Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2014

«Πέρα από το γεγονός, πώς σας φάνηκε η παράσταση;»*


Διάβασα με μεγάλο ενδιαφέρον το άρθρο του τέως υπουργού του ΠΑΣΟΚ Γιώργου Φλωρίδη στην Αthens Voice (με τίτλο «Ακίνητα και κινητικοί μεγαλο-ιδιοκτήτες», 20.11.2014) εναντίον των μεγαλοϊδιοκτητών που «ξέσπασαν σε ιαχές θριάμβου» μετά την έκδοση της υπ’ αριθμόν 4003/2014 αποφάσεως της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Δεν είμαι βέβαιος για το ποιος είναι ο σκοπός του άρθρου του Γ. Φλωρίδη, είμαι βέβαιος όμως ότι τα όσα βιαστικά και ιδεοληπτικά γράφει, χωρίς, όπως ομολογεί, να έχει διαβάσει το σκεπτικό της απόφασης, δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα.
Το γενικό συμπέρασμα από την προσεκτική ανάγνωση του άρθρου είναι ότι παραβλέπει την ουσία της απόφασης, που ήταν η υποχρέωση της διοίκησης να φορολογεί την ακίνητη περιουσία στη βάση της πραγματικής της αξίας και όχι κάποιας πλασματικής, που είχε καθορισθεί πολλά χρόνια πριν.
Παρ’ όλα αυτά ας εξετάσουμε τα επιχειρήματα του αρθρογράφου, ένα προς ένα, για να μην τον αδικήσουμε.
1. Ο τέως υπουργός διαπιστώνει ότι «η Κυβέρνηση, εφόσον εκτιμά διαφορετικά το ζήτημα, θα μπορούσε ν’ αλλάξει το νόμο και αντί για δύο χρόνια να θέσει όριο αναπροσαρμογής τα πέντε χρόνια!» (σημ.: το θαυμαστικό είναι του Γ. Φλωρίδη). Ξενίζει πράγματι η αβάσταχτη ελαφρότητα με την οποία αναφέρει ότι θα μπορούσε η Διοίκηση (προφανώς εννοεί την κοινοβουλευτική πλειοψηφία) να καθορίσει ότι η αναπροσαρμογή των αντικειμενικών αξιών γίνεται κάθε πέντε, και όχι κάθε δύο χρόνια, γιατί όχι –λέω εγώ τότε– και κάθε δέκα ή δεκαπέντε χρόνια – την κολοκυθιά θα παίξουμε; Με άλλα λόγια, εξουσία είμαστε, ό,τι θέλουμε κάνουμε, ρε... Μόνο το ύφος μπορεί να διαφέρει. Διαφεύγει από τον αρθρογράφο βεβαίως μια τόση δα μικρή λεπτομέρεια, ότι το Σύνταγμα επιτάσσει τη συνεισφορά των πολιτών στα δημόσια βάρη ανάλογα με τις δυνάμεις τους και όχι ανάλογα με την αυθαίρετη κρίση ή τον τσαμπουκά της Διοίκησης. Οι αντικειμενικές αξίες δεν είναι μέσο επιβολής φορολογίας, αλλά μέσο προσδιορισμού της φορολογητέας ύλης. Σε πολλούς υπάρχουν ακόμη τα κατάλοιπα των αρχών της δεκαετίας του ’80, τότε που το ΠΑΣΟΚ συζητούσε στα σοβαρά το ενδεχόμενο να αναθεωρείται το Σύνταγμα με απλό τυπικό νόμο, ώστε η επανάσταση να μην συναντά μικροαστικά εμπόδια.
2. Φαίνεται ακόμη ότι η ορολογία των land lords του πρώην υπουργού Οικονομικών κατά των ιδιοκτητών και μάλιστα των μεγαλοϊδιοκτητών έχει μεγάλη πέραση και ότι είναι και πιασάρικη. Υποθέτω, από τα συμφραζόμενά τους, ότι οι μεγαλοϊδιοκτήτες δεν είναι άξιοι δικαστικής προστασίας τουλάχιστον στον βαθμό του ορθού προσδιορισμού της φορολογητέας ύλης τους.
3. Άλλη ηθελημένη ή μη –ούτως ή άλλως ασυγχώρητη– σύγχυση ακολουθεί: «Το 10% των φορολογουμένων Ελλήνων καρπώνεται το 40% των συνολικών εσόδων που προέρχονται από τα ακίνητα». Είναι δυνατόν να συγχέεται η φορολογία των προσόδων από την ακίνητη περιουσία με την φορολογία της κατοχής της περιουσίας καθαυτή;
4. Και φτάνουμε στη κορωνίδα των επιχειρημάτων: «… με ποιο κριτήριο να ορίσεις νέες αντικειμενικές αξίες όταν δεν πραγματοποιούνται αγοραπωλησίες ακινήτων; Και αν πράγματι έχουν χαμηλώσει οι αξίες, σε τι ποσοστό; …». Το ότι η αγορά ακινήτων είναι ουσιαστικά νεκρή δεν κάνει τον αρθρογράφο να αναρωτηθεί μήπως η πραγματική ανταλλακτική αξία των ακινήτων είναι μηδαμινή εξαιτίας της υπέρμετρης φορολόγησης, αλλά να το εκλάβει ως αφορμή για να υποστηρίξει τη φορολογία της ακίνητης περιουσίας χωρίς, τελικά, να υπολογίζεται η πραγματική της αξία. Διερωτάται ποιοι θα ωφεληθούν από τις αναμενόμενες πτώσεις στις αντικειμενικές αξίες, χωρίς να δέχεται ως βασική αξία κράτους δικαίου τη δράση της Διοικήσεως με βάση κανόνες και όχι αυθαιρέτως. Με άλλα λόγια, επειδή θεωρεί ότι οι πλούσιοι ιδιοκτήτες δεν πληρώνουν αρκετά, ας παραμερίσουμε τη νομιμότητα, για να τους κάνουμε να πληρώσουν όσα χρειαζόμαστε.
Το επιχείρημα αυτό του αρθρογράφου ήταν και το βασικό επιχείρημα της κυβέρνησης στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Ισχυρίστηκε, πιο συγκεκριμένα, ότι η διαδικασία αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών ξεκίνησε το 2010, αλλά τον Μάιο του 2012 (που δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί) διαπιστώθηκε ότι «οι αξίες των ακινήτων υφίσταντο μια συνεχή μεταβολή που δεν ήταν δυνατό να αποτυπωθεί στις Εισηγήσεις των αρμοδίων Επιτροπών, λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος που είχε μεσολαβήσει από την έναρξη της διαδικασίας αναπροσαρμογής των τιμών αλλά και έλλειψης επαρκών στοιχείων αγοραπωλησιών ακινήτων συνεπεία της δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας». Έτσι όμως η διοίκηση ομολόγησε ότι, μέσα σε δύο χρόνια (2010-2012), οι τιμές των ακινήτων είχαν μεταβληθεί σε τόσο μεγάλο βαθμό σε σχέση με το 2010, που ούτε καν το 2010 μπορούσε να είναι σημείο αναφοράς και, ακόμη περισσότερο, ότι οι αντικειμενικές αξίες του 2007 δεν μπορούν να έχουν καμία σχέση με τις πραγματικές αξίες του 2014.
Επιπλέον, το 2012, με το δεύτερο μνημόνιο, η ελληνική κυβέρνηση ανέλαβε ανεπιφύλακτα τη διεθνή δέσμευση έναντι των δανειστών μας ότι θα αναπροσαρμόσει τις αντικειμενικές αξίες το αργότερο μέχρι τον Ιούνιο του έτους 2012. Ακόμη, τον Φεβρουάριο του 2013, ο πρώην υπουργός Οικονομικών Γιάννης Στουρνάρας αποφάσισε μέχρι τις 8.7.2013 να ολοκληρωθεί το έργο της αρμόδιας Επιτροπής και να αναπροσαρμοστούν οι τιμές ζώνης των ακινήτων σε όλη την Επικράτεια. Σύμφωνα μάλιστα με τις δηλώσεις του πρώην υπουργού Οικονομικών, οι νέες αντικειμενικές αξίες (δηλαδή οι αντικειμενικές αξίες του 2013) θα βασίζονταν στις πραγματικές αξίες που ίσχυαν το 2005, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία που διέθετε για την περίοδο αυτή η αγορά ακινήτων.
Η υποτιθέμενη αδυναμία της διοικήσεως καταρρίπτεται βεβαίως ως επιχείρημα και αποδεικνύεται προσχηματική και από τα εξής:
- από την έκθεση του Διοικητή της ΤτΕ για το 2012, όπου αναφέρονται μεταξύ άλλων: «Η αποκλιμάκωση των τιμών στην αγορά των κατοικιών συνεχίστηκε με εντονότερο ρυθμό το 2012 (...) Από την αρχή της τρέχουσας κρίσης (γ΄ τρίμηνο του 2008) έως το δ΄ τρίμηνο του 2012 (...) η συνολική υποχώρηση των τιμών των διαμερισμάτων έφθασε σε ονοματικούς όρους το 27,9%. (...)». Στην έκθεση του Διοικητή της ΤτΕ για το 2013 αναφέρεται ότι η πτώση των τιμών των διαμερισμάτων συνεχίστηκε με υψηλούς ρυθμούς και έφθασε σε σχέση με το τέλος του 2008 το 33,4% της αξίας τους. Αναφέρει επί λέξει στην έκθεσή του ο Διοικητής της ΤτΕ: «Η φορολογική επιβάρυνση της ακίνητης περιουσίας στην διάρκεια της τρέχουσας κρίσης έχει επιτείνει την ύφεση στην αγορά ακινήτων και έχει αποθαρρύνει σημαντικά τη ζήτηση».
- εάν δεν μπορεί να προχωρήσει σε αναπροσαρμογή των αντικειμενικών αξιών η Διοίκηση λόγω της ελλείψεως στοιχείων, τότε πώς ενέταξε, το 2011, εν μέσω δηλαδή της οικονομικής κρίσης, στο σύστημα των αντικειμενικών αξιών χιλιάδες νέες περιοχές της χώρας;
-οι διακυμάνσεις των τιμών των ακινήτων δεν έχουν πάψει να μετρώνται με μεγάλη ακρίβεια από διεθνείς οίκους εγνωσμένου κύρους, όπως λ.χ. η Fitch, η οποία στην τελευταία έκθεσή της υπολογίζει, βασιζόμενη σε τρέχοντα στοιχεία της αγοράς ακινήτων, ότι η πτώση των τιμών των ακινήτων σε σχέση με το έτος 2009, το 2014 θα κυμανθεί περίπου στο 45% της αξίας τους.
Δεν είναι εδώ η κατάλληλη θέση να γίνει η συζήτηση για τη φορολόγηση της κατοχής της ακίνητης περιουσίας, για το ότι η περιουσία έχει αποκτηθεί με εισοδήματα που έχουν ήδη φορολογηθεί και ότι έτσι έχουμε στην ουσία αναδρομική φορολόγηση εισοδήματος, ότι οι πρόσοδοι από την περιουσία, όταν υπάρχουν, φορολογούνται, για το κατά πόσον είναι δίκαιο να φορολογείται μια περιουσία χωρίς να αποδίδει (πράγμα που είναι εντελώς διαφορετικό από την επιβολή ανταποδοτικών τελών για υπηρεσίες, δημοτικές ή άλλες, που συναρτώνται με την περιουσία και την εκμετάλλευσή της), κ.λπ.
Με εκπλήσσει όμως η αυθαίρετη και εξαιρετικά ιδεοληπτική θεώρηση του αρθρογράφου ότι, για να υπάρχουν τόσες αντιδράσεις σε ένα φόρο, για να είναι «μισητός», προφανώς θα είναι δίκαιος. Περίεργη στ’ αλήθεια αίσθηση φορολογικής δικαιοσύνης, με ενσωματωμένο μάλιστα μπόλικο κοινωνικό φθόνο.
Πάντως, πάνω-κάτω τα ίδια επιχειρήματα θα χρησιμοποιούσαν και οι Οθωμανοί για να υπερασπιστούν τον «μισητό» στους ραγιάδες κεφαλικό φόρο. Δηλαδή δίκαιο κράτος για τον αρθρογράφο είναι αυτό που φορολογεί υπερβολικά, όχι αυτό που φροντίζει η φορολογία να έχει σχέση με τη φοροδοτική ικανότητα των πολιτών και να τελεί σε σχετική αναλογία με τις ανταποδοτικές παροχές του προς αυτούς. Λυπάμαι που θα δυσαρεστήσω τον αρθρογράφο, τέως υπουργό του ΠΑΣΟΚ, όμως άλλα προβλέπουν το Σύνταγμά μας και οι διεθνείς συνθήκες που έχουμε υπογράψει και μας δεσμεύουν.
Το σχολιαζόμενο άρθρο είναι απογοητευτικό κυρίως γιατί δεν αντιλαμβάνεται το προφανές, που είναι η ουσία της ομόφωνης απόφασης της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, ότι δηλαδή δεν επιτρέπεται για οποιαδήποτε σκοπιμότητα να φορολογείται ανύπαρκτη περιουσία και γιατί το πνεύμα του θυμίζει εκείνη την ανέμελη δημοσιογράφο η οποία αμέσως μετά τη δολοφονία του προέδρου Λίνκολν το 1865 στο θέατρο ρωτούσε τη σύζυγο του δολοφονηθέντος: «Πέρα από το γεγονός, πώς σας φάνηκε η παράσταση;».
*Δημοσιεύτηκε στην ηλεκτρονική Αthens Voice στις 22/11/2014
http://www.athensvoice.gr/article/city-news-voices/πολιτικη/«πέρα-από-το-γεγονός-πώς-σας-φάνηκε-η-παράσταση»

Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2014

Τα δάνεια ΝΔ και ΠΑΣΟΚ πληγή της δημοκρατίας

Tον Απρίλιο του 2013 η κυβέρνηση νομοθέτησε «νύχτα», με άσχετη τροπολογία σε νομοσχέδιο του υπουργείου Ανάπτυξης, την ακόλουθη διάταξη:

«Δεν συνιστά απιστία, κατά την έννοια των άρθρων 256 και 390 του Ποινικού Κώδικα, για τον Πρόεδρο, τα μέλη του Δ.Σ. και τα στελέχη των Τραπεζών, η σύναψη δανείων πάσης φύσεως με νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, του ευρύτερου δημοσίου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται κατά νόμο, καθώς και η εν γένει παροχή πιστώσεων σε αυτά, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) υφίστανται αποφάσεις των θεσμοθετημένων εγκριτικών επιτροπών ή οργάνων κάθε τράπεζας και β) τηρήθηκαν, κατά τη χορήγησή τους, οι σχετικές κανονιστικές πράξεις της Τράπεζας της Ελλάδος (ΠΔΤΕ).» (άρθρο 78 ν. 4146/2013).

Η πρόθεση της κυβέρνησης ήταν ξεκάθαρη: η απαλλαγή των διοικήσεων των τραπεζών για τα δάνεια που χορηγήθηκαν σε κόμματα, ΔΕΚΟ, νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κ.λπ. χωρίς να τηρηθούν τα πιστοδοτικά κριτήρια που ορίζονται από την τραπεζική νομοθεσία.

Θυμίζω ότι τον Απρίλιο του 2013 ερευνάτο το θέμα της κακουργηματικής απιστίας των διοικήσεων των τραπεζών που είχαν χορηγήσει δάνεια σε κόμματα και των κομματικών ηγεσιών ως ηθικών αυτουργών από τους οικονομικούς εισαγγελείς Πεπόνη και Μουζακίτη. Δεν ξέρω τι έχει γίνει με εκείνη την εισαγγελική έρευνα αλλά θυμίζω ακόμη για όσους δικαστικούς λειτουργούς το έχουν λησμονήσει ότι το Σύνταγμα απαγορεύει απολύτως την αμνηστία των κοινών εγκλημάτων (άρθρο 48 παρ. 3).

Xθες η κυβέρνηση ψήφισε το ακατάσχετο και ανεκχώρητο μέχρι το 40% της κρατικής χρηματοδότησης των κομμάτων. Δεν είναι η πρώτη φορά που ΝΔ και ΠΑΣΟΚ επιχειρούν κάτι τέτοιο. Το Μάρτιο του 2012 οι βουλευτές και γραμματείς των δύο κομμάτων Α. Λυκουρέντζος και Μ. Καχριμάκης είχαν προτείνει με τροπολογία να απαγορευθεί στα πολιτικά κόμματα να εκχωρούν προς εξασφάλιση δανείων ή πιστώσεων μεγαλύτερο του 50% της ετήσιας τακτικής χρηματοδότησης, ενώ, για τα δάνεια που είχαν ήδη χορηγηθεί μέχρι 31.12.2011, για ποσά άνω των 20 εκατ. ευρώ, προτεινόταν οι ετήσιες δόσεις να ανέρχονται στο 50% της ετήσιας κρατικής χρηματοδότησης που θα ελάμβαναν, ενώ για τα κόμματα που χρωστούν κάτω από 20 εκατ. ευρώ το αντίστοιχο ποσοστό να ανέρχεται στο 20%. Οι δύο βουλευτές είχαν ακόμη προτείνει για τα δάνεια μέχρι 31.12.2011 να διαγραφούν όλοι οι ανεξόφλητοι τόκοι (!) και στη συνέχεια να εξοφληθούν ολοσχερώς σε ετήσιες τοκοχρεωλυτικές δόσεις και με σταθερό επιτόκιο 4%. Η τροπολογία ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων και αποσύρθηκε κακήν κακώς.

Λίγο αργότερα όμως ο τότε εξωκοινοβουλευτικός υπουργός Εσωτερικών και εκ των σκληρών «εκσυγχρονιστών» Τάσος Γιαννίτσης προστάτευσε ΠΑΣΟΚ και ΝΔ ορίζοντας το ακατάσχετο της τελευταίας δόσης της κρατικής χρηματοδότησης του 2011 και των δύο δόσεων του 2012. Εκλογές γαρ και ο εκσυγχρονισμός έχει τα όριά του. Με τα λεφτά αυτά λοιπόν με τα οποία έπρεπε κανονικά να καλυφθούν οι δανειακές υποχρεώσεις των δύο κομμάτων καλύφθηκαν οι θηριώδεις προεκλογικές τους δαπάνες.

Στις αρχές του 2014 ο αρμόδιος κοινοτικός Επίτροπος Χοακίμ Αλμούνια, σε κοινοβουλευτική ερώτηση που κατέθεσε προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ο Πρόεδρος της Δράσης Θεόδωρος Σκυλακάκης, απάντησε ότι τα δάνεια της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ, τα οποία συνολικά ξεπερνούν τα 270 εκατομμύρια ευρώ, δεν εξυπηρετούνται ήδη από αρχές του 2013. Ο κ. Αλμούνια αναφέρει επί λέξει στην από 7 Φεβρουαρίου 2014 έγγραφη απάντησή του στον πρόεδρο της Δράσης:

«Στο πλαίσιο της πρώτης αναθεώρησης του δεύτερου προγράμματος οικονομικής προσαρμογής της Ελλάδας, το Μνημόνιο Συνεννόησης για τους Ειδικούς Όρους της Οικονομικής Πολιτικής προβλέπει τον διορισμό εντολοδόχου παρακολούθησης σε όλες τις τράπεζες που τελούν υπό αναδιάρθρωση. Τον Ιανουάριο του 2013, οι εντολοδόχοι παρακολούθησης ξεκίνησαν εργασίες παρακολούθησης σε τέσσερις συστημικές τράπεζες.

Οι εντολοδόχοι επαληθεύουν την ορθή διακυβέρνηση και τη χρήση εμπορικών κριτηρίων σε σημαντικές αποφάσεις πολιτικής. Στο έργο της παρακολούθησης υπάγεται επίσης η διαδικασία χορήγησης νέων δανείων και η αναδιάρθρωση υφιστάμενων πιστώσεων προς τους συνδεδεμένους δανειολήπτες, συμπεριλαμβανομένων πολιτικών κομμάτων. Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, από τον Ιανουάριο του 2013 δεν χορηγήθηκε κανένα νέο δάνειο σε πολιτικό κόμμα. Τρεις από τις τέσσερις υπό παρακολούθηση τράπεζες έχουν χορηγήσει δάνεια στα πολιτικά κόμματα που αναφέρετε στην ερώτησή σας. Η συντριπτική πλειονότητα των εν λόγω δανείων είναι μη εξυπηρετούμενα ήδη από τον Ιανουάριο του 2013».

Μετά την απάντηση του κοινοτικού Επιτρόπου ο κομματικός συνασπισμός της Δράσης και της Δημιουργίας Ξανά στις 29.4.2014 καλέσαμε με εξώδικό μας καθεμιά ξεχωριστά από τις συστημικές τράπεζες –εφόσον η λήπτρια του εξωδίκου τράπεζα ήταν μια από τις τρεις συστημικές τράπεζες που είχαν δανείσει σύμφωνα με την απάντηση του Επιτρόπου Αλμούνια τα ανωτέρω κόμματα– να προβεί συμμορφούμενη με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την κείμενη νομοθεσία που διέπει τα τραπεζικά ιδρύματα και χωρίς την παραμικρή καθυστέρηση σε άμεση κατάσχεση της προεκλογικής χρηματοδότησης των κομμάτων της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ έναντι των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους από τα δάνεια που τους είχε χορηγήσει.

Επίσης ζητήσαμε να μας γνωρίσουν οι συστημικές τράπεζες που έχουν δανείσει τα δύο κόμματα:

-τα ποσά που οφείλει η Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ σε κάθε τράπεζα ξεχωριστά κατά κεφάλαιο και τόκους,

-πόσες χρεωλυτικές δόσεις έχουν εξοφλήσει,

-πόσους τόκους τα δύο κόμματα έχουν πληρώσει από 1.1.2013 και με ποιο επιτόκιο,

-τι εγγυήσεις ή εξασφαλίσεις έλαβαν για τα δάνεια αυτά,

-εάν έχουν προβεί σε οποιασδήποτε μορφής αναδιάρθρωση του δανεισμού των δύο κομμάτων από 1.1.2013 και μετά και με ποιους όρους,

-εάν έχουν προβεί σε κάποιας μορφής αναχρηματοδότηση του παλιού δανεισμού ή νέα χρηματοδότηση στα δύο αυτά κόμματα, και

-εάν καταγγέλθηκε από κάποια τράπεζα κάποιο από τα δάνεια των κομμάτων αυτών.

Θα πρέπει να διευκρινιστούν ακόμη τα εξής:

-ότι τα δάνεια των κομμάτων δεν αποτελούν μια χρηματική διαφορά ενός κόμματος και μιας ιδιωτικής τράπεζας, καθώς μετά την επανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών ο βασικός μέτοχος αυτών είναι το Ελληνικό Δημόσιο. Συνεπώς, η μη διεκδίκηση είσπραξης των οφειλομένων από τα παραπάνω κόμματα θα οδηγήσει σε ισόποση ζημία αυτών και αντίστοιχη ζημία των Ελλήνων φορολογουμένων,

-ότι η μοναδική εξασφάλιση των δανείων αυτών είναι η κρατική χρηματοδότηση και δεν έχει δοθεί καμία άλλη εξασφάλιση ή εγγύηση τρίτου στις δανείστριες τράπεζες,

-ότι η μη διεκδίκηση από τις δανείστριες τράπεζες της οποιασδήποτε χρηματοδότησης προς τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ παραβιάζει τους κανόνες του πολιτικού ανταγωνισμού των κομμάτων,

-ότι υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις ενοχής τουλάχιστον για το αδίκημα της απιστίας από την πλευρά των διορισμένων από τα συγκεκριμένα κόμματα διοικήσεων των κρατικών τραπεζών, οι οποίες συνέχισαν να δανείζουν ακόμα και όταν ήταν απολύτως προφανές ότι με τραπεζικά κριτήρια τα δάνεια αυτά δεν επρόκειτο να εξυπηρετηθούν ποτέ, χορηγήθηκαν δε κυρίως από κρατικές τράπεζες ή τράπεζες που επηρεάζονταν από την οικονομική συγκυρία και βρίσκονταν σε σχέση βαρύτατης πολιτικής εξάρτησης από τα δύο αυτά κόμματα, και

-ότι τα δύο κόμματα έχουν περιέλθει σε μόνιμη και σταθερή οικονομική αδυναμία να εκπληρώσουν τις δανειακές τους υποχρεώσεις, όπως προκύπτει από τη μελέτη των ισολογισμών εσόδων δαπανών τους αλλά και την εναγώνια προσπάθεια που καταβάλλουν με παράνομες και αντισυνταγματικές τροπολογίες να θεσπίσουν το ακατάσχετο ή το ανεκχώρητο της κρατικής χρηματοδότησης που λαμβάνουν ή να θεσπίσουν με νόμο διαγραφές τόκων, μακροχρόνιες ρυθμίσεις κ.ο.κ.

Οι παραπάνω εξώδικες επιστολές μας ουδέποτε απαντήθηκαν από τις συστημικές τράπεζες. Ωστόσο κοινοποιήθηκαν επίσης με εξώδικη πρόσκλησή μας προς την Τράπεζα της Ελλάδος, την οποία καλέσαμε:

 -να ελέγξει ως εποπτεύουσα Αρχή εάν χορηγήθηκαν από τις συστημικές τράπεζες στα κόμματα Νέα Δημοκρατία και ΠΑΣΟΚ δάνεια εντός του έτους 2013, περίοδο κατά την οποία η αδυναμία εξυπηρέτησης παλαιότερων δανείων από τα κόμματα αυτά είναι απολύτως βεβαιωμένη από τα οικονομικά τους στοιχεία, αλλά και διαπιστωμένη από τον αρμόδιο Ευρωπαίο Επίτροπο κ. Αλμούνια,

-να μας ενημερώσει για τα δάνεια του έτους 2012 των δύο αυτών κομμάτων που δεν εξυπηρετούνται, και

-να ελεγχθεί στην περίπτωση του δανεισμού των δύο αυτών κομμάτων για το έτος 2012 καθώς επίσης και εάν υπήρξε δανεισμός εντός του 2013, εάν τηρήθηκαν από τις δανείστριες τράπεζες οι τραπεζικοί κανόνες και τα πιστοδοτικά κριτήρια που προβλέπονται στην κείμενη νομοθεσία.

Η Τράπεζα της Ελλάδος απήντησε στην παραπάνω εξώδικη επιστολή μας αρνητικά επικαλούμενη το επαγγελματικό - υπηρεσιακό απόρρητο. Η απάντηση της εποπτεύουσας τον τραπεζικό τομέα Αρχής συνιστά μνημείο υπεκφυγής και περιφρόνησης του νόμου και των κανόνων της δημοκρατίας, που επιβάλλουν μεταξύ άλλων να υπάρχει απόλυτη διαφάνεια και δημόσιος έλεγχος στη χρηματοδότηση των κομμάτων, πόσο μάλλον όταν αυτή γίνεται από κρατικές τράπεζες.

Παρά το γεγονός ότι τα στοιχεία έχουν δημοσιοποιηθεί, η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ συνεχίζουν να αποφεύγουν τη συζήτηση για το ενοχλητικό θέμα του δανεισμού τους και τα μέσα ενημέρωσης αδυνατούν ή δεν επιθυμούν να δουν το μέγεθος του ζητήματος και τις διαβρωτικές επιπτώσεις του στο δημοκρατικό πολίτευμα. Στον ισολογισμό λοιπόν της Νέας Δημοκρατίας του έτους 2013 διαβάζουμε ότι το υπόλοιπο δανείων του κόμματος στις 31.12.2012 ήταν 146,331 εκατ. ευρώ και 160,933 εκατ. ευρώ στις 31.12.2013. Συνεπώς η ΝΔ δανείστηκε 14,602 εκατ. ευρώ νέα χρήματα το έτος 2013. Αυτά γράφουν στον ισολογισμό τους. Αλλά εάν είναι ακριβή αυτά που γράφουν στον ισολογισμό, τότε έλαβαν εντός του 2013 νέα δάνεια ύψους 14,6 εκατ. ευρώ και είναι ανακριβή αντιστοίχως όσα δηλώνει ο γραμματέας του κόμματος Α. Παπαμιμίκος: «Ξεκάθαρα: δάνειο η Ν.Δ. το 2013 δεν έχει πάρει. Μιλάω για τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, παλαιότερα παίρναμε όλοι δάνεια. Αν διαβάσει κανείς τον ισολογισμό, βλέπει ότι τα 14 εκατ. είναι οι απλήρωτοι τόκοι από το 2013 από τη δική μας πλευρά.(…)» (συνέντευξη στο ΒήμαFM). Εάν πάλι είναι ακριβή όσα δήλωσε ο γραμματέας της ΝΔ σε συνέντευξή του στην τηλεόραση του ΣΚΑΪ, ότι δηλαδή η ΝΔ πλήρωσε μόνο 2,5 με 3 εκατ. ευρώ σε τόκους δανείων, τότε, ξεπερνώντας για την οικονομία της συζήτησης προς στιγμήν το ζήτημα του ψευδούς ισολογισμού που παρουσίασε το κόμμα του (όπου αναφέρεται ότι εντός του 2013 πληρώθηκαν 17,048 εκατ. ευρώ σε τόκους και έξοδα δανείων) έχουμε έμμεσο ή κεκαλυμμένο δανεισμό από κάποιες τράπεζες, αφενός με την μη είσπραξη της εκχωρημένης σε αυτές κρατικής χρηματοδότησης και αφετέρου με πάγωμα των οφειλόμενων τόκων.

Σε κάθε περίπτωση το κυβερνόν κόμμα αύξησε το δανεισμό του το έτος 2013, περίοδο που είχε διαπιστωμένη οικονομική αδυναμία να το κάνει και φρόντισε σκανδαλωδώς να απαλλάξει με νόμο τις διοικήσεις των τραπεζών τόσο για τη χρηματοδότηση αυτή όσο και για τις προηγηθείσες.

Εάν τα παραπάνω δεν αποτελούν ένα μείζον ζήτημα με προεκτάσεις στους φορείς της δικαιοσύνης, στην εποπτεύουσα τις συστημικές τράπεζες Αρχή, στο τραπεζικό σύστημα και στα κόμματα, τότε τι άλλο μπορεί να είναι;

Τα αντισυστημικά άκρα που απειλούν τη δημοκρατική ομαλότητα από αυτά ακριβώς τα φαινόμενα διαθεσμικής συγκάλυψης τρέφονται και ενισχύονται.

Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2014

Δεν μπορούν να χρηματοδοτηθούν οι διορισμοί αναπληρωτών καθηγητών μέσω ΕΣΠΑ


Στις 11 Αυγούστου στο facebook έγραφα μεταξύ άλλων τα εξής σχολιάζοντας τις ανακοινώσεις του υπουργού παιδείας για πρόσληψη 22.000 αναπληρωτών καθηγητών:

Ο Υπουργός Παιδείας κλπ. έχει ανακοινώσει την πρόσληψη 22.000 αναπληρωτών καθηγητών για τη νέα σχολική χρονιά.
(…)
Το ερώτημα προς τον υπουργό είναι από πού θα πληρωθούν αυτοί, γιατί κονδύλι δεν υπάρχει στον προϋπολογισμό; Το κοινό "μυστικό" για να τους πληρώσουμε είναι να βάλουμε χέρι στα λεφτά του ΕΣΠΑ, των κουτόφραγκων δηλαδή της Ε.Ε..
Αλλά οι κανόνες επιλεξιμότητας του ΕΣΠΑ δεν επιτρέπουν δαπάνη μισθοδοσίας νέων υπαλλήλων παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις που προωθείται η καινοτομία, η έρευνα κοκ. κάτι που στην περίπτωσή μας δεν ισχύει.
Συνεπώς νομίμως προσλήψεις αναπληρωτών δεν μπορεί να γίνουν.”

Xθες διαβάζουμε τα εξής:

Μα δεν τα λέγαμε…

Εκείνο που μου προξενεί απογοήτευση είναι η παντελής ανικανότητα των δημοσιογράφων που καλύπτουν το ρεπορτάζ των υπουργείων να αξιολογήσουν τις κατά καιρούς ανακοινώσεις των αρμοδίων υπουργών. 
Με ελάχιστες εξαιρέσεις οι δημοσιογράφοι που καλύπτουν ειδησεογραφικώς τα διάφορα υπουργεία αναπαράγουν ό,τι τους "σερβίρει"η πολιτική ηγεσία.
Στην προκειμένη περίπτωση αρκούσε μια προσεκτική μελέτη των κονδυλίων του προϋπολογισμού για να αντιληφθεί κανείς ότι κονδύλια για νόμιμες προσλήψεις τόσων χιλιάδων αναπληρωτών καθηγητών δεν υπάρχουν εγγεγραμμένα στον προϋπολογισμό.

Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2014

Ο υπουργός του "ράβε ξήλωνε"

Toν Ιούνιο ο υπουργός παιδείας κοκ. έδωσε τη δυνατότητα στο 60% των φοιτητών να πάρουν μεταγραφή χαλαρώνοντας σε σημείο γελοιότητας τα κριτήρια για τις μεταγραφές. 
Το να ικανοποιείς κάθε αίτημα όσο παλαβό κι αν είναι αποτελεί σίγουρη συνταγή για την πολιτική σου μακροημέρευση. 
Αλλά ευτυχώς για μας και δυστυχώς για τον πονηρό υπουργό το μέτρο ήταν τόσο ακραίο που δεν μπορούσαν να το αντέξουν ούτε καν αυτά τα ελληνικά πανεπιστήμια. Στην αρχή ο υπουργός ικανοποιώντας τα κεντρικά πανεπιστήμια που αντιδρούσαν διότι θα δέχονταν έναν υπερβολικά μεγάλο αριθμό φοιτητών χωρίς τις αντίστοιχες υποδομές (δεν καλύπτουν ούτε αυτούς που φοιτούν ήδη) τροποποίησε την απόφασή του και έδωσε τη δυνατότητα να μεταφερθούν και οι πόροι που αναλογούν στους φοιτητές που θα μεταγραφούν σ΄αυτά. 
Τώρα όμως ήταν τα περιφερειακά πανεπιστήμια που θα είχαν πρόβλημα αφού τους αφαιρούντο πόροι απαραίτητοι για τη λειτουργία τους.
Κατόπιν αυτών αλλά και των αντιδράσεων των κεντρικών ΑΕΙ που δεν αντέχουν τόσους φοιτητές ακόμη κι αν μεταφερθούν οι πόροι που τους αναλογούν, ο πάνσοφος υπουργός παιδείας είχε τη φαεινή ιδέα να αυστηροποιήσει ξανά τα κριτήρια που ο ίδιος ελαστικοποίησε προ τριών μόλις μηνών έτσι ώστε από τις 60.000 περίπου φοιτητές που είχαν δικαίωμα μεταγραφής πλέον να δικαιούνται να μεταγραφούν λιγότεροι από 20.000.
Όλους αυτούς τους μήνες ο λαϊκιστής υπουργός πού τον έχανες πού τον έβρισκες στα κανάλια να εξηγεί κάθε φορά τις αλλαγές που αποφάσιζε.
Ράβε ξήλωνε δημοσιότητα να μη σου λείπει.

ΣΥΡΙΖΑ και ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

Η προσέγγιση που παρατηρείται το τελευταίο τουλάχιστον ενάμισι έτος από μέρους του ΣΥΡΙΖΑ με την Ορθόδοξη Εκκλησία (η “Αυγή” μοίραζε φυλλάδιο με ομιλία του Μ. Βασιλείου κ.ο.κ. και ο ΣΥΡΙΖΑ οργάνωνε συνέδριο με θέμα «Εκκλησία και Αριστερά» τον Ιανουάριο του 2013) μόνο περιστασιακή ή τυχοδιωκτική δεν μπορεί να χαρακτηριστεί.
Ανεξάρτητα από την κυνική πρόθεση του ΣΥΡΙΖΑ να καρπωθεί και αυτός μερίδιο από τις ψήφους των ορθόδοξων χριστιανών, η προσέγγιση των δύο πλευρών μόνο παράταιρη δεν είναι, αντιθέτως πρόκειται για μια απολύτως συμβατή σχέση.
Τόσο ό ΣΥΡΙΖΑ όσο και η Ορθόδοξη Εκκλησία (ου μην αλλά και η άκρα δεξιά) ο καθένας βεβαίως για τους λόγους του, έχουν κοινούς εχθρούς, την ανοιχτή κοινωνία, τον καπιταλισμό της ελεύθερης επιλογής, τα ατομικά δικαιώματα, το μεθοδολογικό ατομικισμό κοκ. Ποιος ξεχνά λ.χ. την κατά Ματθαίον ρήση του Ιησού "Πάλιν δὲ λέγω ὑμῖν, εὐκοπώτερόν ἐστι κάμηλον διὰ τρυπήματος ραφίδος διελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν".
Απλώς μ΄αυτά και μ΄αυτά θα πρέπει να περιμένουν πολύ οι αριστεροί που νομίζουν ότι όταν καταλάβει ο ΣΥΡΙΖΑ την εξουσία θα θεσμοθετήση την καύση των νεκρών, τους γάμους των ομόφυλων ζευγαριών και το χωρισμό κράτους εκκλησίας.
http://www.avgi.gr/…/al-tsipras-oi-agioreites-ensarkonoun-t…-

Ο ΕΝΦΙΑ πρέπει να καταργηθεί

Ο ΕΝΦΙΑ δε διορθώνεται, πρέπει να καταργηθεί.
Κατά το σχεδιασμό του αγνοήθηκαν οι βασικές αρχές της φορολογίας.
Οι παρανοϊκές ρυθμίσεις του οδηγούν σε δήμευση των ακινήτων πολλών ιδιοκτητών.
Η μόνη λύση είναι η πρόταση της Δράσης και του Stefanos Manos, δηλαδή η κατάργηση όλων των φόρων που βαρύνουν την ακίνητη περιουσία και του φόρου κληρονομίας. Πλην ενός φόρου, του φόρου υπεραξίας.
Το κράτος πρέπει να πάψει να χρηματοδοτεί και τους ΟΤΑ. 
Οι Δήμοι θα αντλούν τα έσοδά τους από την επιβολή ανταποδοτικού τέλους στα ακίνητα που βρίσκονται στην περιφέρειά τους, το οποίο θα υπολογίζεται με βάση το εμβαδόν των ακινήτων και το συντελεστή δόμησης αυτών και μόνο.
Οι δαπάνες των Δήμων θα πρέπει να προέρχονται από τους δημότες τους και όχι από τους φορολογούμενους.
Η πρόταση αυτή πέραν του σημαντικού οικονομικού οφέλους για τους πολίτες, τις επιχειρήσεις και την οικονομία γενικότερα θα οδηγήσει ταυτόχρονα στη θεσμική "ενηλικίωση" των Δήμων. Οι δήμαρχοι θα λογοδοτούν για τη διαχείριση των χρημάτων των δημοτών τους και οι τελευταίοι θα ελέγχουν αποτελεσματικότερα πώς δαπανώνται αυτά.
Τέλος στην αλόγιστη σπατάλη χωρίς τιμωρία.
http://www.drassi.gr/periousia-akinita.html

Εάν δεν ήταν ο Σαμαράς ο Τσίπρας δεν θα έβλεπε ποτέ εξουσία.

Κακά τα ψέμματα αλλά η κυβέρνηση και μόνη αυτή ανοίγει το δρόμο του ΣΥΡΙΖΑ προς την εξουσία. Δηλαδή:
Εάν η κυβέρνηση δεν εξαθλίωνε τη μεσαία τάξη με εξοντωτική, άδικη, αντιαναπτυξιακή και δημευτική φορολογία,
Εάν δεν καθυστερούσε ή ανέβαλε διαρκώς με προσχήματα τη μείωση του κράτους-δυνάστη των πολιτών (μείωση των δαπανών του, της γραφειοκρατίας και της πολυνομίας),
Εάν δεν έκανε αμφιλεγόμενες ιδιωτικοποιήσεις προς χάριν των ολιγαρχών μεγαλοεπιχειρηματιών που στηρίζουν ΝΔ και ΠΑΣΟΚ,
Εάν δεν καθυστερούσε ή ματαίωνε αναγκαίες μεταρρυθμίσεις και ιδιωτικοποιήσεις προς χάριν των πελατειακών συμφερόντων της και
Εάν δεν είχε η Σαμαρική ΝΔ προεκλογικά "εκπαιδεύσει" τους Έλληνες στις αντιμνημονιακές συνωμοσιολογικές ανοησίες τότε κανένας ΣΥΡΙΖΑ δεν θα διεκδικούσε σήμερα την εξουσία.

Το "πρόβλημα της υλοποίησης" των μεταρρυθμίσεων

Η στάση της Δούρου στο θέμα της αξιολόγησης των δημοσίων υπαλλήλων αποδεικνύει το περίφημο Implementation problem. Το πρόβλημα της υλοποίησης δηλαδή των νομοθετημένων μεταρρυθμίσεων στη δημόσια διοίκηση ιδίως όταν οι μεταρρυθμίσεις εκτός από το τεχνικό σκέλος τους έχουν και το πολιτικό ή ιδεολογικό και θίγουν ομάδες κατεστημένων συμφερόντων και τους προστάτες τους επαγγελματίες πολιτικούς.
Κρίσιμο ζήτημα για τον επισπεύδοντα μια μεταρρύθμιση που απαιτεί χρόνο για την εφαρμογή της είναι το ownership, δηλαδή να την έχει κατανοήσει πρώτα πρώτα ο ίδιος και να τη συμμερίζεται. Αλλιώς είναι πολύ δύσκολο να πείσει τους πολίτες για την αναγκαιότητά της.
Το πόσο δύσκολο είναι να εφαρμόσεις μια μεταρρύθμιση που δεν πιστεύεις το διαπίστωσα για παράδειγμα στην περίπτωση της ιδιωτικοποίησης της ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ, όπου συνομιλώντας με κυβερνητικά στελεχη -και μάλιστα από το χώρο της ΝΔ- διέκρινα την απροθυμία ή/και την αδυναμία τους να υπερασπιστούν, υποστηρίξουν και εξηγήσουν το ορθότατο αυτό μέτρο δημόσια. 

Μάλιστα όταν το θέμα ετέθη στο δημοτικό συμβούλιο της Αθήνας, οι σύμβουλοι της Νέας Δημοκρατίας πρωτοστάτησαν σε αντιδράσεις επί της αρχής της ιδιωτικοποίησης αυτής υιοθετώντας πλήρως όλα τα πρωτόγονα και ανυπόστατα επιχειρήματα και ξεπερνώντας σε ένταση και πάθος ακόμη και τους συμβούλους της πάσης φύσεως αριστεράς.

Τι κρύβουν οι αντιδράσεις Δούρου, δημάρχων και ΠΟΕ - ΟΤΑ

Ο έλεγχος των μονιμοποιήσεων των συμβασιούχων στο δημόσιο με το νόμο Παυλόπουλου είναι τόσο σοβαρό όσο και η διαπραγμάτευση για την αναδιάρθρωση του χρέους της χώρας.
Η Δούρου και οι υπόλοιποι δήμαρχοι (Ιωακειμίδης κ.τ.κ.σ.) υπεραμύνονται του πιο άθλιου και διεφθαρμένου πελατειακού συστήματος. 

Και δεν είναι τόσο η αξιολόγηση το πρόβλημά τους ή τα πλαστά δικαιολογητικά. 
Το ζουμί βρίσκεται στον έλεγχο των μονιμοποιήσεων των πρώην συμβασιούχων. Στο θέμα αυτό μεγαλούργησαν οι κομματικές και δημοτικές συμμορίες. 
Είναι βέβαιο δηλαδή ότι ο επανέλεγχος των μονιμοποιήσεων που έγιναν με βάση το άρθρο 11 του Π.Δ. 164/2004 θα βγάλει πολλούς λαγούς. Χιλιάδες μονιμοποιήθηκαν χωρίς να πληρούν τις προϋποθέσεις που όριζε η νομοθεσία. Δηλαδή νομιμοποιήθηκαν παραβιάζοντας το νόμο με συνεργούς τούς τοπικούς άρχοντες. Αυτό είναι που καίει περισσότερο απ΄όλα και την ΠΟΕ-ΟΤΑ ένα από τα πιο αντιδραστικά συνδικάτα κι αυτό προσπαθεί με κάθε τρόπο να αποφύγει. Όλοι αυτοί ΠΟΕ - ΟΤΑ, δήμαρχοι κοκ. υπερασπίζονται τους πελάτες τους, εκείνους που όντες παιδιά και παρατρεχάμενοι του κομματικού συστήματος παρέκαμψαν το ΑΣΕΠ και κατέλαβαν αναξιοκρατικά και παράνομα χιλιάδες θέσεις στο στενό και ευρύτερο δημόσιο τομέα εις βάρος εκείνων που είχαν τα τυπικά προσόντα αλλά δεν είχαν "μπάρμπα στην Κορώνη".
Το θέμα λοιπόν του ελέγχου από μηδενική βάση των μονιμοποιήσεων είναι κρίσιμο και απ΄αυτό θα κριθεί εν πολλοίς το εάν η χώρα θα απαγκιστρωθεί ή όχι από τα δίχτυα του κομματικού-πελατειακού συστήματος που την οδήγησε στην καταστροφή.

H ωφέλιμη παραοικονομία και άλλα τινά περί φόρων και δαιμονίων*


Σύμφωνα με το μηνιαίο δελτίο του ΚΕΠΕ, μια από τις σημαντικότερες αιτίες της παραοικονομίας, η οποία ανέρχεται στο 24% του ΑΕΠ και αυξάνεται συνεχώς είναι η έλλειψη ανταποδοτικότητας στις παροχές του κράτους προς τον πολίτη σε σχέση με το ύψος των φόρων που εισπράττει από αυτόν.[i] Οι παροχές του κράτους προς τον πολίτη είναι σύμφωνα με τους όρους του κοινωνικού συμβολαίου το αντάλλαγμα που νομιμοποιεί από νομική και ηθική άποψη την από μέρους του κράτους βίαιη αφαίρεση μέρους του εισοδήματός του.
Νομοθετικά, η αρχή που επιβάλλει ώστε η φορολογία να τελεί σε σχέση σχετικής αναλογίας με τις ανταποδοτικές παροχές του κράτους καθιερώνεται στη Συνθήκη της Λισσαβώνας, η οποία έχει πλέον κυρωθεί από το Ελληνικό Κοινοβούλιο με τον νόμο 3671/2008 και υπερισχύει σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος των τυπικών νόμων και της υπόλοιπης νομοθεσίας του κράτους.
Κι όμως, παρά τη δέσμευση της χώρας η Συνθήκη της Λισσαβώνας παραβιάζεται καθημερινά ενώ οι φόροι των πολιτών κατασπαταλώνται από τους γραφειοκρατικούς μηχανισμούς του υπερτροφικού κράτους και από τις ομάδες ειδικών συμφερόντων που το ελέγχουν και το λυμαίνονται. Ουδέποτε οι γραφειοκράτες ή οι πολιτικοί του Υπουργείου Οικονομικών αισθάνθηκαν την ανάγκη να αποδείξουν τη χρησιμότητα  μιας δημόσιας υπηρεσίας για τους πολίτες. Να αποδείξουν δηλαδή ότι η κρατική παροχή είναι αυτοτελώς ισοδύναμη αξία με την αξία που αφαιρείται από την τσέπη των φορολογουμένων.
Επίσης, όλες οι έρευνες των διεθνών οργανισμών αποδεικνύουν ότι οι κύριες αιτίες της παραοικονομίας είναι: α) η υψηλή φορολογία, β) η πολυνομία και πολυπλοκότητα της φορολογικής νομοθεσίας και γ) η έλλειψη ανταποδοτικότητας των φόρων. Η παραοικονομία, ή, πιο σωστά, η «παράλληλη οικονομία» είναι στην πραγματικότητα η φυσιολογική αντίδραση της κοινωνίας στην ανηθικότητα της μεγάλης και άδικης φορολογίας. Ίσως λοιπόν θα πρέπει να αρχίσουμε σιγά σιγά να αναθεωρούμε την απόλυτη δαιμονοποίηση της παραοικονομίας και μάλιστα υπό το πρίσμα νεότερων και αρκετά αξιόπιστων ερευνών.
Σε μια έξοχη και εξαιρετικά πρωτότυπη μελέτη του ο Friedrich Schneider, Καθηγητής Οικονομικών του Τμήματος Johannes Kepler του Πανεπιστημίου του Λιντς στην Αυστρία, επιχειρεί με επιτυχία να αποενοχοποιήσει σε πολλές περιπτώσεις τη σκιώδη ή παράλληλη οικονομία.
Με εξαίρεση την παραοικονομία του οργανωμένου εγκλήματος (εμπόριο όπλων, ναρκωτικών, λευκής σαρκός κ.ο.κ.) και τις περιπτώσεις διαφθοράς, ο Schneider επιχειρεί να προσεγγίσει απροκατάληπτα τον αδήλωτο οικονομικό τομέα νόμιμων δραστηριοτήτων, τα εισοδήματα δηλαδή που δεν δηλώνονται στο κράτος για να αποφύγουν την υπέρμετρη φορολόγηση ή την εξοντωτική ασφαλιστική επιβάρυνση.
Ο αδήλωτος οικονομικός τομέας σε χώρες, όπου το υπερτροφικό κράτος εμποδίζει την οικονομική δραστηριότητα και απομυζά τον μόχθο των παραγωγικών ομάδων για να συντηρεί τις αναποτελεσματικές και διεφθαρμένες δομές του και τις παρασιτικές δημοσιοσυντήρητες ομάδες που εξαρτώνται από αυτό, έχει σύμφωνα με τη μελέτη θετική επίδραση στην οικονομία.
Ο Schneider υποστηρίζει –χωρίς βεβαίως να επιχειρηματολογεί ευθέως υπέρ της φοροδιαφυγής– ότι σε αρκετές περιπτώσεις ο αδήλωτος οικονομικός τομέας είναι κοινωνικά επωφελής αφού απορροφά την κοινωνική δυσαρέσκεια και αντιμετωπίζει το πρόβλημα της ανεργίας αποτελεσματικότερα σε σχέση με τις αδιέξοδες και γραφειοκρατικές κρατικές πολιτικές. Είναι βέβαιο, κατά τον συγγραφέα, ότι η σκιώδης οικονομία βοηθά στην τόνωση της ενεργού ζητήσεως πολύ περισσότερο και από την πιο επιτυχημένη επίσημη κρατική πολιτική ενίσχυσής της[ii].
O Scneider αναφέρεται και στην περίπτωση της Ελλάδας[iii] υποστηρίζοντας τις ευεργετικές συνέπειες που είχε η παράλληλη οικονομία για τους χαμηλόμισθους και συνταξιούχους τα χρόνια της κρίσης, οι οποίοι χωρίς αυτήν θα είχαν εξαθλιωθεί.
Αυτά ενισχύονται και από τα σταθερά πορίσματα της οικονομικής επιστήμης που εδώ και δεκαετίες αποδεικνύουν ότι το κοινωνικό αποτέλεσμα μεγεθύνεται όταν τους πόρους τους διαχειρίζεται ο παραγωγός τους, η ιδιωτική οικονομία δηλαδή και όχι το σπάταλο και αδηφάγο κράτος[iv].
Άλλη σημαντική αιτία της παραοικονομίας είναι η πολυνομία και η πολυπλοκότητα του φορολογικού συστήματος που ταλαιπωρεί αφάνταστα τους φορολογουμένους, ενισχύει τη διαφθορά και την παράνομη συναλλαγή, ενώ αυξάνει το κόστος λειτουργίας μιας οικονομικής μονάδας. Δυστυχώς στον μόνο τομέα παραγωγής που η Ελλάδα μπορεί να «καυχηθεί» ότι πρωτεύει διεθνώς είναι η ...παραγωγή νόμων. Μόνο εντός του 2013 εκδόθηκαν 1100 εγκύκλιοι από το Υπουργείο Οικονομικών οι οποίες παρείχαν διευκρινίσεις για φορολογικά θέματα. Μάλιστα πολλές «ερμηνείες» αναιρούν όσα προβλέπουν οι απειράριθμοι φορολογικοί νόμοι των τελευταίων ετών. Από μόνο του το γεγονός αποδεικνύει την αποτυχία της φορολογικής πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών και της κυβέρνησης.
Υπ’ αυτές τις συνθήκες δεν πρέπει να απορεί κανείς γιατί μειώνεται η αποτελεσματικότητα του κράτους στη βεβαίωση και είσπραξη των εσόδων. Η απάντηση είναι ότι εξαιτίας της πολυνομίας μειώνεται η εμπιστοσύνη των πολιτών στον δίκαιο χαρακτήρα της φορολογίας. Δεν χρειάζεται επίσης να αναρωτιόμαστε γιατί δεν επενδύει κανείς τα χρήματά του στη χώρα. Το Παγκόσμιο Οικονομικό Forum στην τελευταία έκθεσή του αναδεικνύει την πολυπλοκότητα και την πολυνομία της ελληνικής φορολογικής νομοθεσίας στον τρίτο βασικότερο ανασταλτικό παράγοντα επιχειρηματικής δραστηριοποίησης κάποιου στην Ελλάδα.[v]
Στην ίδια έκθεση, η υψηλή φορολογία αποτελεί τον πέμπτο ανασταλτικό παράγοντα να επενδύσει κανείς στη χώρα. Ενώ διεθνώς προκειμένου να προσελκυσθούν κεφάλαια ο φορολογικός ανταγωνισμός αυξάνεται και τα κράτη στη μεγάλη τους πλειονότητα μειώνουν τους φορολογικούς συντελεστές ή τα πιο τολμηρά υιοθετούν ακόμη πιο φιλελεύθερα μέτρα, όπως είναι η υιοθέτηση του συστήματος της αναλογικής φορολογίας (Flat Tax), στην Ελλάδα ακόμη και σήμερα μας ταλαιπωρεί το δόγμα Σημίτη και των επιγόνων του: «Δεν θα γίνουμε Ιρλανδία»[vi]. Καλό θα ήταν κάποια στιγμή ο νυν πρωθυπουργός και το οικονομικό επιτελείο του να έκανε ένα ταξιδάκι στην Ιρλανδία για να πάρουν μερικά μαθήματα δημόσιας οικονομικής μήπως και αναλογιστούν πώς είναι δυνατόν αυτή η μικρή χώρα να έχει καταφέρει να προσελκύσει τόσο πολλούς πολυεθνικούς γίγαντες στο έδαφός της (Apple, Pfizer, Yahoo, Google, Microsoft κ.ο.κ.). Χίλιες και πλέον πολυεθνικές επιχειρήσεις είναι εγκατεστημένες στην Ιρλανδία, απασχολούν πάνω από 150.000 εργαζομένους και είναι αυτές που βοήθησαν την Ιρλανδία να ξεπεράσει πολύ γρήγορα την οικονομική κρίση. Όταν άρχισε η κρίση στο τέλος του 2008 τεράστιες ήταν οι πιέσεις που δέχθηκε η Ιρλανδία, κυρίως από τις ΗΠΑ αλλά και κάποιους «φορολάγνους» εταίρους από την Ε.Ε., να αυξήσει τη φορολογία εισοδήματος. Ο φορολογικός ανταγωνισμός τους ενοχλούσε, αλλά κι αυτό είναι ένα κεκτημένο από τις Ευρωπαϊκές Συνθήκες και ιδίως τη Συνθήκη της Λισσαβώνας. Η Ιρλανδία δεν υπέκυψε και δικαιώθηκε[vii].
Θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι ο φόρος ενός κράτους είναι στοιχείο του κόστους της οικονομίας του. Μείωση του κόστους σημαίνει αύξηση της παραγωγικότητας και της ελκυστικότητας της οικονομίας και η ελληνική οικονομία –σε αντίθεση με όσα είχε κατά το παρελθόν αβασίμως υποστηρίξει κ. Στουρνάρας (να μην ξεχνάμε ότι είναι ο εμπνευστής και εφαρμοστής του ΕΝ.Φ.Ι.Α.)– υπερφορολογείται.
Σύμφωνα με το εγκυρότατο Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής, σε όλους τους τομείς οι φορολογικοί συντελεστές στην Ελλάδα είναι υψηλότεροι του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Πιο συγκεκριμένα:
α) ο συντελεστής ΦΠΑ στην Ελλάδα είναι 23%, ενώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση ο μ.ο. είναι 21,52%,
β) ο φόρος εισοδήματος νομικών προσώπων διαμορφώνεται στη χώρα μας στο 26% ενώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση ο μ.ο. είναι 21,82% και
γ) ο φόρος εισοδήματος φυσικών προσώπων στην Ελλάδα αγγίζει το 46%, ενώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση φθάνει το 36,66%.[viii]
Σε πολλούς η άποψη ότι η παράλληλη οικονομία αποτελεί μια αναγκαστική διέξοδο για εκατοντάδες παραγωγικούς πολίτες και μια ανάσα για την οικονομία μπορεί να κακοφαίνεται. Οι αστήρικτες βεβαιότητες της κοινής γνώμης που τρέφεται από την επίσημη κρατική φοροτρομοκρατία των πολιτικών και των μέσων ενημέρωσης αναιρούνται όμως πανηγυρικά από την οικονομική πραγματικότητα που επιτάσσει την άμεση γενναία μείωση και απλοποίηση της φορολογίας για να μειωθεί το φαινόμενο της φοροδιαφυγής, να ανακουφιστούν τα μεσαία και χαμηλά στρώματα του πληθυσμού και να υπάρξει οικονομική πρόοδος.
Μπορεί σε άλλους πάλι αυτά να ακούγονται αυτονόητα, στην Ελλάδα όμως, για να παραφράσω τον Φρεντερίκ Μπαστιά, κουράζεσαι για να αποδείξεις ότι ένα κι ένα κάνει δύο. Όταν τα καταφέρεις, οι πολιτικοί σού φωνάζουν ότι «είναι αυτονόητο» και στη συνέχεια ψηφίζουν το αντίθετο σαν να μην απέδειξες απολύτως τίποτε.

Δημοσιεύτηκε στο http://www.capital.gr/News.asp?id=2111923

[iv] Για περισσότερα σχετικά με τη διαφορά αποτελεσματικότητας στη χρήση των πόρων μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα βλ.Bitros, G. C., Tsionas, E. G. (2004) "A Consιstent Approach to Cost Efficiency Measurement,"Oxford Bulletin of Economics and Statistics, 66, 49-69.
[vi] Για περισσότερα βλ. “Μια εναλλακτική πρόταση στο φορολογικό αδιέξοδο” http://goo.gl/2C11Sd

Κυριακή, 13 Ιουλίου 2014

Κύπρος - Ελλάδα: βίοι αντίθετοι στην εκπαίδευση*

Το 2005  είναι έτος-ορόσημο για τα εκπαιδευτικά πράγματα της Κύπρου. Στις 29 Ιουλίου η Κυπριακή Δημοκρατία επέτρεψε τη λειτουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων ξεκινώντας μια εκπαιδευτική επανάσταση που κύρια επιδίωξή της ήταν να εκμεταλλευτεί η Κύπρος το συγκριτικό πλεονέκτημα που της έχει απλόχερα προσφέρει η ιστορία, τη γεωγραφική της θέση και το περιβάλλον της.
Την ίδια πάνω-κάτω περίοδο στην Ελλάδα το πανεπιστημιακό συνδικαλιστικό-κομματικό κατεστημένο (σε συνεργασία με την εσωκομματική αντιπολίτευση του Γιώργου Παπανδρέου στο ΠΑΣΟΚ) ματαίωναν την αλλαγή του άρθρου 16 του Συντάγματος.

Τι συνέβη στην Ελλάδα είναι λίγο-πολύ γνωστό, αξίζει όμως να μάθει κανείς τι συμβαίνει στην Κύπρο. Σήμερα στην Κύπρο λειτουργούν τρία δημόσια και πέντε ιδιωτικά πανεπιστήμια.

Τα τρία παλαιότερα ιδιωτικά πανεπιστήμια είναι αναγνωρισμένα ως ομοταγή προς τα ελληνικά Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (ΑΕΙ) και όπου να ’ναι θα αναγνωριστούν και τα άλλα δύο. Επιπλέον, οι τίτλοι σπουδών που προσφέρονται από αυτά είναι αναγνωρισμένοι στην Κύπρο και κατ’ επέκταση σε όλα τα κράτη της Ε.Ε.

Τα κυπριακά ιδιωτικά πανεπιστήμια προσφέρουν μια μεγάλη και συνεχώς διευρυνόμενη ποικιλία από προπτυχιακά και μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα. Σήμερα προσφέρονται περισσότερα από 120 διαφορετικά προγράμματα σπουδών σε προπτυχιακό επίπεδο και 92 σε μεταπτυχιακό επίπεδο. Μάλιστα, πολλά από αυτά τα προγράμματα προσφέρονται και με τη μέθοδο της πολυμορφικής εκπαίδευσης (από απόσταση). Τα δίδακτρα είναι αρκετά προσιτά.

Οι αλλαγές που επέφερε η ίδρυση και λειτουργία των ιδιωτικών πανεπιστημίων στην Κύπρο είναι εν συντομία οι εξής: η Κύπρος έγινε εκπαιδευτικός προορισμός για χιλιάδες ξένους φοιτητές. Μόλις στα δυο μόνο πρώτα χρόνια λειτουργίας των ιδιωτικών πανεπιστημίων οι ξένοι φοιτητές στο νησί αυξήθηκαν κατά 80,6% (από 5.961 σε 10.765). Σήμερα είναι στην Κύπρο φοιτητές από 50 και πλέον χώρες -ακόμη κι από τη μακρινή Μογγολία- και το ποσοστό τους ανέρχεται περίπου στο 30% του συνολικού αριθμού των φοιτητών των ιδιωτικών πανεπιστημίων.

Η Κύπρος επίσης κατάφερε να αντιστρέψει την τάση εκπατρισμού των νέων της για σπουδές σε ξένα πανεπιστήμια. Δημιουργήθηκαν πάνω από 1.500 νέες θέσεις εργασίας, εκ των οποίων το 65% περίπου είναι επιστημονικού-ερευνητικού χαρακτήρα.

Την επόμενη πενταετία οι επενδύσεις στην εκπαίδευση και στην έρευνα θα συναγωνίζονται τις επενδύσεις στην ενέργεια και στην αφαλάτωση του νερού, ενώ η Κυπριακή Δημοκρατία δεν προλαβαίνει να υπογράφει διακρατικές συμφωνίες και μνημόνια συνεργασίας που αφορούν πλέον και τον τομέα της εκπαίδευσης. Την προσεχή πενταετία ο αριθμός των ξένων φοιτητών στην Κύπρο αναμένεται να τριπλασιαστεί. Πάνω από 75.000.000 ευρώ είναι σε ετήσια βάση το πρόσθετο κέρδος για την κυπριακή οικονομία από τους 5.000 περίπου ξένους φοιτητές που φοιτούν στα παραπάνω ιδιωτικά πανεπιστήμια και άλλα 150.000.000 ευρώ το όφελος από την παραμονή των Κυπρίων φοιτητών στη χώρα τους.

Ο πληθυσμός της Κύπρου είναι το 1/13 του πληθυσμού της Ελλάδας και η έκτασή της περίπου το 1/21 της έκτασης της Ελλάδας. Με μια απλή αναγωγή στα δικά μας μεγέθη, θα μπορούσε κανείς να αντιληφθεί το τεράστιο όφελος για τη χώρα εάν τολμούσε να καταργήσει το κρατικό μονοπώλιο στην ανώτατη εκπαίδευση. Η Ελλάδα θα μπορούσε να γίνει ελκυστικός εκπαιδευτικός προορισμός για περισσότερους από 100.000 ξένους φοιτητές. Περισσότερες από 10.000 θέσεις διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού και πάνω από 5.000 θέσεις διοικητικού προσωπικού θα δημιουργούνταν. Για να γίνει κατανοητό το μέγεθος, απλώς να αναφέρουμε ότι σήμερα 1.000 μέλη επιστημονικού προσωπικού έχουν περίπου δύο δημόσια πανεπιστήμια μαζί, το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.

Η λειτουργία των ιδιωτικών πανεπιστημίων και η παρουσία των ξένων φοιτητών θα απέφερε ένα σημαντικό άμεσο έσοδο για την ελληνική οικονομία της τάξης των περίπου 2 δισ. ευρώ, χωρίς να υπολογιστεί η πρόσθετη ωφέλεια της παραμονής χιλιάδων Ελλήνων φοιτητών στην πατρίδα τους, η μείωση της ανεργίας κ.ο.κ.

Για την Ελλάδα, η Κύπρος πέφτει μακριά… Εδώ δυστυχώς ακόμη και σήμερα συνεχίζεται η «σφαγή των αθώων», ο παραλογισμός ενός αντιδραστικού εκπαιδευτικού συστήματος υπό ασφυκτικό κρατικό έλεγχο που οδηγεί δεκάδες χιλιάδες Ελληνες φοιτητές, επιστήμονες, καθηγητές στο εξωτερικό και προκαλεί στις δεκάδες χιλιάδες οικογένειές τους θλίψη και μια τεράστια οικονομική αφαίμαξη.


* Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή της 12ης Ιουλίου 2014 http://www.kathimerini.gr/775947/opinion/epikairothta/politikh/kypros---ellada-vioi-anti8etoi-sthn-ekpaideysh

Δευτέρα, 5 Μαΐου 2014

Gary Becker, RIP


Ο Gary Becker που πέθανε χθες υπήρξε από τους μεγαλύτερους οικονομολόγους της εποχής μας.
Ήταν το 1955 όταν δημοσίευσε με πολύ κόπο είναι αλήθεια τη διατριβή του με θέμα την οικονομική ανάλυση των φυλετικών διακρίσεων στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο. Kι αυτό γιατί το θέμα αλλά και η μεθοδολογία του ξένιζε αρκετά τους οικονομολόγους της εποχής του. Με την υποστήριξη των καθηγητών του Milton Friedman, Theodore Schultz και Gregg Lewis τελικά τα κατάφερε.
Προικισμένος με τεράστιες διανοητικές δυνατότητες και έχοντας ευρύτατη γενική μόρφωση ο Becker άνοιξε νέους δρόμους προσέγγισης των οικονομικών.
Με μεθοδικότητα και συστηματικό τρόπο ανέπτυξε την οικονομική θεωρία της κατανομής του χρόνου, παρουσίασε τη νέα θεωρία συμπεριφοράς του καταναλωτή και αντέκρουσε επιστημονικά πολλές από τις διαδεδομένες στην εποχή του δοξασίες εναντίον του καπιταλισμού, όπως λ.χ. η υποτιθέμενη αντίθεση μεταξύ "πραγματικών" και "τεχνητών" καταναλωτικών αναγκών.
O Becker άνοιξε νέους δρόμους στα οικονομικά μελετώντας από τη σκοπιά της οικονομικής θεωρίας όχι οικονομικούς αλλα κοινωνικούς θεσμούς. Μάλιστα δεν αρκέστηκε στη μελέτη της λειτουργίας των κοινωνικών θεσμών αλλά προσπάθησε να δικαιολογήσει την ύπαρξή τους, όπως λ.χ. την ύπαρξη του θεσμού της οικογένειας ή του θεσμού του γάμου με κλασικά άρθρα του που περιλαμβάνονται στο βιβλίο του "A Treatise on the Family".
Τα βιβλία του, "Human Capital: A Theoretical and Emperical Analysis" (βιβλίο που του έδωσε το 1992 και το Nobel των Οικονομικών), "Economic Theory" και "The Economic Approach to Human Behavior" συγκαταλέγονται στα κλασσικά βιβλία της σύγχρονης οικονομικής θεωρίας.

Τρίτη, 15 Απριλίου 2014

Ο Άρης και το Ισλαμικό Τέμενος


Ουποψήφιος δήμαρχος Αθηναίων Άρης Σπηλιωτόπουλος επιμένει στη διενέργεια τοπικού δημοψηφίσματος με το ερώτημα εάν θα πρέπει να γίνει τζαμί στα όρια του Δήμου Αθηναίων ή όχι. Η αυθάδεια της άγνοιας, θα πείτε. Ή μήπως απλώς ο λαϊκισμός ενός υποψηφίου της λαϊκής Δεξιάς που νιώθει ότι η πολιτική του καριέρα μπορεί να τερματιστεί δύο δεκαετίες νωρίτερα από τότε που ήλπιζε να συμβεί αυτό, δηλαδή στο 67ο έτος της ηλικίας του σύμφωνα με το όριο της συνταξιοδότησης των πολιτικών που ο ίδιος αυθαιρέτως «νομοθέτησε» για να απαλλαγεί από τον πολύ πιο προσεκτικό και πολύ πιο διαβασμένο ομόσταυλο ανθυποψήφιό του.
Θα προσπαθήσω να εστιάσω την κριτική μου μόνο στην τοποθέτηση του υποψήφιου δημάρχου υπέρ της διεξαγωγής τοπικού δημοψηφίσματος για την ανέγερση Ισλαμικού Τεμένους. Επισημαίνω πολύ συνοπτικά τα εξής:
1. Ο νόμος 3512/2006 που εισηγήθηκε η κυβέρνηση Καραμανλή και ψήφισε με ευρύτατη πλειοψηφία η Βουλή –ανάμεσά τους και ο βουλευτής Άρης Σπηλιωτόπουλος– προβλέπει την ανέγερση Ισλαμικού Τεμένους στα όρια του Δήμου Αθηναίων και συγκεκριμένα στην περιοχή του Βοτανικού. Από προσεκτική ανάγνωση των πρακτικών της Βουλής δεν προκύπτει ότι ο υποψήφιος δήμαρχος Άρης Σπηλιωτόπουλος διατύπωσε αντιρρήσεις ή επιφυλάξεις (κάτι που έκανε το κόμμα ΛΑ.Ο.Σ.) σχετικά με την ανάγκη ανέγερσης Ισλαμικού Τεμένους ή με την περιοχή που τελικώς επελέγη.
2. Ο τότε υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων Άρης Σπηλιωτόπουλος, στο πλαίσιο του παραπάνω νόμου, ενέκρινε την από 31/8/2009 Προγραμματική Σύμβαση που υπεγράφη μεταξύ του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, του Δήμου Αθηναίων, του Οργανισμού Ρυθμιστικού Σχεδίου Αθήνας (Ο.Ρ.Σ.Α) και της Κτηματικής Εταιρείας του Δημοσίου (Κ.Ε.Δ), αντικείμενο της οποίας είναι η ανέγερση Ισλαμικού Τεμένους στον Δήμο Αθηναίων, στην περιοχή του Βοτανικού, για την κάλυψη των θρησκευτικών αναγκών των Μουσουλμάνων που διαβιούν στην Αθήνα και στην ευρύτερη περιοχή.
3. Η Διεύθυνση Σχεδίου Πόλεως του Δήμου Αθηναίων τήρησε την από τον νόμο προβλεπόμενη διαδικασία δημοσιοποίησης της από 8.12.2010 ομόφωνης απόφασης της Ε.Ε. του Ο.Ρ.Σ.Α., όπως προβλέπεται από τον νόμο (δημοσίευση σε δύο εφημερίδες). Η προθεσμία παρήλθε χωρίς ο Άρης Σπηλιωτόπουλος να υποβάλει ένσταση.
4. Κρίσιμη παρατήρηση. Δεν επιτρέπεται αντικείμενο ενός δημοψηφίσματος να είναι ο περιορισμός θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου, όπως στην περίπτωσή μας είναι η θρησκευτική ελευθερία που κατοχυρώνεται στο άρθρο 13 του Συντάγματος, και περιλαμβάνει αφενός την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης και αφετέρου την ελευθερία εκδήλωσης των θρησκευτικών πεποιθήσεων με σαφή αναφορά στην ανεμπόδιστη άσκηση της λατρείας κάθε γνωστής θρησκείας. Θυμίζω στον υποψήφιο δήμαρχο Άρη Σπηλιωτόπουλο ότι η αρχή της πλειοψηφίας γνωρίζει στα Συντάγματα όλων ανεξαιρέτως των κοινοβουλευτικών δημοκρατιών δυτικού τύπου περιορισμούς, οι οποίοι κυρίως τίθενται από τις διατάξεις για την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων.
5. Η άποψη για τη διενέργεια δημοψηφίσματος δεν είναι δημοκρατική αλλά εξόχως αντιδημοκρατική. Γιατί Δημοκρατία δεν είναι μόνο η αρχή της πλειοψηφίας, αλλά πολύ περισσότερο η Ελευθερία που κατοχυρώνεται κατ’ ελάχιστον στις Συνταγματικές διατάξεις που προστατεύουν τα ατομικά δικαιώματα. Η Δημοκρατία χωρίς ατομικά δικαιώματα μετασχηματίζεται σε τυραννία της πλειοψηφίας.
Ο Άρης Σπηλιωτόπουλος αφού αντιπαρήλθε το πραγματικό θέμα της θρησκευτικής ελευθερίας ψελλίζοντας ότι τάχα δεν είναι αυτό το θέμα, εν συνεχεία μας επεσήμανε το «θέμα» θέτοντας το ρητορικό ερώτημα «αντέχει η Αθήνα τζαμί;», υπονοώντας βεβαίως την απάντηση: «δεν αντέχει». Δεν έχει σημασία εάν σε άλλη συνέντευξή του υποκριτικά υποστήριζε, κρατώντας πισινή, ότι άλλο η προσωπική του άποψη –την οποία υποτίθεται ότι αποκρύπτει για να μην επηρεάσει τους Αθηναίους– κι άλλο η άποψή του ως υποψηφίου δημάρχου. Μόνο που δεν μας ενδιαφέρει η προσωπική άποψη του Άρη Σπηλιωτόπουλου, ειδικά εάν αυτός δεν την εκφράζει δημόσια, αλλά όσα αυτός δημόσια υποστηρίζει. Στο σημείο αυτό θέτω κι εγώ μερικά ρητορικά ερωτήματα:
– Η Αθήνα αντέχει να αρνείται σε μια θρησκευτική ομάδα το δικαίωμα να έχει τους δικούς της νόμιμους χώρους προσευχής και λατρείας;
– Υπάρχει άλλη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα που να μην έχουν οι μουσουλμάνοι της, ή οποιαδήποτε άλλη γνωστή θρησκευτική ομάδα, τους δικούς τους νόμιμους λατρευτικούς χώρους;
– Είναι αρκετός ένας μόνο λατρευτικός χώρος για τους χιλιάδες μουσουλμάνους που ζουν στην Αθήνα;
– Η αντιμετώπιση της τρομοκρατίας είναι περισσότερο εφικτή όταν υπάρχει συγκεκριμένος αριθμός λατρευτικών χώρων ή όταν σε κάθε γειτονιά της Αθήνας δημιουργούνται ανεξέλεγκτα –πλην όμως απολύτως δικαιολογημένα– εκατοντάδες αυτοσχέδια τζαμιά;
– Οι όροι και οι κανόνες ασφαλείας για το κοινό τηρούνται στους νόμιμους ή στους παράνομους χώρους λατρείας και προσευχής;
Ο υποψήφιος δήμαρχος έχει ασφαλώς το αναφαίρετο δικαίωμα να επιχειρεί να καλύψει τις ελλείψεις και τις αδυναμίες του λέγοντας ό,τι ακραίο του κατέβει στην κεφαλή. Αντιστοίχως κι εμείς έχουμε το αναφαίρετο δικαίωμα να μην αφήνουμε αναπάντητα τα όσα ακραία και αβάσιμα υποστηρίζει. Το ευτύχημα είναι πως με τέτοιες δηλώσεις εκ μέρους των κορυφαίων στελεχών της Νέας Δημοκρατίας οι πολίτες φιλελεύθερων φρονημάτων συνειδητοποιούν έστω και καθυστερημένα ότι το κόμμα αυτό έχει προ πολλού πάρει διαζύγιο από τις ιδέες της ελευθερίας.
* Δημοσιεύτηκε στην ηλεκτρονική σελίδα της Athens Voice στις 11/04/2014. http://www.athensvoice.gr/article/city-news-voices/πολιτικη/ο-άρης-και-το-ισλαμικό-τέμενος

Η αλήθεια για το κατοχικό δάνειο

Υποστηρίζεται όχι μόνο από ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ, ΑΝΕΛ, ΧΑ αλλά και από μη ακραίους πολίτες, ότι η Ελλάδα πρέπει να αξιώσει την επιστροφή του κατοχικού δανείου που έδωσε στη Γερμανία το 1942.
Η ύπαρξη ζωντανής αξίωσης κατά της Γερμανίας (οι ακραίοι την ... υπολογίζουν σε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ οι μη ακραίοι σε 15-16 δις ευρώ) είναι μια ακόμη εκδοχή του δόγματος "λεφτά υπάρχουν", εξίσου αβάσιμη ή ανυπόστατη με όλες τις άλλες που δεν αναζητούν τα λεφτά στη σκληρή και υπεύθυνη εργασία και στην απελευθέρωση της οικονομίας από τα δεσμά του κράτους.
Ως προς το περίφημο δάνειο συνοπτικά να επισημάνω τα εξής:
1. Αυτό συνήφθη σε δραχμές και όχι σε δολλάρια, όπως υποστηρίζουν κάποιοι.
2. Με το νόμο 18/1944 η σχέση της νέας δραχμής προς την παλαιά δραχμή ωρίσθηκε σε 50 δις παλαιές δραχμές έναντι μίας νέας.
Με την επιλογή αυτή η κυβέρνηση Εθνικής Ενότητος του Γεωργίου Παπανδρέου επιδίωκε τη διαγραφή όλων ανεξαιρέτως των δραχμικών υποχρεώσεων της χώρας αλλά συγχρόνως και όλων των απαιτήσεων που το κράτος διατηρούσε κατά τρίτων (με εξαίρεση τις οφειλές από φόρους και τις εισφορές σε ασφαλιστικούς οργανισμούς που ρυθμίσθηκαν αργότερα με ειδικό νόμο).
Ο Takis Michas έγραψε πέρυσι ένα εξαιρετικά εμπεριστατωμένο άρθρο επί του θέματος. Το πρόβλημα με τα άρθρα του Τάκη είναι ότι τα διαβάζουν οι σοβαροί άνθρωποι που ούτως ή άλλως δεν πιστεύουν παραμύθια.
http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.article&id=24548

Δευτέρα, 24 Μαρτίου 2014

H «αίρεση της θεοσέβειας» στην πολιτική


Τη Δεξιά του Κυρίου τη γνωρίζουμε όλοι. Η Αριστερά του Κυρίου (δεν μπορεί, έχει και ο Θεός Αριστερά) είναι πάντοτε πιο έξυπνη ή πιο πονηρή. Δεν είναι λίγες πλέον οι περιπτώσεις που ο ΣΥΡΙΖΑ διακριτικά «κλείνει το μάτι» στην Εκκλησία. Το φαινόμενο έχει πολλές εξηγήσεις:
Πρώτον, το κόμμα επιδιώκει παντί τρόπω να μαζέψει ψηφαλάκια και στις εκκλησίες βρίσκει κανείς πολλά. Η ψήφος άλλωστε δεν έχει μυρωδιά.
Δεύτερον, οι πασοκικές ορδές που έχουν κατακυριεύσει την αξιωματική αντιπολίτευση σαν νέος φονικός ιός Η1Ν(3 του Σεπτέμβρη) ξέρουν καλά τη δουλειά. Ποιος ξεχνά τη μεταρρύθμιση του οικογενειακού δικαίου από την πρώτη κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου, η οποία δεν ολοκληρώθηκε, όπως έπρεπε (λ.χ. η καθιέρωση ως υποχρεωτικού του πολιτικού γάμου) υπό το βάρος των εσωτερικών αντιδράσεων των σοσιαλιστών του Θεού και του τότε σοσιαλιστή αρχιεπισκόπου Σεραφείμ.
Τρίτον, η κοσμοθεωρία του ΣΥΡΙΖΑ, όλο και περισσότερο παίρνει αποστάσεις από το θεμελιώδες πρόταγμα του Διαφωτισμού και του μεγαλύτερου τμήματος της ανανεωτικής αριστεράς, ότι η πίστη δεσμεύει μόνον τους πιστούς και όχι τους πολίτες και ενστερνίζεται τις απολύτως σύμφωνες με το πνεύμα του μαρξισμού απόψεις ότι το άτομο έχει μόνο περιορισμένη αυτονομία και κυρίως προσδιορίζεται από το σύνολο που συμμετέχει.
Τέταρτον, καθόλου δεν ενοχλεί αυτή η προσέγγιση όσους αποδέχονται την παραδοσιακή Μαρξική ρήση «η θρησκεία είναι το όπιο του λαού». Όχι τόσο γιατί πιστεύουν στην αποποινικοποίηση του «Θρησκατέν» και εν γένει των ναρκωτικών, όσο γιατί στις μέρες μας δεν είναι λίγοι οι μαρξιστές που έχουν στην ανάλυσή τους αποκαταστήσει τον χριστιανισμό ως προοδευτικό ιστορικό φαινόμενο, στα δόγματα του οποίου κατά τα λεγόμενα αμφοτέρων των πλευρών (μαρξιστών και χριστιανών) βρίσκονται τα πρώτα ψήγματα της κομμουνιστικής θεωρίας. Και βέβαια ο φιλελευθερισμός αποτελεί γι’ αυτούς το απόλυτο κακό υπό την έννοια ότι οι βασικές αρχές του (ατομικά δικαιώματα, ελευθερία επιλογής και κυρίως το πρωτείο του ατόμου σε σχέση με τις διάφορες ασαφείς συλλογικότητες, φυλή, θρησκεία, τάξη κ.λπ.) επηρεάζουν τον τρόπο ζωής του δυτικού πολιτισμού εδώ και διακόσια τόσα χρόνια και καθιστούν άγονο το έδαφος στους σπόρους της ολοκληρωτικής σκέψης.
Οφείλω να κάνω στο σημείο αυτό μια μικρή αλλά απαραίτητη διευκρίνιση: η ιστορική σύγκρουση ημών των φιλελευθέρων με τα πάσης φύσεως ιερατεία (και τα μαρξιστικά) που συνεχίζεται μέχρι σήμερα δεν έχει να κάνει με την λατρευτική ή μη ελευθερία των ανθρώπων ή με τη δική τους «διαμεσολαβητική» λειτουργία μεταξύ Θεού και ανθρώπων αλλά με την επιθυμία τους να επεμβαίνουν στα δικαιώματα των ατόμων.
Με βάση τα παραπάνω παρουσιάζει λοιπόν εξαιρετικό ενδιαφέρον η συνέντευξη της υποψήφιας Περιφερειάρχη Αττικής και εκ των κορυφαίων στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ στο “Αγιορείτικο Βήμα” με τίτλο «Πώς θα στηρίξουμε το Άγιο Όρος. ΣΥΡΙΖΑ και Εκκλησία συμβαδίζουν στις δράσεις τους…» (20.3.2014).
Στη συνέντευξη αυτή, το εν λόγω στέλεχος, με σεμνότητα αλλά και θεία καθοδήγηση, αναδεικνύει όλες τις πτυχές της ΝΕΠ (Νέα Εκκλησιαστική Πολιτική) του ΣΥΡΙΖΑ. Και ριψοκινδυνεύοντας σε πολύ δύσβατα πεδία σκέψης διακηρύσσει ότι το Άγιον Όρος «αποτελεί ένα σταθερό σημείο πνευματικής αναφοράς για κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο, υπό την έννοια ότι σε φέρνει αντιμέτωπο – και συνάμα σε καθοδηγεί – με τα πάγια υπαρξιακά ερωτήματα που μας έχουν απασχολήσει από αρχαιοτάτων χρόνων σχετικά με τη φύση του ανθρώπου, το σκοπό της ζωής, το θάνατο… Και αυτή η προσφορά του Όρους είναι αναντικατάστατη.». Προσοχή πρέπει να δοθεί στην ορολογία του κορυφαίου στελέχους του ΣΥΡΙΖΑ: δεν αναφέρεται σε πιστούς χριστιανούς αλλά σε κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο, είτε είναι χριστιανός είτε όχι. Η προσπάθεια επίλυσης των υπαρξιακών προβλημάτων με επιστημονικές μεθόδους, με προσφυγή στην ατομικότητα υπονοείται καταδικασμένη να αποτύχει.
Πιο κάτω η υποψήφια περιφερειάρχης δηλώνει επίσης ότι: «Εκείνο που είναι σημαντικό για τον ΣΥΡΙΖΑ, και θα επιχειρήσει να διασφαλίσει, είναι να υπάρχει το περιβάλλον που θα επιτρέπει στο Άγιο Όρος να συνεχίσει να παίζει τον ρόλο του, με ηρεμία και προσήλωση στα της ψυχής, στα του πνεύματος, στα του ανθρώπου. Χωρίς πρόθεση πρόκλησης τολμώ να προσθέσω στα τελευταία: στα της εξωτερικής πολιτικής της πατρίδας μας.». Προσέξτε ιδιαιτέρως το τελευταίο, το Άγιο Όρος –κατά το στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ που τολμά να λέει τα πράγματα με το όνομά τους, «χωρίς διάθεση πρόκλησης»– πρόκειται να παίξει με τον ΣΥΡΙΖΑ ρόλο και στα θέματα εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας, χωρίς ωστόσο να διευκρινίζεται εάν θα έχουμε και αγιορείτη μόνιμο υφυπουργό Εξωτερικών. Ανακεφαλαιώνοντας λοιπόν, για το θεοσεβές αυτό στέλεχος η θρησκεία δεν αφορά μόνο τους πιστούς αλλά και τους σκεπτόμενους ανθρώπους ακόμη, δεν αφορά μόνο τα άτομα αλλά και την οντότητα της χώρας.
Στην ερώτηση εάν κάποιος συγγενής της έζησε στο Άγιο Όρος, πληροφορία που μάλλον κανέναν δεν ενδιαφέρει και την οποία προφανώς η ίδια έχει δώσει στον δημοσιογράφο, απαντά με τη γνωστή περισπούδαστη κοινότοπη υποκριτική τακτική των φωτομοντέλων: «Για λόγους αρχής, θα προτιμούσα να μην θέσω σε κοινή θέα μία πτυχή της οικογενειακής μας ιστορίας, υπαρκτής αλλά προσωπικής. Άλλωστε, έτσι αντιλαμβάνομαι το ελάχιστο χρέος μου απέναντι σε μια επιλογή ζωής που με γεμίζει με αισθήματα δέους και συγκίνησης.».
Εκεί όμως που πρέπει κανείς να υποκλιθεί στο μακιαβελικό μεγαλείο του στελέχους ήταν στην απάντησή της όταν ρωτήθηκε για τη θέση του ΣΥΡΙΖΑ στις σχέσεις Κράτους - Εκκλησίας:
«Βιώνουμε δύσκολους και πρωτόγνωρους καιρούς. Καιρούς που δεν προσφέρονται ούτε για μεγάλα λόγια ούτε για “παίγνια” κάθε είδους. Καιρούς που απαιτούν, σχεδόν επιβάλλουν, λόγια αλήθειας και ειλικρίνειας. Δεν χωρούν πλέον δεύτερες και τρίτες σκέψεις.
» Ειδικά στη σημερινή συγκυρία που διεθνώς χαρακτηρίζεται από μη προβλεψιμότητα και αστάθεια, ενώ στο εσωτερικό γνωρίζουμε όλοι τις διαστάσεις της ανθρωπιστικής καταστροφής. Με πλήρη συναίσθηση της βαρύτητας των δύο παραγόντων, τονίζω ότι στο θέμα σχέσεων κράτους - εκκλησίας, δεν πρόκειται να προβούμε σε καμία μονομερή ενέργεια αλλά με διάλογο να επιδιώξουμε τη συνεννόηση προς όφελος της μεγάλης πλειοψηφίας του ελληνικού λαού.».
Βεβαίως μέχρι σήμερα γνωρίζαμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι υπέρ του χωρισμού κράτους-εκκλησίας, του συμφώνου συμβίωσης μεταξύ ομόφυλων ζευγαριών κ.ά. Φαίνεται ότι η τάση αυτή αναθεωρείται από το σημαίνον στέλεχος μέχρι τουλάχιστον να διαψευστεί από άλλο σημαίνον στέλεχος. Όσοι σπεύσετε να πείτε ότι πρόκειται για τη γνωστή αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ θα με βρείτε αντίθετο. Κάθε άλλο παρά αδυναμία δηλώνουν οι μεταξύ των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ ανακύπτουσες κατά καιρούς διαφωνίες. Αυτή άλλωστε είναι και η δύναμη του μαρξισμού σύμφωνα και με το ιστορικό άρθρο του Κλωντ Ρουά στον Nouvel Observateur τον Ιούλιο του 1977, όπου απαριθμούσε τους 53 μαρξισμούς που υπήρχαν κατά τη δεκαετία του ’70 στη Γαλλία, και μιλούσε για τους «ντισκ-τζόκεϊ της σκέψης», μικροπωλητές «ιδεών για πέταμα». Ο συγγραφέας υποστήριζε ότι το φαινόμενο αυτό ενίσχυε τον μαρξισμό δια της συγχύσεως που δημιουργούσαν, μολονότι οι οπαδοί των διαφόρων εκδοχών του αλληλοαναιρούνταν και μισούνταν μεταξύ τους περισσότερο απ’ όσο μισούσαν τους αστούς αντιπάλους τους.
Αυτό το τελευταίο είναι άλλωστε και το κρυφό όπλο του ΣΥΡΙΖΑ. Οι ποικίλες εσωτερικές διαφωνίες και δημόσιες αντιπαραθέσεις στους κόλπους του, μεταξύ συνιστωσών, στελεχών, ηγεσίας κ.λπ., αντί να αποδυναμώνουν προστατεύουν τον ΣΥΡΙΖΑ από οποιαδήποτε κριτική. Όποιος λ.χ. ενοχλείται με την προφανή επιπολαιότητα του αρχηγού του μπορεί να υιοθετήσει τις κάπως λιγότερο αφελείς απόψεις Σταθάκη, όποιος πούρος μαρξιστής δεν αντέχει τον οικονομικό «ρεαλισμό» [sic] του Δραγασάκη θα ανατρέξει στον Λαφαζάνη και όποιος δεν αντέχει τη λαϊκιστική θεοσέβεια της Δούρου δεν έχει παρά έχει να καταφύγει στην αντικληρικαλική ιδεολογική αγκαλιά της Βαλαβάνη και πάει λέγοντας. Συνεπώς η πολυγλωσσία και οι αντιφάσεις στον πολιτικό λόγο των στελεχών του είναι η δύναμη που καθιστά απρόσβλητο τον ΣΥΡΙΖΑ από οποιαδήποτε ορθολογική κριτική.
Για να καταλήξω όμως επιστρέφω στη συστηματική προσέγγιση που παρατηρείται το τελευταίο τουλάχιστον ενάμισι έτος από μέρους του ΣΥΡΙΖΑ με την Ορθόδοξη Εκκλησία (η «Αυγή» μοίραζε φυλλάδιο με ομιλία του Μ. Βασιλείου κ.ο.κ. και ο ΣΥΡΙΖΑ οργάνωνε συνέδριο με θέμα «Εκκλησία και Αριστερά» τον Ιανουάριο του 2013). Η προσωπική μου εκτίμηση είναι ότι, ανεξάρτητα από την κυνική πρόθεση του ΣΥΡΙΖΑ να καρπωθεί και αυτός μερίδιο από τις ψήφους των ορθόδοξων χριστιανών, πρόκειται και επί της ουσίας για μια απολύτως συμβατή σχέση. Είναι σαφές ότι και οι δύο (όπως και οι ακροδεξιές οργανώσεις) διακατέχονται από απέχθεια για τον καπιταλισμό της ελεύθερης επιλογής και των δικαιωμάτων και από την επιθυμία της αδελφότητας, της συντροφικότητας, της φιλικής αγκαλιάς για τον καθένα, υπό τον όρο βεβαίως ότι αυτός ο «καθένας», για να απολαύσει τα αγαθά της κοινοτικής αλληλεγγύης, δεν θα πρέπει να έχει τάσεις διαφοροποίησης από την ιδεολογία και τον σκοπό, ανεξάρτητη γνώμη, αυτονομία, γιατί τότε θα χαρακτηριστεί απλώς ως αποσυνάγωγος της μεγάλης οικογένειας.
Όσοι αριστεροί στέκονται αμήχανα σε τέτοιου είδους δημόσιες τοποθετήσεις των κορυφαίων στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, περιμένοντας την καύση των νεκρών, τους γάμους των ομόφυλων ζευγαριών, θεσμικές αλλαγές που θα μείωναν το έλλειμμα θρησκευτικής ελευθερίας νομίζω ότι θα χρειαστεί να περιμένουν μερικές δεκαετίες. Στις επόμενες συγκεντρώσεις του ΣΥΡΙΖΑ, μαζί με τα κόκκινα λάβαρα πολύ φοβούμαι ότι θα κυματίζουν και οι κιτρινόμαυρες παντιέρες με τους δικέφαλους αετούς – και δεν θα είναι της ΑΕΚ.


Δημοσιεύτηκε στις 22/3/2014 στην ηλεκτρονική σελίδα της Atherns Voice.
http://www.athensvoice.gr/article/city-news-voices/πολιτικη/h-«αίρεση-της-θεοσέβειας»-στην-πολιτική

Πέμπτη, 13 Φεβρουαρίου 2014

"Η μοιραία τροχοπέδη του κρατισμού"

Όποιος ενδιαφέρεται μπορεί στον παρακάτω σύνδεσμο να παρακολουθήσει την ομιλία μου στις 6/2/2014 στο Ινστιτούτο Διπλωματίας και Εξωτερικής Πολιτικής με θέμα: "Η μοιραία τροχοπέδη του κρατισμού".
https://www.youtube.com/watch?v=kCXSNfophQU&feature=c4-overview&list=UUAdUAdGroXvngWxuBYSslcA

Τρίτη, 4 Φεβρουαρίου 2014

Μην περιμένετε ιδιωτικοποιήσεις από κρατιστές*


Ο Α. Τσίπρας και τα περισσότερα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ (πάντοτε με φωτεινές εξαιρέσεις) ακολουθεί την καταστροφική συνταγή Παπανδρέου - Παπακωνσταντίνου για να κερδίσει τις εκλογές. Ίσως με λίγο μεγαλύτερη αμετροέπεια. Το θράσος της ασχετοσύνης, βλέπετε. Χρησιμοποιεί τον γνωστό μύθο «Λεφτά υπάρχουν» και τις γνωστές απειλές κατά των ξένων επενδυτών δηλώνοντας ότι είναι υπέρ των κρατικών μονοπωλίων και «κρίσιμης στρατηγικής σημασίας οργανισμών για το δημόσιο».
Ό,τι έκανε δηλαδή ο Γ.Α. Παπανδρέου που κινδυνολογούσε για τα δεινά των ιδιωτικοποιήσεων υπεραμυνόμενος του δημόσιου χαρακτήρα των τηλεπικοινωνιών, των λιμένων, της Ολυμπιακής κ.λπ. και απειλούσε τη Deutsche Telecom και την Cosco, τα ίδια κάνει σήμερα και ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης με την επιχειρούμενη ιδιωτικοποίηση των δικτύων μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Ευτυχώς για τη χώρα ο Γ.Α. Παπανδρέου δεν υπήρξε συνεπής και δεν ακύρωσε εκείνες τις ιδιωτικοποιήσεις.
Τα ίδια φαιδρά επιχειρήματα και τότε και τώρα, υπό τη διακριτική υποστήριξη βεβαίως των πραγματικά ωφελούμενων από τη διατήρηση του status quo συνδικάτων κάθε κλάδου και των κομματικών φίλων τους. Είναι ψιλά γράμματα γι’ αυτούς ο αντίλογος ότι οι ιδιωτικοποιήσεις εκείνες ήταν εξαιρετικά επωφελείς για την οικονομία και τους καταναλωτές. Στον χώρο της σταθερής τηλεφωνίας (όπως και παλαιότερα επί κυβερνήσεως Μητσοτάκη η κινητή τηλεφωνία δόθηκε εξ αρχής σε ιδιωτικές εταιρείες με την αμετακίνητη και γενναία στάση του Στέφανου Μάνου, στην οποία αρχικώς εναντιώνονταν και πολλά στελέχη της τότε κυβέρνησης που διαπνέονταν από ακατάσχετο κρατισμό) ενισχύθηκε ο ανταγωνισμός, δημιουργήθηκαν χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας, οι τιμές έπεσαν, οι υπηρεσίες αναβαθμίστηκαν και σημαντικές νέες επενδύσεις έγιναν. Στην περίπτωση της Cosco και του Πειραιά παρά την πάσης φύσεως κινδυνολογία και τις περί αντιθέτου προβλέψεις του Γ.Α. Παπανδρέου, οι επενδύσεις που έκανε η Cosco άλλαξαν την εικόνα του, για πρώτη φορά η σταθερά πτωτική για δεκαετίες πορεία της πόλης ανακόπηκε, η διακίνηση εμπορευματοκιβωτίων τετραπλασιάστηκε (όταν ολοκληρωθεί η νέα επένδυση της Cosco στον Προβλήτα III αναμένεται να δεκαπλασιαστεί) και πλέον ο Πειραιάς κατατάσσεται μεταξύ των μεγαλύτερων λιμένων της Ευρώπης.
Δυστυχώς η κυβέρνηση εμφανίζει ασυγχώρητη ατολμία στην προώθηση ενός προγράμματος σαρωτικών ιδιωτικοποιήσεων και άρσης πλειάδας κανονιστικών ρυθμίσεων που θα άλλαζαν την εικόνα της ελληνικής οικονομίας και θα έθεταν τις βάσεις της ανάπτυξης. Θυμίζω ότι η ιδιωτικοποίηση της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ καθυστερεί επί δεκαοκτώ μήνες και μάλλον ματαιώνεται, η ιδιωτικοποίηση μεγάλων λιμένων της χώρας έχει κολλήσει, η απελευθέρωση της οικονομίας από χιλιάδες γραφειοκρατικά εμπόδια καλά κρατεί  κ.λπ. Το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης θα έπρεπε να είχε ταυτοχρόνως επεξεργαστεί και παρουσιάσει ένα ολοκληρωμένο σύστημα αυξημένης θεσμικής προστασίας, κρατικών εξασφαλίσεων και πρόσθετων φορολογικών κινήτρων προς τους επίδοξους επενδυτές προκειμένου να διασκεδάσει το «ρίσκο της χώρας», που συνίσταται σε απειλές εκ μέρους όλων των κομμάτων του τόξου της φαιοκόκκινης παρωδίας.
Ωστόσο το σοβαρότερο πρόβλημα είναι ότι από την κυβέρνηση ουδείς ενδιαφέρεται ή είναι σε θέση να επιχειρηματολογήσει συστηματικά υπέρ των ιδιωτικοποιήσεων, αναδεικνύοντας τις θετικές επιπτώσεις τους για την οικονομία και κυρίως για τη νοοτροπία των πολιτών. Τις περισσότερες φορές οι ιδιωτικοποιήσεις εμφανίζονται ως αναγκαίο κακό, ως απειλή προς τα διεφθαρμένα συνδικάτα, ως συμβατική δέσμευση προς τους δανειστές μας κ.ο.κ. και όχι ως πρώτιστη συνειδητή επιλογή που ανοίγει τις αγορές, διευκολύνει τον ανταγωνισμό, περιορίζει το σπάταλο-πελατειακό-κομματικό κράτος, ωφελεί τους καταναλωτές και δημιουργεί αναπτυξιακές προοπτικές για την οικονομία.

Όπως έγραφα προ ημερών, για να αντιμετωπίσεις αποτελεσματικά τον σοσιαλισμό πρέπει να μην είσαι σοσιαλιστής.

* Δημοσιεύτηκε στις 04.02.2014 στο http://www.capital.gr/News.asp?id=1951989

Ένα μεγαλύτερο σκάνδαλο*

Θα συμφωνήσουμε όλοι, ότι η διαλεύκανση κάθε σκανδάλου πρέπει να προχωρήσει προκειμένου να απαλλαγεί η ελληνική κοινωνία από πολιτικούς κα...