Κυριακή, 9 Ιουνίου 2019

Το Α-Β της ανάπτυξης*

Η επιβράδυνση της ανάπτυξης στο 1,3% του ΑΕΠ σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοίνωσε η ΕΛΣΤΑΤ είναι ένα καμπανάκι κινδύνου για την ελληνική οικονομία. O ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας πέρα από το ύψος του δημοσίου χρέους είναι από τους παράγοντες που καθορίζουν τη βιωσιμότητά του. Με τα σημερινά δεδομένα και παρά τις προσδοκίες που δημιουργήθηκαν στις διεθνείς αγορές για την επικείμενη νίκη της Νέας Δημοκρατίας στις προσεχείς εθνικές εκλογές το επιτόκιο δανεισμού για τα δεκαετή ομόλογα κινείται περίπου στο 3%. Η διαφορά μεταξύ του επιτοκίου δανεισμού και του ρυθμού ανάπτυξης καθορίζει σε μεγάλο βαθμό και το ύψος του πρωτογενούς πλεονάσματος. Για να γίνει σαφές στους αναγνώστες, εάν η χώρα μετά τη νίκη του Κυριάκου Μητσοτάκη καταφέρει να δανειστεί με χαμηλό επιτόκιο στις αγορές, ει δυνατόν χαμηλότερο από τον ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας, τότε θα δοθεί η δυνατότητα για σημαντικές φορολογικές μεταρρυθμίσεις πέραν των όσων ήδη έχουν εξαγγελθεί από τον πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας. Η εμπιστοσύνη των αγορών με αναβάθμιση της επενδυτικής βαθμίδας της χώρας θα είναι το ισχυρότερο διαπραγματευτικό όπλο του Κυριάκου Μητσοτάκη με τους Θεσμούς. Η εμπιστοσύνη των αγορών όμως κερδίζεται δύσκολα και χάνεται πολύ εύκολα. Οι αγορές δεν δανείζουν μόνο αλλά επιπρόσθετα επενδύουν στις χώρες εκείνες που προσδοκούν καλές αποδόσεις των κεφαλαίων τους. Σε μεγάλο βαθμό το ένα επηρεάζει το άλλο. Οι αγορές επίσης μελετούν πολύ προσεκτικά τι συμβαίνει στην Ελλάδα και πόσο φιλικό είναι το περιβάλλον εδώ για τις άμεσες ξένες επενδύσεις. Από όλες ανεξαιρέτως λοιπόν τις εκθέσεις των διεθνών οργανισμών προκύπτει το θλιβερό συμπέρασμα ότι δεν είμαστε ως χώρα ελκυστικός επενδυτικός προορισμός.
Οι κύριες αιτίες που διώχνουν τις επενδύσεις και μας καθιστούν αρνητικούς πρωταθλητές στον τομέα αυτό είναι: α) η υψηλή φορολογία, β) η πολυπλοκότητα του φορολογικού συστήματος, γ) η υπερ-ρυθμισμένη αγορά εργασίας, δ) η γραφειοκρατία και συνακόλουθα η πολυνομία.
Πώς επιδρούν οι παραπάνω παράγοντες αρνητικά σε μια επένδυση; Πρώτον, με την υψηλή φορολογική και ασφαλιστική επιβάρυνση και τις υπερβολικές ρυθμίσεις στην εργατική νομοθεσία μειώνεται η απόδοση της επένδυσης. Δεύτερον, οι ατέρμονες γραφειοκρατικές ρυθμίσεις, η πολυνομία, η πολυπλοκότητα του θεσμικού πλαισίου οδηγούν σε καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης και αυξάνουν το ρίσκο και την αβεβαιότητα μιας επένδυσης.

Δεν υπάρχει άλλη λύση από τον δραστικό περιορισμό της φορολογίας, τη μείωση της γραφειοκρατίας και της πολυνομίας, την απελευθέρωση της αγοράς εργασίας από ψευδοπροστατευτικές ρυθμίσεις και τον περιορισμό του υπερτροφικού και εξ αυτού του λόγου αναποτελεσματικού κράτους. Με μέτρα φιλελεύθερης λογικής, τα οποία προϋποθέτουν πολιτικό θάρρος, η χώρα μπορεί γρήγορα να οδηγηθεί σε πρωτόγνωρους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης που θα διευκολύνουν τον δανεισμό της με ευνοϊκά επιτόκια, θα αποκαταστήσουν την αξιοπιστία της στις διεθνείς αγορές και θα την καταστήσουν επιλέξιμη επενδυτικά χώρα.

* Δημοσιεύθηκε στα ΝΕΑ στις 8 Ιουνίου 2019.

Επιδόματα δουλείας και αναξιοπρέπειας*

Η κυβέρνηση της Αριστεράς προκειμένου να μετριάσει την έκταση της επερχόμενης εκλογικής ήττας της μοιράζει αφειδώς επιδόματα. Τα χρήματα προέρχονται από την υπερφορολόγηση της ολοένα και περισσότερο συρρικνούμενης παραγωγικής οικονομίας. Η πολιτική της κυβέρνησης μπορεί να συνοψισθεί στη φράση «ό,τι παράγει το φορολογούμε. Εάν εξακολουθεί να παράγει, το φορολογούμε περισσότερο. Εάν παύσει να παράγει, το επιδοτούμε».
Η κυβέρνηση, απολύτως συνεπής με τις ιδεολογικές αρχές της, επιδιώκει την «απαλλοτρίωση» των αποτελεσμάτων της παραγωγής. Όμως τα διαρκώς αυξανόμενα προγράμματα κρατικής «πρόνοιας» -σε συνδυασμό με τις ατέρμονες γραφειοκρατικές διαδικασίες και την ακατάσχετη πολυνομία- δεν στοχεύουν στην κοινωνική συνοχή, η οποία άλλωστε μόνο μέσω του μηχανισμού της ελεύθερης οικονομίας μπορεί να προκύψει, αλλά στην κοινωνική «συνενοχή», όπου λίγο - πολύ όλοι θα εξαρτώνται για να επιβιώσουν από το μεγάλο κράτος-«πατερούλη» με τα λεφτά των άλλων.
Η νέα κοινωνική «συνενοχή» του ΣΥΡΙΖΑ υπονομεύει στην ουσία την κοινωνική συνοχή, καθώς το βαρύ κόστος της διατήρησης των ωφελημάτων όσων λαμβάνουν κρατικές παροχές χρηματοδοτείται από τους φόρους και κατ' ουσίαν επιρρίπτεται στην πραγματική οικονομία, δηλαδή στους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα, στις επιχειρήσεις, στους ανέργους και κυρίως στους νέους. Μακροπρόθεσμα βλάπτει περισσότερο όσους υποτίθεται ότι ωφελεί.
H πολιτική των επιδομάτων τάχα για την αντιμετώπιση της φτώχειας, όπως διδάσκονται οι πρωτοετείς φοιτητές των οικονομικών σχολών, έχει και μια ακόμη, άκρως καταστρεπτική συνέπεια: αυξάνει αντί να μειώνει τη φτώχεια, όπως ακριβώς η επιδότηση της παραγωγής ενός προϊόντος αυξάνει την ποσότητα αυτού του παραγόμενου είδους.
Είναι λοιπόν καιρός να συνειδητοποιήσουμε ότι το κράτος δεν μπορεί με επιδοματικές πολιτικές να επιλύσει το πρόβλημα της φτώχειας. Το κράτος μετατρέπει τη φιλανθρωπία από αρετή σε δουλεία. Σκοπός του είναι η διαιώνιση της φτώχειας ώστε να διατηρεί όλο και περισσότερους πολίτες απόλυτα εξαρτημένους από αυτό. Επιδιώκει ακόμη συνειδητά να αμβλύνει το αίσθημα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, καθώς κανένας αξιοπρεπής άνθρωπος δεν θα δεχόταν να εξαρτάται για πάντα από τη βοήθεια κάποιου.
Για σκεφτείτε, πριν από είκοσι πέντε αιώνες ο Περικλής καυχιόταν ότι η Αθηναϊκή Δημοκρατία δεν θεωρούσε ντροπή να είναι κάποιος φτωχός, ντροπή ήταν να μην προσπαθεί με την εργασία του να ξεφύγει από τη φτώχεια του (« (...) καὶ τὸ πένεσθαι οὐχ ὁμολογεῖν τινὶ αἰσχρόν, ἀλλὰ μὴ διαφεύγειν ἔργῳ αἴσχιον»).
Στο ίδιο μήκος, πριν από εννέα αιώνες, και ο Μωυσής Μαϊμωνίδης, ένας από τους διαπρεπέστερους Εβραίους φιλοσόφους της Ιστορίας δίδασκε ότι στη φιλανθρωπία υπάρχουν πάντοτε δύο μέρη, ο ευεργέτης και ο ευεργετούμενος. Ο πρώτος πρέπει να έχει σκοπό να δώσει τη δυνατότητα στον αποδέκτη της παροχής να γίνει αυτάρκης και ο δεύτερος αξιοπρέπεια. Σκοπός της φιλανθρωπίας θα πρέπει να είναι πάντοτε η ανεξαρτησία του ευεργετούμενου.
Η αποτελεσματική καταπολέμηση του προβλήματος της ανθρώπινης δυστυχίας είναι να δοθεί η δυνατότητα στους ανθρώπους να πατήσουν πιο γερά στα πόδια τους χωρίς την παρέμβαση του κράτους, την ανελευθερία και τις εξαρτήσεις που αυτό δημιουργεί. Αυτό ακριβώς σημαίνει να είσαι ελεύθερος άνθρωπος, να αγωνίζεσαι, να κατακτάς την επιτυχία, να αποτυγχάνεις, να μην εγκαταλείπεις, να σηκώνεσαι και να προσπαθείς ξανά.

*Δημοσιεύθηκε στο Φιλελεύθερο στις 15 Μαρτίου 2019.

ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ: Η πιο φορομπηχτική κυβέρνηση*

Η κυβέρνηση εξήγγειλε περιορισμένης έκτασης προεκλογικές μειώσεις κάποιων από τους φόρους που προηγουμένως η ίδια είχε επιβάλει τα προηγούμενα χρόνια με τα γνωστά καταστροφικά αποτελέσματα για την οικονομία. Ο υπουργός Οικονομικών μάλιστα σε πρόσφατη συνέντευξή του στην Κύπρο υποστήριξε ότι η κυβέρνηση είναι η πιο αξιόπιστη για να επιτύχει μείωση των φόρων... Να επισημάνω βεβαίως και το παράδοξο, ότι το να μιλάει στην Κύπρο ένας αριστερός υπουργός Οικονομικών για μείωση των φόρων μοιάζει σαν ένας Αφρικανός να δίνει συμβουλές σε Εσκιμώους για το πώς θα κτίσουν ένα ιγκλού.
Επί της ουσίας της δήλωσης Τσακαλώτου επισημαίνω πως τα στοιχεία που δημοσιοποίησε προχθές το Ινστιτούτο Δημοσιονομικών Μελετών αποδεικνύουν ότι η παρούσα κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ υπήρξε μακράν η πιο φορομπηχτική κυβέρνηση από ιδρύσεως του ελληνικού κράτους. Συγκεκριμένα, από τη βάση δεδομένων του ΟΟΣΑ προκύπτει ότι η συνολική φορολογική επιβάρυνση αυξήθηκε την περίοδο διακυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ σχεδόν κατά 13% (από 35,7% το 2014 σε 40,2% το 2018). Η χώρα κατατάσσεται στις πρώτες θέσεις των κρατών με υψηλή φορολογία.
Ας δούμε, ενδεικτικά, τα στοιχεία ανά κατηγορία φόρου από το 2015:
Φόρος Προστιθέμενης Αξίας
Με τον Ν. 4334/2015 από 20 Ιουλίου 2015 ένα μεγάλο μέρος αγαθών και υπηρεσιών μεταφέρθηκαν από τον μειωμένο συντελεστή ΦΠΑ (13%) στον κανονικό συντελεστή ΦΠΑ (23%). Επίσης, όλες οι υπηρεσίες εστίασης μεταφέρθηκαν στον κανονικό συντελεστή ΦΠΑ. Από την 1η Οκτωβρίου 2015 καταργήθηκε η μείωση κατά 30% των συντελεστών ΦΠΑ στα νησιά του Αιγαίου.
Από την 1η Ιουνίου 2016 (Ν. 4389/2016) ο συντελεστής ΦΠΑ αυξήθηκε από 23% σε 24%.
Φόρος Ασφαλίστρων
Με τον Ν. 4334/2015, ο φόρος ασφαλίστρων όλων των κλάδων ασφάλισης (με εξαίρεση τον κλάδο πυρός και ζωής) αυξήθηκε από 10% σε 15%.
Τέλη συνδρομητικής τηλεόρασης και τηλεφωνίας
Με τον Ν. 4389/2016 από 1η Ιουνίου 2016 επιβλήθηκε αναλογικό τέλος υπέρ του Δημοσίου το οποίο βαρύνει τους συνδρομητές των επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών συνδρομητικής τηλεόρασης. Το τέλος ανέρχεται στο 10% του συνολικού μηνιαίου λογαριασμού του συνδρομητή.
Με τον ίδιο νόμο από την 1η Ιανουαρίου 2017 επιβλήθηκε αναλογικό τέλος υπέρ του Δημοσίου, με την ονομασία «τέλος συνδρομητών σταθερής τηλεφωνίας», το οποίο βαρύνει τους συνδρομητές των επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών σταθερής τηλεφωνίας. Το τέλος ανέρχεται στο 5% του συνολικού μηνιαίου λογαριασμού του συνδρομητή.
Ειδικοί φόροι κατανάλωσης
Με τον ίδιο νόμο 4389/2016 τροποποιήθηκε ο εθνικός τελωνειακός κώδικας με την επιβολή πολλών νέων και την αύξηση υφιστάμενων ειδικών φόρων κατανάλωσης από 1/1/2017. Ενδεικτικά αναφέρω τη φορολογία στα υγρά αναπλήρωσης των ηλεκτρονικών τσιγάρων, στα προϊόντα του καφέ, στο πετρέλαιο εσωτερικής καύσης κινητήρων για τη γεωργία, στα τσιγάρα και λοιπά προϊόντα καπνού, στη βενζίνη χωρίς μόλυβδο, στο πετρέλαιο εσωτερικής καύσης, στο φωτιστικό πετρέλαιο, στο βιοντίζελ κ.λπ.
Φορολογία εισοδήματος
Με τον Ν. 4334/15 η φορολογία των επιχειρήσεων από 26% αυξήθηκε σε 29%. Ομοίως αυξήθηκε και η προκαταβολή φόρου από 80% σε 100%.
Στη φορολογία των φυσικών προσώπων ο αριθμός των συντελεστών αυξήθηκε από τρεις σε τέσσερις, με τον ανώτατο συντελεστή να αυξάνεται από 42% στο 45% και να επιβάλλεται πλέον σε εισόδημα μεγαλύτερο των 40.000 ευρώ.

Συνεπώς, ΣΥΡΙΖΑ και υψηλή φορολογία είναι έννοιες ταυτόσημες.

* Δημοσιεύθηκε στο Φιλελεύθερο στις 18 Μαΐου 2019

Κράτος εκεί που πρέπει*

Στον μαρκήσιο Ντ’ Αρζανσόν αποδίδεται η φράση: «Το καλύτερο κράτος είναι εκείνο που δεν κυβερνά». Η διαπίστωση αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί κάπως ακραία καθώς γνωρίζουμε καλά από την οικονομική επιστήμη ότι το κράτος είναι επιφορτισμένο με λειτουργίες που δεν μπορεί να κάνει η αγορά, όπως λ.χ. η προστασία των πολιτών από εγκληματικές ενέργειες ή η άμυνα της χώρας.
Επίσης οι περισσότεροι σύγχρονοι φιλελεύθεροι οικονομολόγοι συμφωνούν ότι και η αγορά παρουσιάζει κάποιες ατέλειες και η ελεύθερη λειτουργία των μηχανισμών της δεν έχει πάντοτε τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα.
Στην οικονομία της αγοράς λοιπόν το κράτος, ως ένας συνεταιρισμός ελεύθερων ατόμων θα πρέπει να προστατεύει τη λειτουργία της οικονομίας από εγκληματικές και αδικοπρακτικές συμπεριφορές και να διορθώνει τις ατέλειες των μηχανισμών της αγοράς. Εκείνο, ωστόσο, που πρέπει κανείς να συνειδητοποιεί πριν συναινέσει σε κάποια κρατική ρύθμιση είναι ότι μπορεί η αγορά να παρουσιάζει κάποιες ατέλειες αλλά το κράτος είναι ένας περισσότερο ατελής μηχανισμός στην κατανομή των πόρων, και τις περισσότερες φορές οι δυσμενείς επιπτώσεις των παρεμβάσεών του στοιχίζουν ακριβά στα άτομα και την οικονομία. Σημαντικό λοιπόν είναι πριν υιοθετήσουμε μια κρατική παρέμβαση να αντιστρέψουμε το βάρος της απόδειξης προς τους εισηγητές της. Να κληθούν να μας πείσουν δηλαδή ότι το κράτος δεν θα δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα από όσα επιχειρεί να λύσει.
Υπό το πρίσμα αυτό, το οποίο πρώτη η Σχολή της Δημόσιας Επιλογής εισήγαγε στην οικονομική επιστήμη, θα πρέπει να αντιμετωπίζουμε τον μηχανισμό λήψης των κάθε είδους κυβερνητικών αποφάσεων. Και θα πρέπει να προχωρήσουμε ακόμη περισσότερο. Όπως οι οικονομολόγοι περιγράφουν τα οικονομικά κίνητρα των διαφόρων παραγόντων στη λειτουργία της αγοράς θα πρέπει αντιστοίχως να αναζητήσουμε τα κίνητρα των φορέων του κράτους, των πολιτικών δηλαδή που νομοθετούν, των δημοσίων υπαλλήλων που υλοποιούν τις αποφάσεις, των ειδικών συμφερόντων τα οποία επωφελούνται από την ύπαρξη ενός δημοσίου φορέα και των καταναλωτών των δημοσίων υπηρεσιών. Να αντιμετωπίσουμε το κράτος ως μηχανικό σύστημα που μπορεί να παρομοιαστεί με μια αγορά.
Παρ’ όλες όμως τις ομοιότητες το κράτος διαφέρει σημαντικά από την αγορά. Η σημαντικότερη ίσως διαφορά είναι η εξής: ενώ οι παραγωγοί στην αγορά επιδιώκουν να μεγιστοποιήσουν το ατομικό τους συμφέρον εξυπηρετώντας με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα του καταναλωτή, του οποίου την εύνοια επιδιώκουν με κάθε τρόπο, στην περίπτωση του κράτους οι δημόσιοι υπάλληλοι σκοπεύουν ακριβώς το ίδιο αυξάνοντας τον προϋπολογισμό της υπηρεσίας στην οποία εργάζονται ανεξάρτητα από την ποιότητα των παρεχόμενων στους πολίτες δημοσίων υπηρεσιών. Πολλές φορές μάλιστα η χαμηλή ποιότητα των δημοσίων υπηρεσιών είναι το πρόσχημα για αιτήματα περαιτέρω αύξησης του προϋπολογισμού ή αλλιώς για μεγαλύτερη αφαίμαξη των φορολογουμένων.

Κάποιοι από τους αναγνώστες μπορεί να σκεφτούν: «αυτός ο άνθρωπος απεχθάνεται το κράτος». Κάτι τέτοιο δεν είναι ακριβές. Συμφωνούμε, για παράδειγμα, ότι το φυσικό αέριο είναι μια πολύ χρήσιμη ύλη για τη θέρμανση των σπιτιών, την κίνηση των οχημάτων και των μηχανών της βιομηχανίας. Παρ’ όλα αυτά, υποθέτω, ότι κανένας δεν θα ήθελε να εισπνέει φυσικό αέριο. Το φυσικό αέριο είναι χρήσιμο για ορισμένες περιπτώσεις και επικίνδυνο σε άλλες. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για το κράτος.

* Δημοσιεύθηκε στο Φιλελεύθερο στις 3 Μαΐου 2019.

Το Α-Β της ανάπτυξης*

Η επιβράδυνση της ανάπτυξης στο 1,3% του ΑΕΠ σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοίνωσε η ΕΛΣΤΑΤ είναι ένα καμπανάκι κινδύνου για την ελληνική ...