Παρασκευή, 13 Απριλίου 2018

Η μόνη αταξική κοινωνία είναι η αστική*

Πολλοί υπουργοί της σημερινής κυβέρνησης της Αριστεράς έχουν δηλώσει ότι ακολουθούν «ταξική» πολιτική. Αυτή συνίσταται κατ’ αυτούς σε πολιτικές αναδιανομής μέσω των πάσης φύσεως φόρων και ασφαλιστικών εισφορών εις βάρος των ευπορότερων και υπέρ των απορότερων κοινωνικών ομάδων. Στην ανάλυση και στη θεωρία της Αριστεράς αταξική κοινωνία είναι μόνο η μελλοντική κομμουνιστική κοινωνία. Η άποψη αυτή αγνοεί την πραγματικότητα, τα διδάγματα της ιστορικής εξέλιξης και είναι απολύτως εσφαλμένη.
Στην ιστορία κοινωνικές τάξεις υπήρξαν οι δουλοπάροικοι, οι αγρότες, οι άρχοντες και οι ευγενείς. Όσοι κληρονομούσαν την κοινωνική τους θέση και δεν ήταν κατά κανόνα δυνατόν να την αλλάξουν. Δεν ισχύει το ίδιο με τους αστούς. Στην περίπτωση των αστών καμία σημασία δεν έχει η καταγωγή σου, ποιοι ήταν οι γονείς σου. Σημασία έχει ποιος είσαι εσύ.
Σε μια ελεύθερη και όχι προστατευμένη οικονομία οι έμποροι και οι βιομήχανοι δεν αποτελούν κληρονομική τάξη. Μπορεί να γεννήθηκες γιος εμπόρου, βιοτέχνη ή βιομηχάνου, αλλά εάν δεν είσαι επινοητικός, ικανός, διορατικός και εργατικός δεν πρόκειται να διατηρήσεις για πολύ όσα κληρονόμησες από την οικογένειά σου. Στις ανοιχτές οικονομίες η ιστορία διδάσκει πως είσαι ό,τι καταφέρνεις με τις δυνάμεις σου ή τουλάχιστον ό,τι κατορθώνεις να διατηρήσεις. Αυτό που μετράει είναι η προσωπική ικανότητα, το ανθρώπινο κεφάλαιο και η εργατικότητα.
Η αστική επανάσταση υπήρξε στην πραγματικότητα η απελευθέρωση της ανθρωπότητας από την κληρονομική ακινησία των πάσης φύσεως καστών και τάξεων. Προσοχή, η απελευθέρωση και όχι η εξολόθρευση. Απελευθερώνοντας τις δημιουργικές δυνατότητες του ανθρώπου και ποντάροντας στο άτομο και την κοινωνική του ανέλιξη, η ελεύθερη οικονομία άμβλυνε όλες τις κληρονομικές κοινωνικές διακρίσεις και επέτρεψε την κοινωνική κινητικότητα. Αυτός είναι και ο λόγος που μολονότι το μήνυμα της κομμουνιστικής ιδεολογίας ήταν το πιο «εύπεπτο» μήνυμα στην ιστορία της προπαγάνδας εντούτοις δεν κατάφερε να κυριαρχήσει. Οι αστοί, ως αταξική δύναμη προσέφεραν στα πιο αδύναμα κοινωνικά στρώματα, στους εργαζόμενους, στους φτωχούς και στους απόκληρους ελκυστικότερα πρότυπα κοινωνικής ανόδου και ευημερίας. Οι «προλετάριοι» της γης συνειδητοποίησαν ότι η πρόοδός τους μπορεί να επιτευχθεί μόνο με περισσότερη ελευθερία και όχι με παραίτηση από αυτή για τη μελλοντική μεταφυσική «ελευθερία» της κομμουνιστικής κοινωνίας. Μια τέτοια παραίτηση είναι θυσία χωρίς αντίκρισμα τουλάχιστον στην παρούσα ζωή.
Οι αστοί λοιπόν δεν είναι τάξη, όπως εσφαλμένα πιστεύουν οι υπουργοί της κυβέρνησης. Οι τάξεις έχουν ήδη καταργηθεί από την εποχή του Διαφωτισμού και της βιομηχανικής επανάστασης. Με την επικράτηση των φιλελεύθερων ιδεών και την προσήλωση στην ελευθερία του ατόμου.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η ελεύθερη και ανοιχτή κοινωνία είναι τέλειο σύστημα. Είναι προφανώς ατελές, αλλά είναι το μόνο που διαθέτει μηχανισμούς αυτοδιόρθωσης και προστασίας από την κοινωνική στασιμότητα, την οποία προσπαθούν να επιβάλλουν οι αριστερές πολιτικές καταργώντας τα κίνητρα της επιτυχίας, της δημιουργίας και της προόδου του ατόμου.

* Δημοσιεύθηκε στον Φιλελεύθερο στις 12 Απριλίου 2018.

Πολυνομία, στρεψονομία, κακονομία*

Ο κώδικας φορολογίας εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων θεσπίστηκε το 1994 και αντικαταστάθηκε από ένα νέο κώδικα το 2013. Κατά την εικοσαετή εφαρμογή του τροποποιήθηκε περίπου 250 φορές με άσχετες διατάξεις σε σχέση με το αντικείμενο του νόμου που ψηφιζόταν. Έχουμε και λέμε: 12,5 τροποποιήσεις το χρόνο. Στον αριθμό αυτό θα πρέπει να προσθέσουμε 580 ακόμη νομοθετήματα (υπουργικές αποφάσεις, ΠΟΛ, εγκυκλίους κ.λπ.) ή αλλιώς άλλα 29 ετησίως.
Ο νέος φορολογικός κώδικας δεν είχε καλύτερη τύχη. Ειδικότερα, από το 2014 μέχρι σήμερα ο βασικός φορολογικός νόμος της χώρας τροποποιήθηκε 24 φορές με διατάξεις κατά κανόνα άσχετες προς το κύριο αντικείμενο του νόμου (μόνο 6 τροποποιήσεις το χρόνο), ενώ η φάμπρικα της παντός είδους εφαρμοστικής νομοθεσίας απέδωσε άλλα 117 φορολογικά νομοθετήματα (29,25 ετησίως).
Τα παραπάνω αποδεικνύουν πρώτα και κύρια ότι η απαγόρευση της συνταγματικής διάταξης της παρ. 5 του άρθρου 74 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι τροπολογίες ή προσθήκες άσχετες με το κύριο αντικείμενο του νομοσχεδίου δεν εισάγονται για συζήτηση, παραμένει κατά κανόνα ανεφάρμοστη με ευθύνη δυστυχώς του ίδιου του συνταγματικού νομοθέτη. Διότι ο νομοθέτης φρόντισε σε άλλο εδάφιο της ίδιας παραγράφου να υπονομεύσει την απαγόρευση, προβλέποντας ότι σε περίπτωση αμφισβήτησης αποφαίνεται η Βουλή καθώς η σχετική κρίση αποτελεί εσωτερικό ζήτημα του νομοθετικού σώματος. Η κοινοβουλευτική ιστορία και πρακτική αποδεικνύουν όμως ότι η Βουλή δεν απορρίπτει άσχετες τροπολογίες υπουργών είτε διότι τα μέλη της δεν έχουν την εξοικείωση, τη γνώση ή τον χρόνο να τις αντιληφθούν είτε για λόγους –όσον αφορά την πλειοψηφία τουλάχιστον‒ κομματικής νομιμότητας. Ο ανεφάρμοστος κανόνας εφαρμόζεται μόνο όταν οι ίδιοι οι υπουργοί θέλουν να ξεφορτωθούν ανεπιθύμητες τροπολογίες ενοχλητικών βουλευτών. Δυστυχώς το ίδιο το Σύνταγμα κατά παράβαση της αρχής ότι όλοι οι νομικοί κανόνες είναι προσταγές και όχι ευχολόγια, μια εντελώς ξεκάθαρη απαγόρευση που θεσπίζεται με διάταξή του, με άλλη διάταξή του την υποβίβασε σε απλή ευχή ή έστω υπόδειξη προς τον κοινό νομοθέτη. Μια μελλοντική συνταγματική αναθεώρηση θα έπρεπε να αναγνωρίσει την παταγώδη αποτυχία του ελέγχου της εσωτερικής συνταγματικότητας ενός νόμου από τη Βουλή και να θέσει οριστικά τέρμα στο απαράδεκτο αυτό φαινόμενο αναθέτοντας τον έλεγχο της τυπικής ή εσωτερικής συνταγματικότητας μιας διάταξης νόμου στα δικαστήρια.
Η τακτική αυτή των άσχετων με το κύριο αντικείμενο ενός νόμου τροπολογιών συνιστούν ευθέως στρεψονομία και μαζί με την πολυνομία και την κακονομία οδηγούν αναπόφευκτα σε ανασφάλεια δικαίου. Μπορεί εύκολα να αντιληφθεί κανείς τις αρνητικές επιπτώσεις της ανασφάλειας δικαίου τόσο για το κράτος δικαίου όσο και για την οικονομία: Η έννομη τάξη διαταράσσεται, η ανομία αυξάνεται, το κύρος της νομοθετικής λειτουργίας καταρρακώνεται, η εμπιστοσύνη προς τον νόμο υποχωρεί, το ρίσκο της οικονομικής δραστηριότητας μεγαλώνει και όσοι επιθυμούν να επενδύσουν κάπου τα χρήματά τους, όπως δείχνουν οι έρευνες των διεθνών οργανισμών, ψάχνουν για ασφαλέστερα «λιμάνια».

* Δημοσιεύθηκε στον Φιλελεύθερο στις 6.4.2018


Η χελώνα «Δικαιοσύνη» βαρίδι για την οικονομία*

Από τα θεσμικά οικονομικά διδασκόμαστε ότι η ποιότητα των διαφόρων θεσμών έχει επιπτώσεις στην ποιότητα της οικονομίας. Αποτελεσματικοί θεσμοί βοηθούν την οικονομία να αναπτυχθεί ενώ προβληματικοί θεσμοί οδηγούν σε ύφεση. Αυτό είναι απολύτως εξηγήσιμο, δεδομένου ότι οι θεσμοί διαμορφώνουν κατά τρόπο θετικό ή αρνητικό τα κίνητρα της ανθρώπινης δραστηριότητας. Επιπλέον η εύρυθμη και σταθερή λειτουργία των θεσμών μειώνει το ρίσκο και την αβεβαιότητα των επιχειρηματικών αποφάσεων παρέχοντας στον επίδοξο επενδυτή ακριβή εικόνα του επενδυτικού περιβάλλοντος.
Η παραπάνω διαπίστωση ισχύει κατεξοχήν για τον θεσμό της Δικαιοσύνης. Κατά τον Θέογνι από τα Μέγαρα που έζησε τον 6ο π.Χ. αιώνα «εν δε δικαιοσύνη συλλήβδην πάσ’ αρετή έστιν» (σε ελεύθερη μετάφραση «στη Δικαιοσύνη περιλαμβάνεται και οποιαδήποτε άλλη αρετή»).
Ας δούμε λοιπόν πώς επηρεάζει η κατάσταση της Ελληνικής Δικαιοσύνης ευθέως την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας:
Στο κεφάλαιο της αποτελεσματικότητας και της ταχύτητας απονομής της δικαιοσύνης στον σχετικό Δείκτη ανταγωνιστικότητας του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ η Ελλάδα κατατάσσεται για το 2017 στην 133η θέση μεταξύ 137 χωρών.
Σε αντίστοιχη μελέτη της Παγκόσμιας Τράπεζας η Ελλάδα στον ίδιο τομέα καταλαμβάνει την 186η θέση μεταξύ 190 χωρών.
Τα συμπεράσματα των εκθέσεων και των μελετών των διεθνών οργανισμών ενισχύονται από τα στοιχεία που δημοσιεύουν οι ελληνικές δικαστικές ενώσεις. Σύμφωνα με αυτά οι εκκρεμείς στα δικαστήρια υποθέσεις αγγίζουν σήμερα τις 600.000. Στα διοικητικά δικαστήρια, οι υποθέσεις που εκκρεμούν ανέρχονται περίπου στις 260.000. Στα φορολογικά δικαστήρια εκκρεμούν πάνω από 70.000 υποθέσεις σε πρώτο βαθμό και πάνω από 14.000 στο Εφετείο.
Σύμφωνα με την έκθεση doingbusiness.org της Παγκόσμιας Τράπεζας το 2017 στην Ελλάδα μέχρι την έκδοση αποφάσεως από τα δικαστήρια του πρώτου βαθμού απαιτούνται 1.580 μέρες (δηλαδή περισσότερα από τέσσερα χρόνια), μοναδική επίδοση, που φέρνει τη χώρα μας μακράν στη χειρότερη θέση ανάμεσα σε όλες ανεξαιρέτως τις χώρες εκτός από το Σουρινάμ και το Μπαγκλαντές. Εάν πάντως κάποιος θέλει να επενδύσει τα λεφτά του στο Σουρινάμ θα πρέπει να γνωρίζει ότι στην Ελλάδα οι αποφάσεις εκδίδονται δύο μήνες νωρίτερα… Μόνο για τις καθυστερήσεις στην απονομή δικαιοσύνης η χώρα μας έχει το εξευτελιστικό «προνόμιο» να κατέχει πανευρωπαϊκά και με διαφορά την πρώτη θέση μεταξύ όλων των άλλων ευρωπαϊκών κρατών σε καταδίκες, ενώ για τον λόγο αυτό μάς έχουν επιβληθεί πρόστιμα εκατομμυρίων ευρώ, τα οποία πληρώνουν οι φορολογούμενοι.
Ειδικότερα, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει κρίνει ότι η καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης παραβιάζει ευθέως το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, το οποίο προβλέπει επί λέξει ότι «Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας».

Ο διορατικός Ελευθέριος Βενιζέλος χωρίς να γνωρίζει καμία από τις παραπάνω εκθέσεις είχε εδώ και εκατό χρόνια επισημάνει κατηγορηματικά, ότι σημαντικότερη ακόμη κι από την ορθή απονομή της δικαιοσύνης είναι η ταχύτητα στην απονομή της δικαιοσύνης.

*Δημοσιεύθηκε στον Φιλελεύθερο στις 2.4.2018

Συνεντεύξεις για εκπαιδευτικά θέματα

Δύο συνεντεύξεις σχετικές  τα συμπεράσματα της μελέτης του  ΚΕΦίΜ  "Παιδεία: Τι πληρώνουν οι Έλληνες;" H συνέντευξή μου στις ...