Δευτέρα 5 Αυγούστου 2019

«Ήλιος και Βοριάς»*

Ενόψει του αναμενόμενου φορολογικού νομοσχεδίου αλλά και των προγραμματικών δηλώσεων της νέας κυβέρνησης χρήσιμο και διδακτικό είναι να θυμηθούμε τον γνωστό μύθο του Αισώπου με τη διαφωνία του Ήλιου με τον Βοριά για το ποιος είναι δυνατότερος. Η έντονη διαμάχη τους λύθηκε με μια απλή δοκιμασία: διάλεξαν έναν οδοιπόρο και ο δυνατότερος θα ήταν εκείνος που θα κατάφερνε να του βγάλει το πανωφόρι του.
Ο Βοριάς φύσαγε μανιασμένα με όλο και μεγαλύτερη ένταση, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν ο άνθρωπος να τυλιχτεί καλά για να αντιμετωπίσει τον ψυχρό άνεμο. Ύστερα ήρθε η σειρά του Ήλιου, «έφεξεν ολόλαμπρος» κατά το γνωστό ποίημα του Δροσίνη, έσκασε από τη ζέστη ο οδοιπόρος και έβγαλε το πανωφόρι του και στη συνέχεια όλα τα ρούχα του. Ηθικόν δίδαγμα: η βία τις περισσότερες φορές δεν φέρνει τα επιθυμητά αποτελέσματα. Θα μου πείτε, «τι σχέση έχει αυτό με το φορολογικό νομοσχέδιο της κυβέρνησης;». «Μεγάλη», απαντώ και εξηγούμαι:
Την τελευταία πεντηκονταετία δεν υπήρξε κυβέρνηση που να μην «ξορκίσει» τη φοροδιαφυγή και να μη στιγματίσει κοινωνικά όσους παραγωγικούς πολίτες δεν... αισθάνονται ευχαρίστηση όταν το κράτος αρπάζει με ωμή βία το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους. Τα τελευταία πενήντα χρόνια δημιουργήθηκαν νέοι και υπερσύγχρονοι ελεγκτικοί μηχανισμοί στο υπουργείο Οικονομικών, δημιουργήθηκε... Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (τόσο ανεξάρτητη, βέβαια, ώστε να υπάγεται... στο υπουργείο Οικονομικών), πολλαπλασιάστηκε ο αριθμός των υπαλλήλων, βάσεις δεδομένων «φοροφυγάδων» δημιουργήθηκαν, ατομικά δικαιώματα των πολιτών καταπατήθηκαν (λ.χ. τραπεζικό απόρρητο, τεκμήριο αποδείξεως, χρόνος παραγραφής), εξοντωτικές ποινές θεσπίστηκαν, περιουσίες κατασχέθηκαν κ.ο.κ.
Παρ’ όλα αυτά, η φοροδιαφυγή, τόσο ως ποσοστό του ΑΕΠ όσο και σε απόλυτα νούμερα, από το 1974 έως σήμερα διαρκώς μεγαλώνει. Μαζί της μεγαλώνει και ο ελεγκτικός τομέας του Δημοσίου που είναι επιφορτισμένος να την αντιμετωπίζει. Μεγαλώνει ακόμη το βάρος για μια πολύ μικρή κατηγορία του πληθυσμού που χρηματοδοτούν με τους φόρους τους την ύπαρξη των ελεγκτικών μηχανισμών.
Τα νούμερα σύμφωνα με τα τελευταία επίσημα στοιχεία της ΑΑΔΕ είναι θλιβερά αποκαλυπτικά:
- 6.085.204 φορολογούμενοι δήλωσαν εισόδημα μέχρι 10.000 € και πλήρωσαν μόλις 561.527.797 € φόρο. Δηλαδή το 68,31% των φορολογουμένων με φορολογητέο εισόδημα στο 31,47% του συνολικού φορολογητέου εισοδήματος πλήρωσε το 6,74% του συνολικού φόρου εισοδήματος και κατά μέσο όρο το άτομο πλήρωσε 92,27 € φόρο.
- 2.078.750 φορολογούμενοι δήλωσαν εισόδημα από 10.001 € μέχρι 20.000 € και πλήρωσαν 2.756.025.246 € φόρο. Δηλαδή το 23,33% των φορολογουμένων με φορολογητέο εισόδημα στο 37,47% του συνολικού φορολογητέου εισοδήματος πλήρωσε το 33,09% του συνολικού φόρου εισοδήματος και κατά μέσο όρο το άτομο πλήρωσε 1.326 € φόρο.
- 34.937 φορολογούμενοι δήλωσαν εισόδημα από 42.000 € έως 50.000 € και πλήρωσαν 337.394.702 € φόρο. Δηλαδή το 0,39% των φορολογουμένων με φορολογητέο εισόδημα στο 1,98% του συνολικού φορολογητέου εισοδήματος πλήρωσε το 4,53% του συνολικού φόρου εισοδήματος και κατά μέσο όρο το άτομο πλήρωσε 10.802 € φόρο.
- 1.639 φορολογούμενοι δήλωσαν εισόδημα από 95.000 € μέχρι 100.000 € και πλήρωσαν 48.410.423 € φόρο. Δηλαδή το 0,02% των φορολογουμένων με φορολογητέο εισόδημα στο 0,20% του συνολικού φορολογητέου εισοδήματος πλήρωσε το 0,48% του συνολικού φόρου εισοδήματος και κατά μέσο όρο το άτομο πλήρωσε 29.537 € φόρο.


Επομένως, οι επτά (7) στους δέκα (10) φορολογούμενους είτε δεν πληρώνουν καθόλου φόρο είτε πληρώνουν λιγότερο από 100 ευρώ. Σχεδόν το 25% των φορολογουμένων με εισόδημα μέχρι 20.000 € πλήρωσαν 14,4 φορές μεγαλύτερο φόρο από την προηγούμενη κατηγορία. Ακόμη μια μικρή ομάδα φορολογουμένων (0,39%), με εισόδημα μόλις πέντε φορές μεγαλύτερο από την πρώτη κατηγορία φορολογουμένων, οι φορολογούμενοι με εισόδημα έως 50.000 € πλήρωσαν 117,4 φορές μεγαλύτερο φόρο από την πρώτη ομάδα. Το χειρότερο, οι φορολογούμενοι που δήλωσαν εισοδήματα δέκα φορές περισσότερα από την πρώτη κατ’ ουσίαν αφορολόγητη ομάδα πλήρωσαν φόρο 321 φορές μεγαλύτερο από αυτούς. Ενδεικτικοί είναι οι πίνακες που συνοδεύουν το άρθρο.
Επιπλέον, κατά καιρούς εξαπολύονται τρομεροί έλεγχοι από τους κρατικούς μηχανισμούς εναντίον όσων εμφανίζουν μεγάλο πλούτο. Το απρόσωπο και υποτίθεται χωρίς αισθήματα κράτος μοιάζει να δείχνει απύθμενο μίσος για εκείνους που θα έπρεπε να είναι τα πρότυπα όλων. Αντιθέτως, ουδείς συστηματικός έλεγχος έχει ποτέ πραγματοποιηθεί στη μεγάλη κατηγορία όσων δεν πληρώνουν φόρους, ώστε να υπάρξει ένας δίκαιος διαχωρισμός μεταξύ εκείνων που πράγματι έχουν χαμηλό εισόδημα και πρέπει κάπως να απαλλαγούν και εκείνων που απλώς αποκρύπτουν επιτυχώς τις πηγές των εισοδημάτων τους.
Στα στοιχεία αυτά, στην καταστρατήγηση δηλαδή της αρχής του πανδήμου του φόρου, στην καταστρατήγηση της αρχής της αναλογικότητας, στην τιμωρία μέσω της υψηλής και εξοντωτικής φορολόγησης των λίγων ειλικρινών και επιτυχημένων φορολογουμένων και στη θεσμοθέτηση της φορολογικής αδικίας με την αδιάκριτη και χωρίς έλεγχο απαλλαγή των πολλών, βρίσκεται η βασικότερη εξήγηση της φοροδιαφυγής. Κύριος υπαίτιος ή πάντως ηθικός αυτουργός της είναι το κράτος. Γνωρίζουμε άλλωστε από τη βιβλιογραφία των δημοσίων οικονομικών ότι μια μικρή εξαίρεση ακόμη και του 10% των φορολογουμένων από τον φόρο εισοδήματος αρκεί ώστε το υπόλοιπο 90% να επιδείξει άμεσα φορολογική απροθυμία.

Συμπερασματικά, η διεύρυνση της φορολογικής βάσης και συνακόλουθα η αύξηση των δημοσίων εσόδων, όχι με τη θεσμοθετημένη «τρομοκρατία» των ελεγκτικών μηχανισμών, αλλά με τη δραστική μείωση των φορολογικών συντελεστών και της άδικης προοδευτικότητας της φορολογικής κλίμακας, με την επιβράβευση των παραγωγικών πολιτών και με την απλοποίηση του φορολογικού συστήματος, προϋποθέτουν μια προσεκτική ανάγνωση και κατανόηση του μύθου της διαμάχης του Ήλιου με τον Βοριά.

* Δημοσιεύθηκε στον Φιλελεύθερο Παρασκευής 19 Ιουλίου 2019

Κυριακή 9 Ιουνίου 2019

Το Α-Β της ανάπτυξης*

Η επιβράδυνση της ανάπτυξης στο 1,3% του ΑΕΠ σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοίνωσε η ΕΛΣΤΑΤ είναι ένα καμπανάκι κινδύνου για την ελληνική οικονομία. O ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας πέρα από το ύψος του δημοσίου χρέους είναι από τους παράγοντες που καθορίζουν τη βιωσιμότητά του. Με τα σημερινά δεδομένα και παρά τις προσδοκίες που δημιουργήθηκαν στις διεθνείς αγορές για την επικείμενη νίκη της Νέας Δημοκρατίας στις προσεχείς εθνικές εκλογές το επιτόκιο δανεισμού για τα δεκαετή ομόλογα κινείται περίπου στο 3%. Η διαφορά μεταξύ του επιτοκίου δανεισμού και του ρυθμού ανάπτυξης καθορίζει σε μεγάλο βαθμό και το ύψος του πρωτογενούς πλεονάσματος. Για να γίνει σαφές στους αναγνώστες, εάν η χώρα μετά τη νίκη του Κυριάκου Μητσοτάκη καταφέρει να δανειστεί με χαμηλό επιτόκιο στις αγορές, ει δυνατόν χαμηλότερο από τον ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας, τότε θα δοθεί η δυνατότητα για σημαντικές φορολογικές μεταρρυθμίσεις πέραν των όσων ήδη έχουν εξαγγελθεί από τον πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας. Η εμπιστοσύνη των αγορών με αναβάθμιση της επενδυτικής βαθμίδας της χώρας θα είναι το ισχυρότερο διαπραγματευτικό όπλο του Κυριάκου Μητσοτάκη με τους Θεσμούς. Η εμπιστοσύνη των αγορών όμως κερδίζεται δύσκολα και χάνεται πολύ εύκολα. Οι αγορές δεν δανείζουν μόνο αλλά επιπρόσθετα επενδύουν στις χώρες εκείνες που προσδοκούν καλές αποδόσεις των κεφαλαίων τους. Σε μεγάλο βαθμό το ένα επηρεάζει το άλλο. Οι αγορές επίσης μελετούν πολύ προσεκτικά τι συμβαίνει στην Ελλάδα και πόσο φιλικό είναι το περιβάλλον εδώ για τις άμεσες ξένες επενδύσεις. Από όλες ανεξαιρέτως λοιπόν τις εκθέσεις των διεθνών οργανισμών προκύπτει το θλιβερό συμπέρασμα ότι δεν είμαστε ως χώρα ελκυστικός επενδυτικός προορισμός.
Οι κύριες αιτίες που διώχνουν τις επενδύσεις και μας καθιστούν αρνητικούς πρωταθλητές στον τομέα αυτό είναι: α) η υψηλή φορολογία, β) η πολυπλοκότητα του φορολογικού συστήματος, γ) η υπερ-ρυθμισμένη αγορά εργασίας, δ) η γραφειοκρατία και συνακόλουθα η πολυνομία.
Πώς επιδρούν οι παραπάνω παράγοντες αρνητικά σε μια επένδυση; Πρώτον, με την υψηλή φορολογική και ασφαλιστική επιβάρυνση και τις υπερβολικές ρυθμίσεις στην εργατική νομοθεσία μειώνεται η απόδοση της επένδυσης. Δεύτερον, οι ατέρμονες γραφειοκρατικές ρυθμίσεις, η πολυνομία, η πολυπλοκότητα του θεσμικού πλαισίου οδηγούν σε καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης και αυξάνουν το ρίσκο και την αβεβαιότητα μιας επένδυσης.

Δεν υπάρχει άλλη λύση από τον δραστικό περιορισμό της φορολογίας, τη μείωση της γραφειοκρατίας και της πολυνομίας, την απελευθέρωση της αγοράς εργασίας από ψευδοπροστατευτικές ρυθμίσεις και τον περιορισμό του υπερτροφικού και εξ αυτού του λόγου αναποτελεσματικού κράτους. Με μέτρα φιλελεύθερης λογικής, τα οποία προϋποθέτουν πολιτικό θάρρος, η χώρα μπορεί γρήγορα να οδηγηθεί σε πρωτόγνωρους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης που θα διευκολύνουν τον δανεισμό της με ευνοϊκά επιτόκια, θα αποκαταστήσουν την αξιοπιστία της στις διεθνείς αγορές και θα την καταστήσουν επιλέξιμη επενδυτικά χώρα.

* Δημοσιεύθηκε στα ΝΕΑ στις 8 Ιουνίου 2019.

Επιδόματα δουλείας και αναξιοπρέπειας*

Η κυβέρνηση της Αριστεράς προκειμένου να μετριάσει την έκταση της επερχόμενης εκλογικής ήττας της μοιράζει αφειδώς επιδόματα. Τα χρήματα προέρχονται από την υπερφορολόγηση της ολοένα και περισσότερο συρρικνούμενης παραγωγικής οικονομίας. Η πολιτική της κυβέρνησης μπορεί να συνοψισθεί στη φράση «ό,τι παράγει το φορολογούμε. Εάν εξακολουθεί να παράγει, το φορολογούμε περισσότερο. Εάν παύσει να παράγει, το επιδοτούμε».
Η κυβέρνηση, απολύτως συνεπής με τις ιδεολογικές αρχές της, επιδιώκει την «απαλλοτρίωση» των αποτελεσμάτων της παραγωγής. Όμως τα διαρκώς αυξανόμενα προγράμματα κρατικής «πρόνοιας» -σε συνδυασμό με τις ατέρμονες γραφειοκρατικές διαδικασίες και την ακατάσχετη πολυνομία- δεν στοχεύουν στην κοινωνική συνοχή, η οποία άλλωστε μόνο μέσω του μηχανισμού της ελεύθερης οικονομίας μπορεί να προκύψει, αλλά στην κοινωνική «συνενοχή», όπου λίγο - πολύ όλοι θα εξαρτώνται για να επιβιώσουν από το μεγάλο κράτος-«πατερούλη» με τα λεφτά των άλλων.
Η νέα κοινωνική «συνενοχή» του ΣΥΡΙΖΑ υπονομεύει στην ουσία την κοινωνική συνοχή, καθώς το βαρύ κόστος της διατήρησης των ωφελημάτων όσων λαμβάνουν κρατικές παροχές χρηματοδοτείται από τους φόρους και κατ' ουσίαν επιρρίπτεται στην πραγματική οικονομία, δηλαδή στους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα, στις επιχειρήσεις, στους ανέργους και κυρίως στους νέους. Μακροπρόθεσμα βλάπτει περισσότερο όσους υποτίθεται ότι ωφελεί.
H πολιτική των επιδομάτων τάχα για την αντιμετώπιση της φτώχειας, όπως διδάσκονται οι πρωτοετείς φοιτητές των οικονομικών σχολών, έχει και μια ακόμη, άκρως καταστρεπτική συνέπεια: αυξάνει αντί να μειώνει τη φτώχεια, όπως ακριβώς η επιδότηση της παραγωγής ενός προϊόντος αυξάνει την ποσότητα αυτού του παραγόμενου είδους.
Είναι λοιπόν καιρός να συνειδητοποιήσουμε ότι το κράτος δεν μπορεί με επιδοματικές πολιτικές να επιλύσει το πρόβλημα της φτώχειας. Το κράτος μετατρέπει τη φιλανθρωπία από αρετή σε δουλεία. Σκοπός του είναι η διαιώνιση της φτώχειας ώστε να διατηρεί όλο και περισσότερους πολίτες απόλυτα εξαρτημένους από αυτό. Επιδιώκει ακόμη συνειδητά να αμβλύνει το αίσθημα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, καθώς κανένας αξιοπρεπής άνθρωπος δεν θα δεχόταν να εξαρτάται για πάντα από τη βοήθεια κάποιου.
Για σκεφτείτε, πριν από είκοσι πέντε αιώνες ο Περικλής καυχιόταν ότι η Αθηναϊκή Δημοκρατία δεν θεωρούσε ντροπή να είναι κάποιος φτωχός, ντροπή ήταν να μην προσπαθεί με την εργασία του να ξεφύγει από τη φτώχεια του (« (...) καὶ τὸ πένεσθαι οὐχ ὁμολογεῖν τινὶ αἰσχρόν, ἀλλὰ μὴ διαφεύγειν ἔργῳ αἴσχιον»).
Στο ίδιο μήκος, πριν από εννέα αιώνες, και ο Μωυσής Μαϊμωνίδης, ένας από τους διαπρεπέστερους Εβραίους φιλοσόφους της Ιστορίας δίδασκε ότι στη φιλανθρωπία υπάρχουν πάντοτε δύο μέρη, ο ευεργέτης και ο ευεργετούμενος. Ο πρώτος πρέπει να έχει σκοπό να δώσει τη δυνατότητα στον αποδέκτη της παροχής να γίνει αυτάρκης και ο δεύτερος αξιοπρέπεια. Σκοπός της φιλανθρωπίας θα πρέπει να είναι πάντοτε η ανεξαρτησία του ευεργετούμενου.
Η αποτελεσματική καταπολέμηση του προβλήματος της ανθρώπινης δυστυχίας είναι να δοθεί η δυνατότητα στους ανθρώπους να πατήσουν πιο γερά στα πόδια τους χωρίς την παρέμβαση του κράτους, την ανελευθερία και τις εξαρτήσεις που αυτό δημιουργεί. Αυτό ακριβώς σημαίνει να είσαι ελεύθερος άνθρωπος, να αγωνίζεσαι, να κατακτάς την επιτυχία, να αποτυγχάνεις, να μην εγκαταλείπεις, να σηκώνεσαι και να προσπαθείς ξανά.

*Δημοσιεύθηκε στο Φιλελεύθερο στις 15 Μαρτίου 2019.

ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ: Η πιο φορομπηχτική κυβέρνηση*

Η κυβέρνηση εξήγγειλε περιορισμένης έκτασης προεκλογικές μειώσεις κάποιων από τους φόρους που προηγουμένως η ίδια είχε επιβάλει τα προηγούμενα χρόνια με τα γνωστά καταστροφικά αποτελέσματα για την οικονομία. Ο υπουργός Οικονομικών μάλιστα σε πρόσφατη συνέντευξή του στην Κύπρο υποστήριξε ότι η κυβέρνηση είναι η πιο αξιόπιστη για να επιτύχει μείωση των φόρων... Να επισημάνω βεβαίως και το παράδοξο, ότι το να μιλάει στην Κύπρο ένας αριστερός υπουργός Οικονομικών για μείωση των φόρων μοιάζει σαν ένας Αφρικανός να δίνει συμβουλές σε Εσκιμώους για το πώς θα κτίσουν ένα ιγκλού.
Επί της ουσίας της δήλωσης Τσακαλώτου επισημαίνω πως τα στοιχεία που δημοσιοποίησε προχθές το Ινστιτούτο Δημοσιονομικών Μελετών αποδεικνύουν ότι η παρούσα κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ υπήρξε μακράν η πιο φορομπηχτική κυβέρνηση από ιδρύσεως του ελληνικού κράτους. Συγκεκριμένα, από τη βάση δεδομένων του ΟΟΣΑ προκύπτει ότι η συνολική φορολογική επιβάρυνση αυξήθηκε την περίοδο διακυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ σχεδόν κατά 13% (από 35,7% το 2014 σε 40,2% το 2018). Η χώρα κατατάσσεται στις πρώτες θέσεις των κρατών με υψηλή φορολογία.
Ας δούμε, ενδεικτικά, τα στοιχεία ανά κατηγορία φόρου από το 2015:
Φόρος Προστιθέμενης Αξίας
Με τον Ν. 4334/2015 από 20 Ιουλίου 2015 ένα μεγάλο μέρος αγαθών και υπηρεσιών μεταφέρθηκαν από τον μειωμένο συντελεστή ΦΠΑ (13%) στον κανονικό συντελεστή ΦΠΑ (23%). Επίσης, όλες οι υπηρεσίες εστίασης μεταφέρθηκαν στον κανονικό συντελεστή ΦΠΑ. Από την 1η Οκτωβρίου 2015 καταργήθηκε η μείωση κατά 30% των συντελεστών ΦΠΑ στα νησιά του Αιγαίου.
Από την 1η Ιουνίου 2016 (Ν. 4389/2016) ο συντελεστής ΦΠΑ αυξήθηκε από 23% σε 24%.
Φόρος Ασφαλίστρων
Με τον Ν. 4334/2015, ο φόρος ασφαλίστρων όλων των κλάδων ασφάλισης (με εξαίρεση τον κλάδο πυρός και ζωής) αυξήθηκε από 10% σε 15%.
Τέλη συνδρομητικής τηλεόρασης και τηλεφωνίας
Με τον Ν. 4389/2016 από 1η Ιουνίου 2016 επιβλήθηκε αναλογικό τέλος υπέρ του Δημοσίου το οποίο βαρύνει τους συνδρομητές των επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών συνδρομητικής τηλεόρασης. Το τέλος ανέρχεται στο 10% του συνολικού μηνιαίου λογαριασμού του συνδρομητή.
Με τον ίδιο νόμο από την 1η Ιανουαρίου 2017 επιβλήθηκε αναλογικό τέλος υπέρ του Δημοσίου, με την ονομασία «τέλος συνδρομητών σταθερής τηλεφωνίας», το οποίο βαρύνει τους συνδρομητές των επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών σταθερής τηλεφωνίας. Το τέλος ανέρχεται στο 5% του συνολικού μηνιαίου λογαριασμού του συνδρομητή.
Ειδικοί φόροι κατανάλωσης
Με τον ίδιο νόμο 4389/2016 τροποποιήθηκε ο εθνικός τελωνειακός κώδικας με την επιβολή πολλών νέων και την αύξηση υφιστάμενων ειδικών φόρων κατανάλωσης από 1/1/2017. Ενδεικτικά αναφέρω τη φορολογία στα υγρά αναπλήρωσης των ηλεκτρονικών τσιγάρων, στα προϊόντα του καφέ, στο πετρέλαιο εσωτερικής καύσης κινητήρων για τη γεωργία, στα τσιγάρα και λοιπά προϊόντα καπνού, στη βενζίνη χωρίς μόλυβδο, στο πετρέλαιο εσωτερικής καύσης, στο φωτιστικό πετρέλαιο, στο βιοντίζελ κ.λπ.
Φορολογία εισοδήματος
Με τον Ν. 4334/15 η φορολογία των επιχειρήσεων από 26% αυξήθηκε σε 29%. Ομοίως αυξήθηκε και η προκαταβολή φόρου από 80% σε 100%.
Στη φορολογία των φυσικών προσώπων ο αριθμός των συντελεστών αυξήθηκε από τρεις σε τέσσερις, με τον ανώτατο συντελεστή να αυξάνεται από 42% στο 45% και να επιβάλλεται πλέον σε εισόδημα μεγαλύτερο των 40.000 ευρώ.

Συνεπώς, ΣΥΡΙΖΑ και υψηλή φορολογία είναι έννοιες ταυτόσημες.

* Δημοσιεύθηκε στο Φιλελεύθερο στις 18 Μαΐου 2019

Κράτος εκεί που πρέπει*

Στον μαρκήσιο Ντ’ Αρζανσόν αποδίδεται η φράση: «Το καλύτερο κράτος είναι εκείνο που δεν κυβερνά». Η διαπίστωση αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί κάπως ακραία καθώς γνωρίζουμε καλά από την οικονομική επιστήμη ότι το κράτος είναι επιφορτισμένο με λειτουργίες που δεν μπορεί να κάνει η αγορά, όπως λ.χ. η προστασία των πολιτών από εγκληματικές ενέργειες ή η άμυνα της χώρας.
Επίσης οι περισσότεροι σύγχρονοι φιλελεύθεροι οικονομολόγοι συμφωνούν ότι και η αγορά παρουσιάζει κάποιες ατέλειες και η ελεύθερη λειτουργία των μηχανισμών της δεν έχει πάντοτε τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα.
Στην οικονομία της αγοράς λοιπόν το κράτος, ως ένας συνεταιρισμός ελεύθερων ατόμων θα πρέπει να προστατεύει τη λειτουργία της οικονομίας από εγκληματικές και αδικοπρακτικές συμπεριφορές και να διορθώνει τις ατέλειες των μηχανισμών της αγοράς. Εκείνο, ωστόσο, που πρέπει κανείς να συνειδητοποιεί πριν συναινέσει σε κάποια κρατική ρύθμιση είναι ότι μπορεί η αγορά να παρουσιάζει κάποιες ατέλειες αλλά το κράτος είναι ένας περισσότερο ατελής μηχανισμός στην κατανομή των πόρων, και τις περισσότερες φορές οι δυσμενείς επιπτώσεις των παρεμβάσεών του στοιχίζουν ακριβά στα άτομα και την οικονομία. Σημαντικό λοιπόν είναι πριν υιοθετήσουμε μια κρατική παρέμβαση να αντιστρέψουμε το βάρος της απόδειξης προς τους εισηγητές της. Να κληθούν να μας πείσουν δηλαδή ότι το κράτος δεν θα δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα από όσα επιχειρεί να λύσει.
Υπό το πρίσμα αυτό, το οποίο πρώτη η Σχολή της Δημόσιας Επιλογής εισήγαγε στην οικονομική επιστήμη, θα πρέπει να αντιμετωπίζουμε τον μηχανισμό λήψης των κάθε είδους κυβερνητικών αποφάσεων. Και θα πρέπει να προχωρήσουμε ακόμη περισσότερο. Όπως οι οικονομολόγοι περιγράφουν τα οικονομικά κίνητρα των διαφόρων παραγόντων στη λειτουργία της αγοράς θα πρέπει αντιστοίχως να αναζητήσουμε τα κίνητρα των φορέων του κράτους, των πολιτικών δηλαδή που νομοθετούν, των δημοσίων υπαλλήλων που υλοποιούν τις αποφάσεις, των ειδικών συμφερόντων τα οποία επωφελούνται από την ύπαρξη ενός δημοσίου φορέα και των καταναλωτών των δημοσίων υπηρεσιών. Να αντιμετωπίσουμε το κράτος ως μηχανικό σύστημα που μπορεί να παρομοιαστεί με μια αγορά.
Παρ’ όλες όμως τις ομοιότητες το κράτος διαφέρει σημαντικά από την αγορά. Η σημαντικότερη ίσως διαφορά είναι η εξής: ενώ οι παραγωγοί στην αγορά επιδιώκουν να μεγιστοποιήσουν το ατομικό τους συμφέρον εξυπηρετώντας με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα του καταναλωτή, του οποίου την εύνοια επιδιώκουν με κάθε τρόπο, στην περίπτωση του κράτους οι δημόσιοι υπάλληλοι σκοπεύουν ακριβώς το ίδιο αυξάνοντας τον προϋπολογισμό της υπηρεσίας στην οποία εργάζονται ανεξάρτητα από την ποιότητα των παρεχόμενων στους πολίτες δημοσίων υπηρεσιών. Πολλές φορές μάλιστα η χαμηλή ποιότητα των δημοσίων υπηρεσιών είναι το πρόσχημα για αιτήματα περαιτέρω αύξησης του προϋπολογισμού ή αλλιώς για μεγαλύτερη αφαίμαξη των φορολογουμένων.

Κάποιοι από τους αναγνώστες μπορεί να σκεφτούν: «αυτός ο άνθρωπος απεχθάνεται το κράτος». Κάτι τέτοιο δεν είναι ακριβές. Συμφωνούμε, για παράδειγμα, ότι το φυσικό αέριο είναι μια πολύ χρήσιμη ύλη για τη θέρμανση των σπιτιών, την κίνηση των οχημάτων και των μηχανών της βιομηχανίας. Παρ’ όλα αυτά, υποθέτω, ότι κανένας δεν θα ήθελε να εισπνέει φυσικό αέριο. Το φυσικό αέριο είναι χρήσιμο για ορισμένες περιπτώσεις και επικίνδυνο σε άλλες. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για το κράτος.

* Δημοσιεύθηκε στο Φιλελεύθερο στις 3 Μαΐου 2019.

Οι δύο κανόνες

                              Από τα διδάγματα της ιστορίας μπορούμε να κατανοήσουμε τη σημασία που έχουν τα καλά δημόσια οικονομικά για την...