Σάββατο, 25 Αυγούστου 2018

Ο λαϊκισμός του κατώτατου μισθού*

Είναι γνωστό σε όσους αντιλαμβάνονται τα οικονομικά, ότι σε μια ελεύθερη οικονομία τα εισοδήματα των διαφόρων παραγωγικών συντελεστών είναι ανάλογα της συμβολής τους στη συνολική παραγωγή. Η εισοδηματική ανισότητα που παρατηρείται  είναι στην περίπτωση αυτή δίκαιη καθώς ο μισθός καθορίζεται από την παραγωγικότητα του εργαζομένου. Πολλές φορές ωστόσο, οι κυβερνήσεις μπαίνουν στον πειρασμό να παρέμβουν και με νομοθετικές ρυθμίσεις να καθορίσουν ένα ελάχιστο κατώτατο μισθό και ημερομίσθιο υποχρεωτικό για τις επιχειρήσεις. Με την πολιτική αυτή επιδιώκουν να μειώσουν την εισοδηματική ανισότητα επηρεάζοντας την κατανομή του εθνικού εισοδήματος υπέρ των χαμηλόμισθων και λιγότερο προνομιούχων εργαζομένων. Ισχυρίζονται ότι με την επιβολή κατώτατου μισθού αυξάνουν τη συνεισφορά των ανειδίκευτων εργαζομένων στο εθνικό εισόδημα. Στην πραγματικότητα, τέτοιου είδους έλεγχοι στο μηχανισμό των τιμών έχουν πολλαπλές παρενέργειες στην οικονομία χωρίς στην ουσία να αυξάνουν το εισόδημα εκείνων, τους οποίους υποτίθεται επιδιώκουν να βοηθήσουν.
Συγκρατώντας τους μισθούς ανειδίκευτων εργαζομένων σε επίπεδο υψηλότερο από το επίπεδο ισορροπίας οι κυβερνήσεις καθιστούν την εργασία αυτών των ανθρώπων ακριβότερη από ό,τι δικαιολογεί η αρχή της προσφοράς και της ζήτησης με τα εξής δυσάρεστα αποτελέσματα:
-               Κάποιοι άνεργοι δεν είναι σε θέση να βρουν εργασία γιατί υπό το καθεστώς του κατώτατου μισθού η συνεισφορά τους στην παραγωγή θα ήταν ακριβότερη από την αξία του προϊόντος που θα μπορούσαν να παράγουν, εάν προσλαμβάνονταν. Αλλά μετά την επιβολή κατώτατου μισθού και κάποιοι εργαζόμενοι θα απολυθούν για τον ίδιο ακριβώς λόγο.
-               Οι επιχειρήσεις που είναι οριακές στην αγορά με την άνοδο του κόστους εργασίας ανά μονάδα αξίας του παραγόμενου προϊόντος πολύ γρήγορα χρεοκοπούν.
-               Οι επιχειρήσεις μετά την επιβολή κατώτατου μισθού εμφανίζουν την τάση να αντικαθιστούν τους ανειδίκευτους εργαζομένους με υπερωριακή απασχόληση του υπάρχοντος ειδικευμένου προσωπικού τους.
-               Η πολιτική του κατώτατου μισθού επιφέρει μεγαλύτερη αύξηση της ανεργίας στους νέους καθώς οι επιχειρήσεις έχουν σοβαρό κίνητρο να επιλέξουν περισσότερο πεπειραμένο προσωπικό.
-               Θα αντέτεινε κάποιος, ότι η επιβολή κατώτατου μισθού οδηγεί ίσως στον αυτοματισμό των επιχειρήσεων και τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητάς τους. Αναφερθήκαμε πριν σε οριακές επιχειρήσεις. Οι ιδιοκτήτες αυτών κατά κανόνα δε διαθέτουν πρόσθετα κεφάλαια να επενδύσουν αλλά ούτε έχουν τη δυνατότητα της πρόσβασης σε δανεισμό. Σε συνθήκες οικονομικής ύφεσης αυτές με μαθηματική βεβαιότητα θα διακόψουν τη λειτουργία τους ή θα πτωχεύσουν. Αλλά ακόμη κι αν πολλές επιχειρήσεις έχουν τη δυνατότητα επιτάχυνσης του αυτοματισμού, η βεβιασμένη υποκατάσταση της εργασίας με επενδύσεις σε κεφάλαια -εκτός από την αύξηση της ανεργίας- θα οδηγήσει πρόωρα την οικονομία σε τεχνολογίες έντασης κεφαλαίου, οι οποίες είναι ασύμφορες σε χώρες, οι οποίες, όπως η Ελλάδα, στερούνται επαρκών αποταμιευτικών πόρων.

Θα πρέπει να γίνει σαφές, ότι, παρά τα όσα υποστηρίζει η προπαγάνδα του κρατισμού δεκαετίες τώρα, η ελεύθερη οικονομία είναι το μοναδικό αποτελεσματικό σύστημα προστασίας του εργαζομένου. Ο επιχειρηματίας ρισκάροντας το κεφάλαιό του προσφέρει εργασία στους εργαζομένους στην επιχείρηση, τους καθιστά πιο παραγωγικούς, τους δίνει τη δυνατότητα και την επιλογή να μην ρισκάρουν οι ίδιοι ως επιχειρηματίες και βελτιώνει το επίπεδο της ζωής τους.

* Δημοσιεύθηκε στον Φιλελεύθερο στις 24 Αυγούστου 2018.


Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2018

«ΜΙΑ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ» ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ 15.474 ΗΜΕΡΕΣ*

Τι αλλάζει στις 21 Αυγούστου; Λήγει το τρέχον πρόγραμμα χρηματοδότησης της χώρας. Δικαιούται η κυβέρνηση να πανηγυρίζει την έξοδο από το Μνημόνιο; Τυχόν καταφατική απάντηση δεν είναι τίποτε άλλο από χονδροκομένη προπαγάνδα και προσπάθεια –για μια ακόμη φορά- εξαπάτησης των πολιτών.
Θα πρέπει κατ΄αρχάς να επισημανθεί σε όσους κυβερνητικούς παράγοντες έχουν το θράσος να πανηγυρίζουν ότι χωρίς τη δυσάρεστη και επώδυνη παρεμβολή της κυβερνήσεώς τους η χώρα θα είχε εξέλθει των Μνημονίων τρία χρόνια ενωρίτερα, στις 30 Ιουνίου 2015, όταν και έληγε το δεύτερο Μνημόνιο, με σημαντικά μικρότερο δημόσιο χρέος, μεγαλύτερη ανάπτυξη, λιγότερο επαχθή μέτρα, λιγότερους φόρους, χωρίς capital controls, λιγότερο απαξιωμένο τραπεζικό σύστημα, χωρίς υποθήκευση της ακίνητης περιουσίας του δημοσίου για 99 χρόνια κ.ο.κ.
Ας τα παραβλέψουμε προς στιγμήν όλα αυτά. Η κυβέρνηση υποσχέθηκε «Καθαρή έξοδο από τα Μνημόνια», δηλαδή έξοδο στις αγορές και δημοσιονομική αυτονομία. Μετά τη νέα συμφωνία της 23ης Μαΐου 2018 και την απόφαση του Eurogroup της 21ης Ιουνίου 2018 τίποτε από τα δύο δεν ισχύει. Πιο συγκεκριμένα:
-  Έξοδος στις αγορές χωρίς αναβάθμιση της επενδυτικής βαθμίδας της χώρας είναι απονενοημένο βήμα. Το αποδεικνύει μεταξύ άλλων και το επιτόκιο του δεκαετούς ομολόγου, όπως έχει διαμορφωθεί την παραμονή της περιλάλητης «εξόδου». Επιπροσθέτως, η επιλογή της κυβέρνησης να αποφύγει την ορθή προληπτική πιστωτική γραμμή και να καταφύγει στο ολέθριο απόθεμα (μαξιλάρι) ρευστότητας εκτός από το ότι αυξάνει το δημόσιο χρέος αυξάνει και τους κινδύνους εξόδου στις αγορές.
-  Όσον αφορά τη δημοσιονομική αυτονομία, η Ελλάδα από την 21η Αυγούστου 2018 εισέρχεται σε ένα καθεστώς αυστηρής εποπτείας, το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 14 του Κανονισμού υπ΄αριθ. 472/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21-5-2013 «Για την ενίσχυση της οικονομικής και δημοσιονομικής εποπτείας των κρατών μελών στη ζώνη του ευρώ, τα οποία αντιμετωπίζουν ή απειλούνται με σοβαρές δυσκολίες αναφορικά με την χρηματοοικονομική τους σταθερότητα». Επιπροσθέτως, σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας της 23ης Μαΐου 2018 η μεταμνημονιακή εποπτεία της Ελλάδας θα είναι αυστηρότερη σε σύγκριση με την αυστηρή εποπτεία του άρθρου 14 του Κανονισμού καθώς, εκτός των άλλων μέτρων έχει συμφωνηθεί και ρήτρα συμμόρφωσης, μη αναστρεψιμότητας και διασφάλισης όλων των ψηφισθέντων μέχρι σήμερα μέτρων και των τριών Μνημονίων αλλά και σύστημα έγκαιρης ειδοποίησης (Early Warning System)  για τη διασφάλιση της αποπληρωμής των δανείων.
Η αλήθεια είναι ότι στις 21 Αυγούστου τερματίζεται η χρηματοδότηση με ευνοϊκούς όρους της χώρας από τους θεσμικούς δανειστές της. Άλλα φθηνά χρήματα δεν θα λάβουμε. Τέλειωσαν. Δεν τελειώνει όμως η τήρηση των υποχρεώσεων προς τους δανειστές μας και η αυστηρή εποπτεία της ελληνικής οικονομίας από αυτούς.
Η διαφορά της κυβέρνησης Τσίπρα από τις προηγούμενες συνίσταται στο ότι εκτός από το Τρίτο αχρείαστο Μνημόνιο Χρηματοδότησης δέσμευσε τη χώρα και με ένα επόμενο Μνημόνιο Χρέους, η διάρκεια του οποίου επεκτείνεται μέχρι το 2060 τουλάχιστον.
Η έξοδος για την οποία πανηγυρίζει η κυβέρνηση, όπως σωστά έχει επισημανθεί, μόνο με την έξοδο του Μεσολογγίου μπορεί να παραλληλιστεί.

* Δημοσιεύθηκε στο liberal.gr στις 20 Αυγούστου 2018.


Κυριακή, 19 Αυγούστου 2018

Το λάθος του κατώτατου μισθού*

Η κυβέρνηση, σύμφωνα με τις εξαγγελίες της, σκοπεύει να αυξήσει τον κατώτατο μισθό. Υπενθυμίζουμε ότι ο κατώτατος μισθός είναι σήμερα 586 ευρώ. Το 2012 ανερχόταν σε 751 ευρώ. Η εξασφάλιση ενός ελάχιστου αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης στους λιγότερο ευνοημένους εργαζομένους είναι -σύμφωνα με τις απόψεις των υποστηρικτών του- ο κύριος λόγος ύπαρξης του κατώτατου μισθού. Η άποψή μου είναι ότι ο κατώτατος μισθός, εάν μάλιστα συνδυαστεί με την υπερπροστατευτική εργατική νομοθεσία, ζημιώνει μεταξύ άλλων και αυτούς που σε επίπεδο εξαγγελιών επιχειρεί να προστατεύσει, τους λιγότερο ευνοημένους. Επίσης αυξάνει την ανεργία και οδηγεί σε κλείσιμο τις οριακές επιχειρήσεις.
Έχει αποδειχθεί από πλήθος μελετών και από τα επίσημα στατιστικά στοιχεία ότι η προστατευτική εργατική νομοθεσία περιορίζει τη ζήτηση για εργασία και αυξάνει τη μακροχρόνια ανεργία. Σε χώρες με ελαστική εργατική νομοθεσία, όπως λ.χ. οι ΗΠΑ, η ανεργία κυμαίνεται σε ποσοστό γύρω στο 3,8%, όταν ο μέσος όρος των χωρών της ευρωζώνης είναι σήμερα στο 8,5%, ενώ στην Ελλάδα αγγίζει το 21% παρά το γεγονός ότι έχει προηγηθεί μια τεράστια σε μέγεθος αποδημία εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού που υπερβαίνει τις 600.000. Ας επανέλθουμε στον κατώτατο μισθό.
Μια πρώτη αρνητική συνέπεια του κατώτατου μισθού -ιδίως όταν αυτός υπερβαίνει το όριο που θα καθοριζόταν σε μια ελεύθερη αγορά και τείνει να προσεγγίσει τον μέσο μισθό- είναι ο περιορισμός της ζήτησης για εργαζομένους των οποίων η παραγωγικότητα είναι χαμηλότερη από τον κατώτατο μισθό. Για να λειτουργήσει ο κατώτατος μισθός προστατευτικά υπέρ κάποιου αυτός πρέπει να εργάζεται. Μια αύξηση ακόμη του κατώτατου μισθού θα καταστήσει την παραγωγικότητα αρκετών εργαζομένων αρνητική και αυτοί αναπόφευκτα θα απολυθούν. Κάποιοι εργαζόμενοι ασφαλώς θα πληρωθούν καλύτερα από ό,τι θα πληρώνονταν χωρίς τον κατώτατο μισθό, αλλά αυτό θα αντισταθμιστεί από την ανεργία που θα δημιουργηθεί στους νέους, σε εργαζομένους με χαμηλή εξειδίκευση και ελάχιστα προσόντα, σε όσους προέρχονται από μειονότητες μεταναστών κ.λπ.
Ωστόσο, η κύρια διαφωνία μου με τον κατώτατο μισθό έχει να κάνει με τη φύση του ως κεκαλυμμένη φορολογία της εργασίας. Η επιβολή κάποιου περιορισμού στην τιμή της εργασίας έχει τις ίδιες αρνητικές συνέπειες, όπως ακριβώς η επιβολή οποιουδήποτε άλλου κρατικού ελέγχου στην τιμή ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας. Επηρεάζει αρνητικά τα κίνητρα των ανθρώπων για παραγωγή και δημιουργία. Κάθε στιγμή, εφόσον η αγορά λειτουργεί ελεύθερα, στέλνει μηνύματα στον καθένα από μας για να προσπαθήσουμε περισσότερο και να βελτιώσουμε το ανθρώπινο κεφάλαιο που διαθέτουμε. Ο κατώτατος μισθός περιορίζει σημαντικά τα κίνητρα των εργαζομένων για συνεχή βελτίωση και εξέλιξη. Είναι σαν να λέμε για παράδειγμα στον υποψήφιο των πανελλαδικών εξετάσεων: «Δεν χρειάζεται να διαβάσεις, το κράτος σού εγγυάται την είσοδο στη σχολή της επιλογής σου». Η αδικία εις βάρος όσων προσπαθούν να βελτιωθούν είναι προφανής.
Τελευταίο, μα όχι λιγότερο σημαντικό, επιχείρημα. Ο κατώτατος μισθός, ως καλυμμένος φόρος προσβάλλει τα περιουσιακά δικαιώματα όχι μόνο του επιχειρηματία και των μετόχων της επιχείρησης αλλά και των εργαζομένων εκείνων που διαθέτουν υψηλή εξειδίκευση και θα περίμεναν υπό άλλες συνθήκες τη βελτίωση των αποδοχών τους.

* Δημοσιεύθηκε στο Φιλελεύθερο στις 6 Αυγούστου 2018.

Το "κόμμα" των απαιτητικών*

O Τίμος Μωραϊτίνης στο μυθιστόρημά του «Ολόκληρη ζωή» περιγράφει έναν ρακένδυτο τρελλό που περιφέρεται στους δρόμους και ζητιανεύει. Τον Σακκουλέ. Για την ακρίβεια δεν ζητιάνευε αλλά απαιτούσε με θράσος την ελεημοσύνη. Ήταν «ιδρυτής» της σχολής των απαιτητικών και ακραίος σοσιαλιστής. Εξέφραζε δε πάντοτε την απορία:
«- Κοτζάμ Αθήνα και να μη μπορεί να θρέψει ένα τεμπέλη...».
Ο Σακκουλές μου ήρθε στο μυαλό κατά τη μελέτη και επεξεργασία των δημοσιευμένων στοιχείων από τις εκκαθαρίσεις των φορολογικών δηλώσεων των πολιτών.
Από αυτά προκύπτει ότι οι φορολογούμενοι με ατομικό εισόδημα μεγαλύτερο των 42.000 μειώθηκαν δραματικά από το 2008. Πιο συγκεκριμένα, ως απόλυτος αριθμός μειώθηκαν από 201.261 το 2008 σε 117.455 το 2015 και ως ποσοστό από 2,41% επί του συνόλου των φορολογουμένων το 2008  περιορίστηκαν στο 1,34% το 2015. Δυστυχώς, στοιχεία για το 2016 δεν έχουν ακόμη δημοσιευθεί.
Από τα στοιχεία προκύπτει ακόμη, ότι ένας πολύ μεγάλος αριθμός φορολογουμένων δεν πληρώνει φόρους. Οι δαπάνες ωστόσο του κράτους συνεχώς αυξάνονται ως ποσοστό του προϋπολογισμού. Ο λόγος είναι απλός. Οι εκάστοτε κυβερνήσεις παραβίασαν συστηματικά όλες τις αρχές που ισχύουν στα δημόσια οικονομικά. Ειδικότερα:
1. Παραβιάστηκε, όπως και πριν το 2008 άλλωστε, η αρχή του Πανδήμου του φόρου. Σύμφωνα με αυτή, οι πολίτες ενός κράτους οφείλουν να συνεισφέρουν στις δαπάνες, όσο είναι δυνατόν στον καθένα σύμφωνα με τις δυνάμεις του, κατ’ αντιστοιχία δηλαδή του εισοδήματος του. Η αρχή αυτή οδηγεί εμμέσως και σε περιστολή των δημοσίων δαπανών, διότι καθώς ο καθένας γνωρίζει ότι θα επωμιστεί ανάλογο μέρος των δαπανών, οι οποίες θα γίνουν για αυτόν, δεν ζητά περισσότερα από το κράτος. Συνέβη το αντίθετο. Βασική επιδίωξη δηλαδή κάθε φορολογικής μεταρρύθμισης ή κάθε παρεμβατικής-ρυθμιστικής πολιτικής υπήρξε πάντοτε η αφαίρεση των εισοδημάτων εκείνων που παράγουν πλούτο υπέρ εκείνων που στην πραγματικότητα διατηρούν το προνόμιο να καταναλώνουν χωρίς αντάλλαγμα τον πλούτο που παράγουν οι πρώτοι.

2.            Επίσης, παραβιάστηκε βάναυσα η αρχή που ορίζει ότι κάθε φόρος πρέπει να είναι έτσι νομοθετημένος ώστε τα έξοδα της εισπράξεως αυτού να περιορίζονται στο ελάχιστο. Ο σκοπός είναι να εισέρχεται στο δημόσιο ταμείο ως καθαρό έσοδο, όσο το δυνατόν μεγαλύτερο ποσό από αυτό που αφαιρείται από τους πολίτες και να μην κατασπαταλάται ο μόχθος των πολιτών από τους πολυπλόκαμους μηχανισμούς και τη γραφειοκρατία του δημοσίου (Αρχή της Ευθήνιας). Για τη γραφειοκρατία ο μεγάλος ιταλός οικονομολόγος και πολιτικός Λουίτζι Εϊνάουντι έγραφε «Έχει τη μανία να αυξήσει τη σημασία της». Ο Κάρλ Πόππερ έγραφε ότι «Ο μεγαλύτερος κίνδυνος του παρεμβατισμού είναι η αύξηση της κρατικής δύναμης και της γραφειοκρατίας».

Αναγνωρίζω, ότι η επιδίωξη οικονομιών σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα είναι πάντοτε δύσκολο ζήτημα καθώς πίσω από κάθε κονδύλι του προϋπολογισμού κρύβεται ένας ψηφοφόρος, μια επαγγελματική ομάδα ή μια ολόκληρη κατηγορία πολιτών. Η κοινή γνώμη δυσκολεύεται να κατανοήσει ότι οι δαπάνες σημαίνουν φόρους. Αλλά δεν υπάρχει μεγαλύτερος κίνδυνος για τη δημοκρατία από το να καταντήσει ο προϋπολογισμός το συναπάντημα των πάσης φύσεως ιδιωτικών συμφερόντων των απαιτητικών Σακκουλέδων.

* Δημοσιεύθηκε στο Φιλελεύθερο στις 17 Αυγούστου 2018. 

Φόροι, ας βγάλουμε το κεφάλι από την άμμο*

Τ​​ο μοντέλο φορολογικής πολιτικής που ακολουθεί η χώρα έχει πλήρως χρεοκοπήσει. Η φορολογική πολιτική δημιουργεί κίνητρα ή αντικίνητρα σε...