Πέμπτη, 23 Απριλίου 2015

Συγκυβέρνηση φοροφαγάδων και χρεωκοπίας*


Η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έχει οδηγήσει την οικονομία σε παράλυση και ασφυξία. Η ανεργία διογκώνεται και οι επιχειρήσεις κλείνουν η μια μετά την άλλη. Η θρασύτητα των εθνολαϊκιστών των κυβερνώντων άκρων δεν περιγράφεται. Διαστρέφουν πλήρως την πραγματικότητα και λένε χονδοειδέστατα ψέματα για να καλύψουν την ανικανότητά τους και την ανήκεστη ζημία που προκαλούν.
Η κυβέρνηση Τσίπρα για ογδόντα ημέρες καμώνεται πως διαπραγματεύεται τάχα με τους δανειστές μας, ενώ όποιος ενημερώνεται στοιχειωδώς από τα ξένα μέσα ενημέρωσης καταλαβαίνει εύκολα ότι «διαπραγματεύεται» με …ανεμόμυλους. Το μόνο που ενδιαφέρει την κυβέρνηση Τσίπρα είναι ο λαϊκιστικός επικοινωνιακός χειρισμός της επερχόμενης καταστροφής, για την οποία είναι αυτή η αποκλειστική υπεύθυνη.
Ο χαμένος χρόνος της φαρσοκωμωδίας της «διαπραγμάτευσης» σε συνδυασμό με τις αλλοπρόσαλλες κυβερνητικές εξαγγελίες είχε ως αποτέλεσμα να ματαιωθεί οποιαδήποτε επενδυτική κίνηση, να αυξηθεί η αβεβαιότητα των οικονομικών παραγόντων για τις προοπτικές της οικονομίας, να στερέψει από ρευστό το τραπεζικό σύστημα, να αποσταθεροποιηθούν οι τράπεζες, να χαθούν χιλιάδες θέσεις εργασίας στον ιδιωτικό τομέα, να μειωθούν περαιτέρω η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και ο δείκτης εμπιστοσύνης καταναλωτή, να υποβαθμιστεί από τους Οίκους Αξιολόγησης η οικονομία της χώρας και να καταρρεύσει πλήρως η ψυχολογία της αγοράς. Το σημαντικότερο, η κυβέρνηση Τσίπρα με τις παλινωδίες, τις αντιφάσεις, την κοροϊδία ή τις προσβολές προς τους εταίρους και την πεισματική άρνηση να αποδεχθεί την πραγματικότητα, απώλεσε το όποιο πολιτικό-διαπραγματευτικό κεφάλαιο διέθετε κατά το πρώτο διάστημα ανάληψης της εξουσίας και πλέον έχει περιθωριοποιηθεί εντελώς.
Βεβαίως στο εσωτερικό της χώρας η κυβέρνηση διατηρεί ακόμη κάποια απήχηση για τρεις κυρίως λόγους που συντρέχουν σωρευτικά:
α) Η ακατανόητη –πολιτικά– αγκίστρωση Σαμαρά στην ηγεσία της ΝΔ προσφέρει μείζον επικοινωνιακό πλεονέκτημα στην κυβέρνηση και συνάμα εμποδίζει όλες εκείνες τις πολιτικές εξελίξεις που θα μπορούσαν να κινητοποιήσουν τις διεργασίες στον χώρο της ευρωπαϊκής και μεταρρυθμιστικής αντιπολίτευσης συνολικά.
β) Δεν έχουν ακόμη επέλθει πλήρως οι καταστροφικές επιπτώσεις του άκρατου λαϊκισμού και της παροχολογίας της κυβέρνησης καθώς μεγάλα τμήματα του πληθυσμού αφελώς αναμένουν ότι η οικονομική τους θέση πρόκειται να βελτιωθεί. Οι ελπίδες τους θα αποδειχθούν φρούδες.
γ) Η κυβέρνηση έχει τον πλήρη έλεγχο της πολιτικής επικοινωνίας, κυρίως λόγω της απειλής που ασκεί στα μέσα μαζικής ενημέρωσης τόσο στο ζήτημα της αδειοδότησης όσο και στο ζήτημα του ελέγχου των οικονομικών τους στοιχείων. «Υπερόπλο» της κυβέρνησης στην τελευταία αυτή περίπτωση είναι το υπό κρατικό έλεγχο τραπεζικό σύστημα το οποίο έχει τη δυνατότητα ανά πάσα στιγμή με κυβερνητική εντολή να «τραβήξει το χαλί» στα όσα –κι είναι τα περισσότερα– υπερδανεισμένα ΜΜΕ.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο λοιπόν ακόμη και τα πλέον χοντροκομμένα κυβερνητικά ψέματα και οι μεγαλύτερες κυβερνητικές πομφόλυγες παρουσιάζονται από τα ΜΜΕ σαν αληθινά γεγονότα ή γεγονότα που αναμφίβολα πρόκειται εντός ολίγου να συμβούν. Τι κι αν διαψεύδονται αμέσως μετά πανηγυρικά οι κυβερνητικές βεβαιότητες. Ελάχιστοι είναι αυτοί που μαθαίνουν την αλήθεια, ενώ η μεγάλη πλειονότητα διατηρεί την ανάμνηση της ανακριβούς φήμης.
Θα δώσω δύο πρόσφατα παραδείγματα.
1. Η κυβέρνηση Τσίπρα για να καλύψει επικοινωνιακά τις απανωτές γκάφες στη «διαπραγμάτευση», για να αντιμετωπίσει τη συνεχώς διογκούμενη δυσαρέσκεια των συντελεστών της πραγματικής οικονομίας και για να δημιουργήσει ένα κλίμα τεχνητής αισιοδοξίας, διατυμπάνιζε από τη Μεγάλη Εβδομάδα δια του υπουργού ΠΑΠΕΝ ότι προσδοκά να λάβει ως προκαταβολή μελλοντικών κερδών από τη συμμετοχή της Ελλάδας στον αγωγό Turkish Stream το ποσό των 3 έως 5 δισ. δολαρίων! Ίσως μάλιστα και αμέσως μετά την υπογραφή του ελληνορωσικού μνημονίου για το φυσικό αέριο. Η προκαταβολή υποστήριζαν ότι θα αφορούσε το ελληνικό τμήμα του αγωγού Turkish Stream. Κι ενώ εύκολα μπορεί κάποιος να αντιληφθεί ότι η «πληροφορία» αυτή ξεπερνά ακόμη και τα πιο μεγάλα ψέματα του βαρόνου Μυνχάουζεν, τα ελληνικά ΜΜΕ (με εξαίρεση το capital.gr) από άγνοια ή/και σκοπιμότητα την αναπαρήγαγαν χωρίς έστω κάποια επιφύλαξη. Εάν  έμπαιναν βεβαίως στον κόπο να ενημερωθούν από τους άμεσα εμπλεκόμενους (Ρωσική κυβέρνηση, εκπροσώπους της Gazprom κ.ά.) θα διαπίστωναν το μέγεθος της κυβερνητικής παραπληροφόρησης. Χρειάστηκε να δημοσιευθούν οι δηλώσεις του CEO της Gazprom Αλεξέι Μίλερ και η κατηγορηματική διάψευση του εκπροσώπου του προέδρου Πούτιν για να περάσει στα ψιλά η είδηση ότι μάλλον προκαταβολή δεν θα μας δοθεί…
2. Καυχιέται ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομίας ότι τα έσοδα τον Μάρτιο ήταν κατά 1 δισ. ευρώ πάνω από το στόχο. Μόνο που η κυβέρνηση λησμονεί να ενημερώσει ότι η μεγαλύτερη εξοικονόμηση οφείλεται στο γεγονός ότι το Δημόσιο δεν πλήρωσε καμιά από τις υποχρεώσεις του σε ιδιώτες στην ελληνική αγορά. Ανεπίσημη εντολή πρέπει να έχει δοθεί στις ΔΟΥ –δεν εξηγείται αλλιώς δεδομένου ότι αποτελεί γενικευμένη πρακτική– να μην επιστρέψουν σε κανέναν φορολογούμενο όσα του οφείλει το Δημόσιο. Πρόκειται για καθαρή στάση πληρωμών του κράτους με θύματα τους πιστωτές του και τους πιστωτές αυτών. Και σαν να μην έφτανε η στάση πληρωμών, για να αυξήσει τα έσοδά του το κράτος-μπαταχτσής άρπαξε κι από το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων 178 εκατομμύρια ευρώ. Στραγγίζουν την οικονομία και περιμένουν ανάπτυξη; Ο καθένας μας εάν σταματήσει να πληρώνει τις υποχρεώσεις του θα έχει πλεόνασμα αλλά δεν θα καυχιέται γι’ αυτό κιόλας.

Το σημαντικότερο είναι ότι η κυβέρνηση Τσίπρα όλα αυτά δεν τα κάνει για να εξοφλήσει τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας μας και να πληρώσει μισθούς και συντάξεις. Η βασική της επιδίωξη είναι η χρηματοδότηση ενός νέου μεγάλου σκανδάλου διασπάθισης των χρημάτων των άλλων (δηλαδή των φορολογουμένων), να χρηματοδοτήσει τα συλλογικά ρουσφέτια των επαναπροσλήψεων κομματικών πελατών τους, δηλαδή των ελάχιστων απολύτως δικαιολογημένα απολυμένων δημοσίων υπαλλήλων. Γιατί για τους ανοργάνωτους σε κόμματα και συντεχνίες άνεργους του ιδιωτικού τομέα κανένας από την κυβέρνηση δεν ενδιαφέρεται. Έφθασαν μάλιστα στο σημείο να παρακάμπτουν και το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους και να νομοθετούν με κόστος «που κατεβάζει η κούτρα τους», κατά το κοινώς λεγόμενο, αλλά που ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Έτσι, για παράδειγμα, στο σχέδιο νόμου που τιτλοφορείται «Εκδημοκρατισμός της διοίκησης - καταπολέμηση γραφειοκρατίας και ηλεκτρονική διακυβέρνηση - αποκατάσταση αδικιών και άλλες διατάξεις» –είπαμε το ΣΥΡΙΖΑspeak εννοεί τα αντίθετα από όσα πομπωδώς διακηρύσσει– το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους με την από 6.4.2015 έκθεσή του δεν τους χαρίζεται και τους αδειάζει επισημαίνοντας επί λέξει: «Ειδικά όσον αφορά στην εφαρμογή των διατάξεων του Κεφαλαίου 4 για την επαναφορά προσωπικού στην υπηρεσία, το εκτιμώμενο κόστος θα ανέλθει στο ποσό των 72.000.000 ευρώ περίπου ετησίως, σύμφωνα με το επισπεύδον Υπουργείο». Στο προηγούμενο ρουσφετολογικό νομοσχέδιο που τιτλοφόρησαν για να ξεγελάσουν τους αφελείς «Για την καταπολέμηση της ανθρωπιστικής κρίσης», ενώ το επισπεύδον Υπουργείο εκτίμησε το κόστος μόλις στα 200 εκατ. Ευρώ, το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους το υπολόγισε υπερδιπλάσιο.
Αυτά τα λεφτά δυστυχώς δεν φυτρώνουν στις φιστικιές της Αίγινας, όπου ο πρωθυπουργός και ο υπουργός Οικονομικών περνούν τις διακοπές τους. Είναι ο κόπος και ο ιδρώτας των θυμάτων της κυβερνητικής θηριωδίας, δηλαδή της Ελλάδας που ακόμη –για πόσο δεν ξέρω– παράγει, των παραγωγών των φόρων, των ιδιωτικών υπαλλήλων, των ελεύθερων επαγγελματιών και των επιχειρήσεων. Κι αυτοί αργά ή γρήγορα θα αντιδράσουν.


* Δημοσιεύθηκε στις 22/4/2015 στον ιστότοπο http://www.capital.gr/News.asp?id=2285037

Στην Παιδεία βιώνουμε ήδη το Grexit*


Το πολυνομοσχέδιο που πρόσφατα έδωσε στη δημοσιότητα το Υπουργείο Παιδείας σηματοδοτεί μια σημαντική οπισθοχώρηση από τα λίγα δειλά βήματα προόδου που είχαν σημειωθεί τα προηγούμενα χρόνια και τα οποία επιχειρούσαν να συνδέσουν το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα με τα διεθνώς ισχύοντα. Με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις η χώρα εισέρχεται σε μια πορεία εκπαιδευτικού απομονωτισμού από τις διεθνείς εκπαιδευτικές εξελίξεις, ο οποίος αναμένεται να έχει μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα τραγικές συνέπειες για την ελληνική νεολαία.
Σε μια εποχή που όλες οι χώρες αναγνωρίζουν το εκπαιδευτικό τους σύστημα ως τον βασικό μοχλό δημιουργίας, ανάπτυξης και σχηματισμού ανθρώπινου κεφαλαίου, η συγκυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ υιοθετεί αποτυχημένες συνταγές του παρελθόντος ξεπληρώνοντας γραμμάτια στο παρασιτικό και πελατειακό σύστημα που την έφερε στην εξουσία. Έτσι, χωρίς καμιά διαβούλευση:
● Καταργεί το σύστημα αξιολόγησης των σχολείων και των εκπαιδευτικών όταν σήμερα δεν υπάρχει ούτε μία προηγμένη χώρα στον κόσμο χωρίς τέτοιο σύστημα.[i] Μάλιστα βασικό κριτήριο για την επιλογή των νέων περιφερειακών διευθυντών εκπαίδευσης τους οποίους διόρισε προ ημερών η κυβέρνηση, επιλέγοντας από την πλούσια δεξαμενή των επαγγελματιών συνδικαλιστών, αποτέλεσαν τα «πιστοποιητικά αντίστασης» στις προσπάθειες εισαγωγής συστημάτων αξιολόγησης τα προηγούμενα χρόνια. Η επιλογή αυτή αγνοεί επιδεικτικά την ανάγκη για διασφάλιση της ποιότητας της παρεχόμενης εκπαίδευσης.
● Καταργεί την τράπεζα θεμάτων στο Λύκειο, τοποθετώντας έτσι τη χώρα μας στη μικρή εκείνη μειονότητα των χωρών που ακόμα δεν έχουν εθνικό μηχανισμό εξετάσεων εκτός από τις εισαγωγικές εξετάσεις στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα.[ii] Με την κατάργηση αυτή πλέον εκλείπει ο μοναδικός βασικός μηχανισμός ελέγχου κάλυψης της ύλης των μαθημάτων σε όλα τα σχολεία της επικράτειας, προς μεγάλη ικανοποίηση των καταληψιών, των «κοπανατζήδων» και των «λουφαδόρων» καθηγητών.
● Επαναφέρει τη συμμετοχή των φοιτητών στις διαδικασίες εκλογής όλων των ακαδημαϊκών οργάνων, κάτι που με το ποσοστό που προτείνεται (70%) δεν ισχύει πλέον σε κανένα άλλο σύστημα ανώτατης εκπαίδευσης πουθενά στην υφήλιο.[iii]
● Επεκτείνει την κομματική συναλλαγή και στον χώρο του σχολείου αφού πλέον οι διευθυντές των σχολικών μονάδων θα εκλέγονται από τους υφισταμένους τους. Έτσι, στις περισσότερες περιπτώσεις θα εκλέγονται διευθυντές εκείνοι που υπόσχονται ή απλώς υπονοούν ένα χαλαρό εργασιακό πλαίσιο ή εκείνοι οι οποίοι απλώς φέρουν το χρίσμα του εκλεκτού του «κόμματος». Δεν ενδιαφέρει το Υπουργείο Παιδείας το πώς θα αντιμετωπίζει ο νέος διευθυντής αυτούς που τον ψήφισαν και αυτούς που τον καταψήφισαν;
● Πολύ περισσότερο δε που εν συνεχεία οι εκλεγμένοι διευθυντές θα ψηφίζουν για τον διευθυντή εκπαίδευσης της περιφέρειάς τους. Έτσι ο κύκλος της συναλλαγής θα ολοκληρώνεται: Ο διευθυντής εκπαίδευσης της περιφέρειας θα κάνει ρουσφέτια στους εκπαιδευτικούς για να ψηφίσουν τον εκλεκτό τους διευθυντή που μετά θα ψηφίζει τους ίδιους. Η φαιοκόκκινη κυβέρνηση Τσίπρα δημιουργεί ένα καφκικό κάθετο σύστημα αδυσώπητης συναλλαγής που δεν το συναντά κανείς πουθενά στον κόσμο.[iv] Μοναδικό ιστορικό προηγούμενο η Πορτογαλία την εποχή της «Επανάστασης των Γαριφάλων», όπου εφαρμόστηκε από την τότε επαναστατική κυβέρνηση παρόμοιο σύστημα, το οποίο απέτυχε παταγωδώς και εγκαταλείφθηκε από την ίδια κακήν-κακώς.
● Καταργεί τις ρυθμίσεις για το άσυλο, καθιστώντας ξανά το ελληνικό πανεπιστήμιο κέντρο απόλυτης ανομίας και παραβατικότητας. Δεν υπάρχει προηγούμενο πανεπιστημίου στον πολιτισμένο κόσμο που το κεντρικό του κτίριο να καταλαμβάνεται επί τρεις εβδομάδες από μια ομάδα 14 ατόμων και κυβερνητικοί βουλευτές να θεωρούν ως «κατάλυση του ασύλου» την αποκατάσταση της νομιμότητας. Κάποιοι θεωρούν ότι οι θαυμαστές του Παλαιοκώστα, του Κουφοντίνα και του Ξηρού δικαιούνται άσυλο στους χώρους που οι φορολογούμενοι πληρώνουν για να σπουδάζουν τα παιδιά τους.
● Τέλος, καταργεί ουσιαστικά και τυπικά τα πρότυπα σχολεία, ζήτημα για το οποίο είχαμε ασχοληθεί σε προηγούμενο άρθρο μας.[v]

Όλα τα παραπάνω δείχνουν ότι δυστυχώς η παιδεία έχει γίνει προνομιακός χώρος επίδειξης «αριστεροσύνης του τίποτα», η οποία εφαρμόζει καταδικασμένες συνταγές του παρελθόντος, επαναφέροντας το εκπαιδευτικό μας σύστημα σε καταστάσεις από τις οποίες με μεγάλο κόπο απαλλαχθήκαμε μερικώς τα τελευταία χρόνια. Το χειρότερο όμως είναι πως σταδιακά το ήδη προβληματικό εκπαιδευτικό μας σύστημα αποκλίνει όλο και περισσότερο από τα στάνταρντ των προηγμένων εκπαιδευτικών συστημάτων του κόσμου. Έτσι οι νέοι Έλληνες θα χάνουν ολοένα και περισσότερο έδαφος στον παγκοσμιοποιημένο πλέον ανταγωνισμό.
Στην παιδεία η χώρα βιώνει ήδη ένα Grexit, το οποίο ίσως είναι για τη χώρα περισσότερο οδυνηρό και επώδυνο σε βάθος χρόνου από το επαπειλούμενο Grexit της οικονομίας. Μήπως πρέπει να εγκαταλείψουμε τη θαλπωρή του καναπέ μας και να αντισταθούμε σε μια τέτοια εφιαλτική προοπτική;

* Δημοσιεύθηκε στην έντυπη έκδοση της Καθημερινής της 23ης Απριλίου 2015 http://www.kathimerini.gr/812429/opinion/epikairothta/politikh/sthn-paideia-viwnoyme-hdh-to-grexit



[i] http://goo.gl/hO7P5Y
[ii] http://goo.gl/dWJgxu
[iii] http://goo.gl/i66TIM
[iv] http://goo.gl/Jednf9
[v] http://goo.gl/gn3W9S

Τετάρτη, 8 Απριλίου 2015

Πρότυπα σχολεία και ιδεοληψίες*



Ποιος θα επέλεγε να εγχειριστεί από έναν μέτριο χειρουργό ή να δει στην αγαπημένη ομάδα του έναν μέτριο προπονητή; Κι όμως, η αρχή «της χρυσής μετριότητας» είναι η διακηρυγμένη αρχή της κυβέρνησης στην εκπαίδευση.
Μπορεί ο υπουργός Παιδείας να δήλωσε ότι δεν καταργούνται τα πρότυπα σχολεία αλλά μέχρι στιγμής ουδείς γνωρίζει τον τρόπο εισαγωγής των μαθητών σε αυτά. Το θέμα παραμένει ανοιχτό και το Υπουργείο Παιδείας επιχειρεί να ισορροπήσει μεταξύ αφενός των συμφερόντων της συντριπτικής πλειονότητας γονέων και μαθητών που αισθάνονται αβεβαιότητα και οργή εξαιτίας των κυβερνητικών παλινωδιών και αφετέρου να «κλείσει το μάτι» στα συνδικάτα των καθηγητών οι οποίοι, κυρίως λόγω ιδεοληψίας, δεν αισθάνονται άνετα με τα πρότυπα και τα πειραματικά σχολεία. Αλλά πρότυπα σχολεία χωρίς εξετάσεις μοιάζουν με ποδήλατο χωρίς ρόδες. Δεν έχουν καμία απολύτως έννοια χωρίς την ύπαρξη αυστηρής επιλογής του μαθητικού τους δυναμικού.
Η εύλογη απάντηση στο ερώτημα «γιατί χρειαζόμαστε τα πρότυπα σχολεία;» είναι ότι τέτοιου είδους θεσμοί ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα των χωρών στον διεθνή καταμερισμό εργασίας μέσω της πρόωρης ανίχνευσης, αξιοποίησης, προσέλκυσης και διατήρησης ταλαντούχου ανθρώπινου δυναμικού. Δεν υπάρχει προηγμένη χώρα που να μην έχει εφαρμοστεί αντίστοιχος θεσμός προτύπων σχολείων. Στην Αγγλία υπάρχουν, λ.χ., τα Grammar Schools, ενώ στη Γερμανία τα Gymnasiums. Ακόμη και στην πρώην Σοβιετική Ένωση οι κομμουνιστές είχαν δημιουργήσει τα special schools, με σκοπό τη δημιουργία ενός μηχανισμού έγκαιρης διάγνωσης και αξιοποίησης των μαθητών με ιδιαίτερες πνευματικές ικανότητες. Η χώρα μας με τη γενικότερη αποστροφή των εκπαιδευτικών θεσμών της και των πανίσχυρων εκπαιδευτικών συντεχνιών προς τον ανταγωνισμό υπονομεύει τους προικισμένους με ταλέντα και δεξιότητες μαθητές. Κατ’ αυτόν τον τρόπο υπονομεύει τον εαυτό της υποθηκεύοντας το μέλλον της. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του ΟΟΣΑ, η Ελλάδα κατατάσσεται μόλις στην 50ή θέση στον τομέα της αποτελεσματικής διαχείρισης και αξιοποίησης ταλέντων κατά τον παγκόσμιο δείκτη ανταγωνιστικότητας ταλέντων (GTCI)[i].
Ένα δεύτερο επιχείρημα είναι ότι τα πρότυπα σχολεία διευρύνουν τις διαθέσιμες επιλογές γονέων και μαθητών στο δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα. Η Ελλάδα είναι, πάλι σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, μια χώρα της οποίας το εκπαιδευτικό σύστημα χαρακτηρίζεται από τον μικρότερο βαθμό ποικιλίας δημόσιων σχολείων και άρα διαθέσιμων επιλογών σε ειδικές ομάδες μαθητών ώστε να καλλιεργήσουν τα ιδιαίτερα ταλέντα και τις κλίσεις τους.[ii] Θα μπορούσε βέβαια να αντιτείνει κανείς πως κάτι τέτοιο θα μπορούσε να επιτευχθεί στο πλαίσιο του ενιαίου (comprehensive) σχολείου για όλους τους μαθητές. Όμως είναι σαφές πως πρόκειται για μια ιδιαίτερα ακριβή επιλογή, την οποία τα δημόσια οικονομικά της χώρας αλλά και πολύ πιο αναπτυγμένων χωρών δεν είναι δυνατόν να υποστηρίξουν. Έτσι προκρίνεται η ανάπτυξη πολλαπλών τύπων σχολείων για να καλύψουν ειδικά ταλέντα μαθητών.
Ένα τρίτο επιχείρημα υπέρ της διατήρησης των προτύπων σχολείων είναι η τεράστια αποδοχή του θεσμού από τους άμεσα ενδιαφερόμενους, δηλαδή τους γονείς και τους μαθητές, τους οποίους μονίμως στην Ελλάδα αγνοούμε, λες και το εκπαιδευτικό σύστημα υπάρχει για να ικανοποιεί τα συντεχνιακά αιτήματα των δασκάλων και καθηγητών. Έτσι ενώ το 2013 η ζήτηση εκφρασμένη ως η αναλογία αιτήσεων προς προσφερόμενες θέσεις για τα πρότυπα σχολεία ήταν 3,1:1, το επόμενο έτος η σχετική αναλογία εκτοξεύθηκε σε 3,9:1 σημειώνοντας αύξηση κατά 25%.[iii] Είναι βέβαιο πως η αύξηση της ζήτησης λειτούργησε τουλάχιστον εν μέρει εις βάρος των μεγάλων ιδιωτικών σχολείων, τα οποία ο νέος υπουργός Παιδείας με ειλικρίνεια αναγνώρισε κατά τις Προγραμματικές Δηλώσεις της κυβέρνησης ότι είχαν μετατραπεί στα «καλά σχολεία της χώρας». «Στην εποχή μου τα καλά σχολεία ήταν τα δημόσια σχολεία, ενώ σήμερα καλά σχολεία θεωρούνται τα ιδιωτικά σχολεία» ανέφερε συγκεκριμένα. Και πράγματι έτσι είναι. Αρκεί κανείς να ανατρέξει στα δημοσιευμένα στοιχεία. Στο χρονικό διάστημα από το 1986, δηλαδή τη σχολική χρονιά μετά την κατάργηση των πρότυπων σχολείων, μέχρι και το 2009, τη χρονιά δηλαδή που ενέσκηψε η οικονομική κρίση στη χώρα, τα ιδιωτικά σχολεία αύξησαν το μερίδιο της συμμετοχής τους στο μαθητικό πληθυσμό κατά περίπου 43,6% σε βάρος φυσικά του δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος.[iv]
Μήπως όμως με την κατάργηση των πρότυπων σχολείων μειώθηκε τουλάχιστον η κοινωνική ανισότητα στην εκπαίδευση, όπως επαγγέλλονταν οι λαϊκιστές του ΠΑΣΟΚ και των κομμάτων της αριστεράς; Ούτε αυτό φαίνεται να ισχύει. Όπως προκύπτει από τον παρακάτω Πίνακα, σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ, ενώ τη χρονιά κατάργησης των πρότυπων σχολείων οι μισοί περίπου πρωτοετείς φοιτητές των ΑΕΙ προέρχονταν από οικογένειες χαμηλού εκπαιδευτικού επιπέδου και άρα κατά τεκμήριο και χαμηλού εισοδηματικού επιπέδου, το 2008 μόλις ένας στους δέκα πρωτοετείς φοιτητές προερχόταν από τα αντίστοιχα στρώματα.[v] Αυτό εν μέρει οφείλεται βεβαίως και στη μείωση στον γενικό πληθυσμό των ατόμων με χαμηλή εκπαίδευση. Συγκεκριμένα, ενώ σύμφωνα με σχετικές εκθέσεις του ΟΟΣΑ μεταξύ του 1971 και του 1991 υπήρξε μείωση των ατόμων με εκπαίδευση δημοτικού ή και μικρότερη κατά 2,8 φορές, η αντίστοιχη μείωση στην εκπροσώπηση των πρωτοετών φοιτητών που προέρχονται από τις οικογένειες αυτές μεταξύ των ετών 1985 και 2005 ήταν μικρότερη κατά 4,2 φορές.[vi] Ενώ, με άλλα λόγια, μεσολάβησε η μαζικοποίηση του συστήματος της ανώτατης εκπαίδευσης της χώρας (και με την ίδρυση πολλών νέων ΑΕΙ), ο «εκδημοκρατισμός» του ελληνικού Πανεπιστημίου (με το νόμο 1268/82, γνωστό και ως νόμο πλαίσιο) και η κατάργηση όλων των σχολείων της «ελίτ» (με την κατάργηση όλων των προτύπων το 1983), το εκπαιδευτικό μας σύστημα έγινε περισσότερο κοινωνικά επιλεκτικό εξυπηρετώντας τα συμφέροντα όχι των φτωχών αλλά των ευκατάστατων κοινωνικών στρωμάτων. Όπως αποδεικνύει η οικονομική ανάλυση ελάχιστα από τα χρήματα που δαπανά το κράτος για την εκπαίδευση πηγαίνουν στους φτωχούς. Αυτή είναι και η μόνιμη παρενέργεια όλων των συστημάτων κοινωνικής πολιτικής που στηρίζονται στη μεσολάβηση πολιτικών και γραφειοκρατικών μηχανισμών και δεν επιδοτούν απευθείας εκείνους που πραγματικά έχουν ανάγκη. Δεν ενισχύουν τους φτωχούς αλλά τα μεσαία και εύρωστα οικονομικά στρώματα που διαθέτουν τους μηχανισμούς πληροφόρησης και πρόσβασης στη γραφειοκρατία. Άρα οι λόγοι θα πρέπει να αναζητηθούν αλλού, καθώς τα αίτια είναι βαθύτερα από αυτά που κοινότοπα συνήθως διακινούνται από τις κομματικές και συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες. Άλλωστε και μόνο το πλήθος των προτύπων σχολείων (μόλις 60 σε όλη τη χώρα) σε σχέση με το σύνολο των σχολείων της χώρας (περίπου 12.500) και με μόνο οδηγό τη λογική θα μπορούσε να οδηγήσει κάποιον στο συμπέρασμα ότι δεν είναι δυνατόν να αποδίδεται η έλλειψη κοινωνικής δικαιοσύνης του εκπαιδευτικού μας συστήματος στα πρότυπα σχολεία.
Με βάση τα παραπάνω συμπεραίνουμε πως η κυβέρνηση πρέπει να κινηθεί προς την εντελώς αντίθετη κατεύθυνση από αυτή που δείχνει ότι ακολουθεί στα πρώτα της βήματα. Τα πρότυπα σχολεία είναι ανάγκη να αποτελέσουν ένα εκτεταμένο δίκτυο σχολείων σε όλες τις περιφέρειες της χώρας ώστε όλα τα παιδιά, και όχι μόνο αυτά της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, με ιδιαίτερες πνευματικές ικανότητες και χαρίσματα να μπορούν να αξιοποιούν πλήρως τις δυνατότητές τους αυτές μέσα στο δημόσιο σύστημα χωρίς οι γονείς τους να αναγκάζονται να καταφεύγουν, εάν φυσικά έχουν την οικονομική δυνατότητα, στα ιδιωτικά σχολεία. Η οικονομική αδυναμία των γονέων ή η έλλειψη κατάλληλων σχολείων υποδοχής δεν πρέπει να είναι οι αιτίες που θα εμποδίσουν την πρόοδο παιδιών που ξεχωρίζουν. Σε αυτά τα φωτισμένα μυαλά μπορεί να ελπίζει η χώρα για να ξεφύγει από την υστέρηση και το περιθώριο.
Σκοπός της εκπαίδευσης δεν μπορεί να είναι η «σφαγή» των αρίστων, αλλά, όπως συμβαίνει γενικότερα στην πραγματική ζωή, η παροχή σε όλα τα παιδιά του δικαιώματος της επιλογής και της ευκαιρίας να αναπτύξουν τα ιδιαίτερα ταλέντα τους και τις άνισες δυνατότητές τους. Ο πλούτος μιας χώρας είναι το ανθρώπινο κεφάλαιο που επιτρέπει αυτή να δημιουργηθεί μέσω των εκπαιδευτικών θεσμών της.

* Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή της 8ης Απριλίου 2015.




[i] http://goo.gl/MBUe4U
[ii] OECD (2010c). Indicator D5: What school choices are available and what measures do countries use to promote or restrict school choice? Στο Education at a glance 2010: OECD indicators. Paris: OECD Publishing. Ανακτήθηκε από http://goo.gl/Cu97UT
[iii] http://goo.gl/1a1nYh

Πέμπτη, 2 Απριλίου 2015

ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ ΠΑΡΑΚΜΗΣ*


Με το άρθρο 29 παρ. 6 του νομοσχεδίου που τιτλοφορείται «Εκδημοκρατισμός της διοίκησης - Καταπολέμηση Γραφειοκρατίας και Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση - Αποκατάσταση Αδικιών και άλλες διατάξεις» του Yπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, του οποίου αναπληρωτής υπουργός είναι ο Γ. Κατρούγκαλος καταργείται το άρθρο 42 του ν. 4250/2014. Το άρθρο 42 προέβλεπε τον επανέλεγχο των δικαιολογητικών όσων έχουν μετατραπεί οι συμβάσεις τους από ορισμένου χρόνου σε αορίστου κυρίως με το ΠΔ 164/2004, γνωστό και ως διάταγμα Παυλόπουλου, με το οποίο το πελατειακό κράτος μονιμοποίησε τους κομματικούς φίλους του.
Λίγα λόγια γι’ αυτό. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης με την παραπάνω διάταξη αποφάσισε να ελέγξει ουσιαστικά, εάν εκείνο το τεράστιο συλλογικό ρουσφέτι πληρούσε τουλάχιστον τις προϋποθέσεις της νομιμότητας (δεν χρησιμοποιήθηκαν πλαστά έγγραφα κ.ο.κ.). Ο έλεγχος των μονιμοποιήσεων των συμβασιούχων στο Δημόσιο ήταν λοιπόν μια πράξη δικαιοσύνης και ξεχωριστής γενναιότητας, διότι εκτός των άλλων έθετε τέρμα σε μια περίοδο διακομματικής ατιμωρησίας των «πελατών» των κομμάτων οδηγώντας τους ενόχους σε απόλυση και στον Εισαγγελέα.
Σε ηθικό επίπεδο το θέμα είναι μείζον. Εντυπωσιάζει βεβαίως η υποκριτική διάθεση και η κουτοπονηρία με την οποία ένα φαινόμενο συλλογικής διαφθοράς αντιμετωπίστηκε από την πλειονότητα των πολιτών.
Στον νόμο Μητσοτάκη εναντιώθηκε ό,τι πιο αναχρονιστικό και αντιδραστικό υπάρχει στον δημόσιο βίο της χώρας. Όλο το ισχυρότατο αντιμεταρρυθμιστικό κατεστημένο της παρακμής (ΠΟΕ-ΟΤΑ, πολλοί αριστεροδεξιοί δήμαρχοι, η Δούρου κ.ο.κ.) υπεραμύνθηκε του πιο άθλιου και διεφθαρμένου πελατειακού συστήματος με πρόσχημα την αξιολόγηση που προωθούσε ο τότε υπουργός. Οι αντιδράσεις επιχείρησαν να αποτρέψουν τον έλεγχο των μονιμοποιήσεων των πρώην συμβασιούχων. Στο θέμα αυτό μεγαλούργησαν οι κομματικές και δημοτικές συμμορίες. Είναι βέβαιο δηλαδή ότι ο επανέλεγχος των μονιμοποιήσεων που έγιναν με βάση το άρθρο 11 του Π.Δ. 164/2004 θα έβγαζε …πολλούς λαγούς. Χιλιάδες συμβασιούχοι μονιμοποιήθηκαν χωρίς να πληρούν τις προϋποθέσεις που όριζε η νομοθεσία. Δηλαδή μονιμοποιήθηκαν παραβιάζοντας τον νόμο με συνεργούς αυτών τούς τοπικούς άρχοντες, τους συνδικαλιστές και τα κομματικά επιτελεία. Τα παιδιά και οι παρατρεχάμενοι του κομματικού συστήματος παρέκαμψαν το ΑΣΕΠ και κατέλαβαν αναξιοκρατικά και παράνομα χιλιάδες θέσεις στον στενό και ευρύτερο δημόσιο τομέα εις βάρος άλλων περισσότερο άξιων αλλά χωρίς κομματική ταυτότητα ή γνωριμίες.
Το θέμα λοιπόν του ελέγχου από μηδενική βάση των μονιμοποιήσεων ήταν κρίσιμο και από αυτό θα κρινόταν εν πολλοίς το εάν η χώρα θα ήταν σε θέση να απαγκιστρωθεί ή όχι από τα δίχτυα του κομματικού-πελατειακού συστήματος που την οδήγησε στην καταστροφή. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι η καινούργια κυβέρνηση που αποτελεί την πιο χυδαία και αυθεντική έκφραση αυτού του κατεστημένου της κοινωνικής συνενοχής στην ανομία σπεύδει να καταργήσει τον νόμο Μητσοτάκη.
Η υπόθεση που είχε μεταξύ άλλων αναλάβει ο Γ. Κατρούγκαλος και είδε το φως της δημοσιότητας για λογαριασμό του Δήμου Λάρισας είναι συναφής. Ο Δήμος Λάρισας, όπως πολλοί ακόμη δήμοι και φορείς του Δημοσίου, αρνήθηκε να στείλει στοιχεία των φακέλων των ελεγχόμενων υπαλλήλων, ο Γενικός Γραμματέας Αποκεντρωμένης Διοίκησης ακύρωσε ορθότατα την απόφαση του Δήμου και η Οικονομική Επιτροπή του Δήμου ανέθεσε την υπόθεση στο γραφείο Κατρούγκαλου πριν από την ανάληψη των καθηκόντων του για να ασκήσει προσφυγή στην Επιτροπή του άρθρου 152 του Kώδικα Δήμων και Κοινοτήτων. Επισημαίνεται δε ότι στην απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής γίνεται ειδική μνεία στα προσόντα και στις ικανότητες του νυν αναπληρωτή υπουργού. Επί της προσφυγής που ασκήθηκε η Επιτροπή του άρθρου 152 δεν αποφάνθηκε άρα αυτή θεωρείται απορριφθείσα σιωπηρώς. Μετά την υπουργοποίησή του η πρώην συνεργάτης τού νυν αναπληρωτή υπουργού έστειλε επιστολή στον Δήμο με σχετική ενημέρωση για την πορεία της υποθέσεως και την πρόταση να ασκηθεί κατά της σιωπηρής απορρίψεως αίτηση ακυρώσεως. Η Οικονομική Επιτροπή του Δήμου ανέθεσε στην πρώην συνεργάτιδα του Κατρούγκαλου την άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως κατά της σιωπηρής αρνήσεως.
Αλλά, όπως ελέχθη, ο κ. Κατρούγκαλος, που ως υπουργός έχει τη νομοθετική πρωτοβουλία, προωθεί με την παραπάνω διάταξη τη νομοθετική κατάργηση της σχετικής διάταξης με αποτέλεσμα η αιτήσεως ακυρώσεως που θα καταθέσει η πρώην συνεργάτης του να καταστεί άνευ αντικειμένου και ο Δήμος Λάρισας να δικαιωθεί.
Είναι αδιανόητο να μην αντιλαμβάνεται ένας έμπειρος νομικός το ηθικό ζήτημα της σύγκρουσης συμφερόντων που συντρέχει στο πρόσωπό του. Να μην αντιλαμβάνεται ακόμη ότι διαφθορά δεν υπάρχει μόνο όταν υπάρχει χρηματισμός. Είναι συνάρτηση της διακριτικής ευχέρειας που έχει ένας πολιτικός να λαμβάνει αποφάσεις οι οποίες μπορεί να ωφελήσουν λίγους ή πολλούς εις βάρος άλλων, ανεξαρτήτως εάν αυτός έχει προσωπικό οικονομικό όφελος.

* Δημοσιεύθηκε στην ηλεκτρονική Athens Voice στις 25/3/2015. http://www.athensvoice.gr/article/city-news-voices/πολιτικη/φαινόμενα-παρακμής

"Άκουσα πως τίποτε δεν θέλετε να μάθετε", κυρία Υπουργέ*


Μια από τις πρώτες νομοθετικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης ήταν και ο νόμος 4321/2015 με τον βαρύγδουπο πλην παραπλανητικό τίτλο «Ρυθμίσεις για την επανεκκίνηση της οικονομίας». Πολλές αντιδράσεις σημειώθηκαν και η κριτική εστιάστηκε κυρίως στη διάταξη του άρθρου 21 του νόμου που κατά τη γνώμη έγκριτων νομικών, φοροτεχνικών, συνδέσμων επιχειρήσεων, αρκετών φορέων της αγοράς, ου μην αλλά και της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής, παραβιάζει το Σύνταγμα, στρεβλώνει τον ανταγωνισμό και επιδεινώνει από απόψεως ταμειακής ρευστότητας την ήδη δυσχερή θέση πολλών ελληνικών επιχειρήσεων.

Περί τίνος πρόκειται: Με τη διάταξη του άρθρου 21 του νέου νόμου τροποποιήθηκε η ούτως ή άλλως προβληματική για τις επιχειρήσεις διάταξη του Κ.Φ.Ε. για τις μη εκπιπτόμενες επιχειρηματικές δαπάνες. Πιο συγκεκριμένα η παρ. ιγ΄ του άρθρου 23 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος ορίζει μεταξύ άλλων ότι στις εισαγωγές αγαθών και στην παροχή υπηρεσιών από χώρες μη συνεργάσιμες στον φορολογικό τομέα και χώρες με προνομιακό φορολογικό καθεστώς (δηλαδή χώρες με μηδενική φορολογία ή φορολογία επί των κερδών ή των εισοδημάτων ίση ή κατώτερη του 50% του ελληνικού συντελεστή φορολογίας των νομικών προσώπων) θα καταβάλλεται παρακρατούμενος φόρος που αντιστοιχεί στον φορολογικό συντελεστή φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων επί του συνόλου της δαπάνης (σήμερα ο φορολογικός συντελεστής για τα νομικά πρόσωπα είναι 26%). Οι φορολογούμενοι-εισαγωγείς θα έχουν ένα τρίμηνο μετά την πραγματοποίηση της συναλλαγής για να αποδείξουν ότι πρόκειται περί συνήθους συναλλαγής σε τρέχουσες τιμές. Διαφορετικά, οι δαπάνες αγοράς των αγαθών δεν θα λογίζονται ως έξοδα που εκπίπτουν κατά τον προσδιορισμό της φορολογίας εισοδήματος.

Ο σκοπός του νομοθέτη είναι η με την παραπάνω διάταξη καταπολέμηση των τριγωνικών συναλλαγών και της φοροδιαφυγής. Βεβαίως η πρόβλεψη αυτή υπήρχε και στην προϊσχύσασα μορφή της περίπτωσης ιγ΄ του άρθρου 23 του Κ.Φ.Ε, όταν επρόκειτο για δαπάνες που καταβάλλονταν προς φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα που είτε ήταν φορολογικός κάτοικος σε κράτος μη συνεργάσιμο είτε υπέκειτο σε προνομιακό φορολογικό καθεστώς. Οι κρίσιμες και ουσιαστικές αλλαγές με την επίμαχη διάταξη είναι οι εξής:

α) με τη νέα ρύθμιση κάθε επιχείρηση θα πρέπει να καταβάλει παρακρατούμενο φόρο επί του συνόλου της δαπάνης ύψους 26%, και

β) εφόσον εντός τριμήνου από τη συναλλαγή αποδείξει ότι πρόκειται περί συνήθους συναλλαγής σε τρέχουσες τιμές αγοράς θα επιστρέφεται στην επιχείρηση αζημίως για το Δημόσιο ο παρακρατηθείς φόρος.

Η νέα ρύθμιση είναι άκρως προβληματική, τόσο από οικονομική όσο και από νομική άποψη1,  για τους εξής λόγους:
– Παραβιάζεται η συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της φορολογικής ισότητας. Το Σύνταγμα επιτάσσει τη φορολόγηση με βάση τη φοροδοτική ικανότητα και από το Σύνταγμα επιβάλλεται με αυστηρότητα η όμοια φορολογική αντιμετώπιση των φορολογουμένων που βρίσκονται αντικειμενικά στην ίδια κατάσταση και η ανόμοια φορολογική αντιμετώπιση φορολογουμένων που βρίσκονται σε διαφορετική. Κριτήριο συνεπώς του πόσο φόρο θα πληρώσει κάποιος δεν είναι η χώρα προέλευσης των προϊόντων που αγοράζει ή των υπηρεσιών που λαμβάνει αλλά το ύψος του καθαρού εισοδήματος. Στην προκειμένη περίπτωση ο έμπορος που εισάγει για παράδειγμα ξυλεία από την Βουλγαρία βρίσκεται ανεπίτρεπτα σε δυσμενέστερη θέση από τον έμπορο που εισάγει ξυλεία από τη Σουηδία ή προμηθεύεται ξύλα από το εσωτερικό της χώρας.

– Οδηγεί σε ευθεία νόθευση του ανταγωνισμού. Ευνοούνται εισαγωγικές εταιρείες και εταιρείες που προμηθεύονται τα προϊόντα τους από την εγχώρια αγορά έναντι άλλων εισαγωγικών εταιρειών με μόνο κριτήριο τη χώρα προέλευσης των ομοειδών προϊόντων που εμπορεύονται.

– Παραβιάζεται η Συνθήκη για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία απαγορεύει την επιβολή δασμών ή άλλων φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος.

– Αντιστρέφεται το βάρος της απόδειξης και καλείται ο φορολογούμενος να αποδείξει αρνητικό γεγονός. Η εικονικότητα μιας συναλλαγής θα πρέπει να προκύψει από τον φορολογικό έλεγχο. Το βάρος της απόδειξης το φέρει η φορολογική Αρχή, όχι ο φορολογούμενος, ο οποίος χωρίς καμιά ένδειξη ότι έχει διαπράξει φοροδιαφυγή καλείται να καταβάλει παρακρατούμενο φόρο, ακόμη κι αν είναι σε θέση να αποδείξει αμέσως ότι πρόκειται για νόμιμη συναλλαγή. Όμως η αντιστροφή του βάρους αποδείξεως εις βάρος του φορολογουμένου απαγορεύεται επίσης από το Σύνταγμα.

– Κατ’ ουσίαν πρόκειται για ένα καλά μελετημένο κυβερνητικό κόλπο αφαίμαξης της αγοράς για να πληρωθούν οι υποχρεώσεις του υδροκέφαλου και αδηφάγου πελατειακού κράτους που δεν επιθυμούν επ’ ουδενί να περιορίσουν. Με την επίμαχη διάταξη και με φθηνό πρόσχημα την καταπολέμηση των τριγωνικών συναλλαγών η κυβέρνηση επιδιώκει να προβεί σε άτυπο και, το χειρότερο, άτοκο εσωτερικό δανεισμό εις βάρος των εισαγωγικών επιχειρήσεων. Επισημαίνουμε ότι η άτοκη επιστροφή χρημάτων από το Δημόσιο ισοδυναμεί σύμφωνα με τη νομολογία του ΕΔΑΔ και του ΣτΕ με επιβολή φόρου. Και τα ποσά που θα παρακρατηθούν δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητα. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία επιμελητηρίων της Βορείου Ελλάδος, μόνο από τη Βουλγαρία οι εισαγωγές των ελληνικών επιχειρήσεων υπερβαίνουν σε αξία τα 4 δισ. ευρώ ενώ οι εισαγωγές πετρελαιοειδών από την Σαουδική Αραβία αγγίζουν το 1,3 δισ. ευρώ. Επίσης, όταν οι υποχρεώσεις του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα ξεπερνούν σήμερα τα 3,1 δισ. ευρώ και με δεδομένη την έλλειψη ρευστότητος στα ταμεία του κράτους (αλλά και φερεγγυότητας αυτού), είναι δυνατόν να πιστεύει κανείς ότι το Δημόσιο θα επιστρέψει στις επιχειρήσεις εντός τριμήνου τους φόρους που θα παρακρατεί;

– Το μέτρο πλήττει καίρια την ήδη πελιδνή ρευστότητα της αγοράς, θα οδηγήσει σε κλείσιμο ή οικονομικό μαρασμό χιλιάδες εισαγωγικές επιχειρήσεις και θα έχει ως άμεσο αποτέλεσμα την περαιτέρω ραγδαία αύξηση της ανεργίας. Ταυτοχρόνως όμως θα πλήξει και τις ελληνικές εξαγωγές διότι μεγάλο ποσοστό των εισαγόμενων πρώτων υλών μεταποιούνται και επανεξάγονται ως έτοιμα ελληνικά προϊόντα. Οι μεταποιητικές επιχειρήσεις για να αντιμετωπίσουν το δυσβάστακτο κόστος και μπροστά στο φάσμα της χρεωκοπίας θα προτιμήσουν να μεταφέρουν μέρος ή το όλον της δραστηριότητάς τους στις γειτονικές βαλκανικές χώρες που διακρίνονται, αν μη τι άλλο, για το ευνοϊκό προς τις ξένες επενδύσεις θεσμικό περιβάλλον τους (σταθερό θεσμικό πλαίσιο, χαμηλή φορολογία, επενδυτικά κίνητρα κοκ.).

– Τέλος, δεν θα πρέπει κανείς να υποτιμά τις αντιδράσεις των γειτονικών χωρών σε ένα μέτρο που κατ’ ουσίαν επιβάλλει δασμούς στα προϊόντα τους. Ο Βούλγαρος Πρωθυπουργός Μπόικο Μπορίσωφ προειδοποίησε ήδη την κυβέρνηση για την επιβολή αντιμέτρων από μέρους της Βουλγαρίας.
Στην οικονομία ένα κυβερνητικό μέτρο, μια παρέμβαση, δεν έχει ποτέ μια μόνο συνέπεια αλλά σχεδόν πάντοτε οδηγεί σε αλληλουχία συνεπειών. Στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορώ να σκεφθώ με ποιο τρόπο ένα τόσο καταστροφικό μέτρο θα «επανεκκινήσει την οικονομία». Μάλλον πρόκειται για ευφημισμόν. 

* "Άκουσα πως τίποτε δεν θέλετε να μάθετε" τιτλοφορείται ένα από τα πιο γνωστά ποιήματα του Μπέρτολντ Μπρεχτ. Σημαντική μελετήτρια και μεταφράστρια του έργου του Μπρεχτ είναι η αναπληρώτρια Υπουργός Οικονομικών. 

1 Σοβαρές επιφυλάξεις διατύπωσε επί του άρθρου 21 και η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο capital.gr. http://www.capital.gr/News.asp?id=2270299

Ένα μεγαλύτερο σκάνδαλο*

Θα συμφωνήσουμε όλοι, ότι η διαλεύκανση κάθε σκανδάλου πρέπει να προχωρήσει προκειμένου να απαλλαγεί η ελληνική κοινωνία από πολιτικούς κα...