιανόητη πολυνομία των ευρωπαϊκών οργάνων κ.λπ. Μπορεί στην Ελλάδα η κατάσταση να είναι χειρότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο σχεδόν σε όλους τους τομείς, αλλά αυτό δεν είναι το θέμα μας. Το θέμα είναι ότι, εάν η ΕΕ δεν συνειδητοποιήσει γρήγορα ότι για την στασιμότητα στην οποία έχει περιέλθει υπεύθυνες είναι οι κυρίαρχες κρατικοπαρεμβατικές πολιτικές δεκαετιών θα χάσει το τρένο του παγκόσμιου ανταγωνισμού.
Σε αυτή την περίπτωση ο κίνδυνος μιας παρατεταμένης ύφεσης που θα οδηγήσει στην κυριαρχία των ακροδεξιών, αριστερών λαϊκιστών και κάθε είδους αντιευρωπαϊκών δυνάμεων και μακροπρόθεσμα ακόμη και σε διάλυση την ΕΕ είναι κάτι παραπάνω από υπαρκτός.

* Δημοσιεύθηκε στον Φιλελεύθερο στις 24 Μαΐου 2019.

Οι δύο κανόνες

                              Από τα διδάγματα της ιστορίας μπορούμε να κατανοήσουμε τη σημασία που έχουν τα καλά δημόσια οικονομικά για την...