Παρασκευή 13 Απριλίου 2018

Πολυνομία, στρεψονομία, κακονομία*

Ο κώδικας φορολογίας εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων θεσπίστηκε το 1994 και αντικαταστάθηκε από ένα νέο κώδικα το 2013. Κατά την εικοσαετή εφαρμογή του τροποποιήθηκε περίπου 250 φορές με άσχετες διατάξεις σε σχέση με το αντικείμενο του νόμου που ψηφιζόταν. Έχουμε και λέμε: 12,5 τροποποιήσεις το χρόνο. Στον αριθμό αυτό θα πρέπει να προσθέσουμε 580 ακόμη νομοθετήματα (υπουργικές αποφάσεις, ΠΟΛ, εγκυκλίους κ.λπ.) ή αλλιώς άλλα 29 ετησίως.
Ο νέος φορολογικός κώδικας δεν είχε καλύτερη τύχη. Ειδικότερα, από το 2014 μέχρι σήμερα ο βασικός φορολογικός νόμος της χώρας τροποποιήθηκε 24 φορές με διατάξεις κατά κανόνα άσχετες προς το κύριο αντικείμενο του νόμου (μόνο 6 τροποποιήσεις το χρόνο), ενώ η φάμπρικα της παντός είδους εφαρμοστικής νομοθεσίας απέδωσε άλλα 117 φορολογικά νομοθετήματα (29,25 ετησίως).
Τα παραπάνω αποδεικνύουν πρώτα και κύρια ότι η απαγόρευση της συνταγματικής διάταξης της παρ. 5 του άρθρου 74 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι τροπολογίες ή προσθήκες άσχετες με το κύριο αντικείμενο του νομοσχεδίου δεν εισάγονται για συζήτηση, παραμένει κατά κανόνα ανεφάρμοστη με ευθύνη δυστυχώς του ίδιου του συνταγματικού νομοθέτη. Διότι ο νομοθέτης φρόντισε σε άλλο εδάφιο της ίδιας παραγράφου να υπονομεύσει την απαγόρευση, προβλέποντας ότι σε περίπτωση αμφισβήτησης αποφαίνεται η Βουλή καθώς η σχετική κρίση αποτελεί εσωτερικό ζήτημα του νομοθετικού σώματος. Η κοινοβουλευτική ιστορία και πρακτική αποδεικνύουν όμως ότι η Βουλή δεν απορρίπτει άσχετες τροπολογίες υπουργών είτε διότι τα μέλη της δεν έχουν την εξοικείωση, τη γνώση ή τον χρόνο να τις αντιληφθούν είτε για λόγους –όσον αφορά την πλειοψηφία τουλάχιστον‒ κομματικής νομιμότητας. Ο ανεφάρμοστος κανόνας εφαρμόζεται μόνο όταν οι ίδιοι οι υπουργοί θέλουν να ξεφορτωθούν ανεπιθύμητες τροπολογίες ενοχλητικών βουλευτών. Δυστυχώς το ίδιο το Σύνταγμα κατά παράβαση της αρχής ότι όλοι οι νομικοί κανόνες είναι προσταγές και όχι ευχολόγια, μια εντελώς ξεκάθαρη απαγόρευση που θεσπίζεται με διάταξή του, με άλλη διάταξή του την υποβίβασε σε απλή ευχή ή έστω υπόδειξη προς τον κοινό νομοθέτη. Μια μελλοντική συνταγματική αναθεώρηση θα έπρεπε να αναγνωρίσει την παταγώδη αποτυχία του ελέγχου της εσωτερικής συνταγματικότητας ενός νόμου από τη Βουλή και να θέσει οριστικά τέρμα στο απαράδεκτο αυτό φαινόμενο αναθέτοντας τον έλεγχο της τυπικής ή εσωτερικής συνταγματικότητας μιας διάταξης νόμου στα δικαστήρια.
Η τακτική αυτή των άσχετων με το κύριο αντικείμενο ενός νόμου τροπολογιών συνιστούν ευθέως στρεψονομία και μαζί με την πολυνομία και την κακονομία οδηγούν αναπόφευκτα σε ανασφάλεια δικαίου. Μπορεί εύκολα να αντιληφθεί κανείς τις αρνητικές επιπτώσεις της ανασφάλειας δικαίου τόσο για το κράτος δικαίου όσο και για την οικονομία: Η έννομη τάξη διαταράσσεται, η ανομία αυξάνεται, το κύρος της νομοθετικής λειτουργίας καταρρακώνεται, η εμπιστοσύνη προς τον νόμο υποχωρεί, το ρίσκο της οικονομικής δραστηριότητας μεγαλώνει και όσοι επιθυμούν να επενδύσουν κάπου τα χρήματά τους, όπως δείχνουν οι έρευνες των διεθνών οργανισμών, ψάχνουν για ασφαλέστερα «λιμάνια».

* Δημοσιεύθηκε στον Φιλελεύθερο στις 6.4.2018


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Οι δύο κανόνες

                              Από τα διδάγματα της ιστορίας μπορούμε να κατανοήσουμε τη σημασία που έχουν τα καλά δημόσια οικονομικά για την...